Η αποστολή του ΣΚΑΪ για το «Prime Time» δοκιμάζει τις αντοχές της στο Dhaulagiri trek. Μια εξαντλητική διαδρομή 120 χιλιομέτρων που διασχίζει πυκνές ζούγκλες και απόκρημνους παγετώνες, αγγίζοντας το υψόμετρο των 6.000 μέτρων.

To Νταουλαγκίρι είναι το έβδομο υψηλότερο βουνό του κόσμου και η κορυφή του μία από τις 14 οκτάρες του κόσμου και φτάνει σε υψόμετρο 8.167μ. Αποτελεί τμήμα της οροσειράς των Ιμαλαΐων και βρίσκεται στο δυτικό Νεπάλ.

Η σχέση των Ελλήνων με το Νταουλαγκίρι ξεκινά το 1990. Η πρώτη απόπειρα να ανέβουν στην κορυφή διακόπτεται στα 7.600μ. Τα μέλη της αποστολής εγκαταλείπουν την προσπάθεια με κρυοπαγήματα, στα πρόθυρα του πνευμονικού οιδήματος. Οκτώ χρόνια αργότερα, ελληνικές ομάδες θα επιχειρήσουν ξανά την κορυφή σε δύο διαδοχικές προσπάθειες. Δύο σπουδαίοι ορειβάτες, ο Νίκος Παπανδρέου και ο Μπάμπης Τσουπράς θα μείνουν για πάντα εκεί. 

Ο πρώτος Έλληνας ορειβάτης που φτάνει στην κορυφή του Νταουλαγκίρι την άνοιξη του 2022 είναι ο Αντώνης Συκάρης. Η προσπάθεια του, όμως, δεν καταγράφεται καθώς χάνει τη ζωή του κατεβαίνοντας στην κατασκήνωση βάσης (base camp). Έναν χρόνο αργότερα, την άνοιξη του 2023, ο στενός του φίλος και σχοινοσύντροφος, Θωμάς Νταβαρίνος ανεβαίνει στο Νταουλαγκίρι και κατακτά τη διαβόητη κορυφή, αφιερώνοντας την προσπάθεια του στη μνήμη του Αντώνη Συκάρη.

 Η ομάδα του ΣΚΑΪ ταξιδεύει στο Νεπάλ για τις ανάγκες του Prime Time και ακολουθεί το Dhaulagiri trek, μια διαδρομή 120 χιλιομέτρων στη ζούγκλα, τους παγετώνες και τις κορυφές των Ιμαλαΐων, που φτάνει σε υψόμετρο σχεδόν 6.000μ. Η ομάδα αποτελείται από την Πόπη Κονή – Συκάρη, σύζυγο του Αντώνη Συκάρη, τον σκηνοθέτη και κινηματογραφιστή Μανώλη Αρμουτάκη, τον κινηματογραφιστή Κλεομένη Κουφαλιώτη και τον δημοσιογράφο του ΣΚΑΪ Σταύρο Ιωαννίδη.

Ο στόχος της ομάδας είναι διπλός: αφενός η καταγραφή των ακραίων συνθηκών στα μεγάλα υψόμετρα και η επιβίωση σε μια από τις πιο αφιλόξενες γωνιές του πλανήτη και αφετέρου, η εκπλήρωση της υπόσχεσης που έδωσε η Πόπη Κονή – Συκάρη στη μνήμη του συζύγου της, η τοποθέτηση της φωτογραφίας του Αντώνη Συκάρη στον βωμό των Ελλήνων ορειβατών. Ο βωμός, ένα αυτοσχέδιο πέτρινο μνήμα, βρίσκεται στο υψηλότερο πέρασμα της διαδρομής, το French Pass, στα 5.700μ. Εκεί, πριν από λίγα χρόνια, ο Αντώνης Συκάρης και η Πόπη Κονή – Συκάρη έφτιαξαν ένα μνήμα για τον Νίκο Παπανδρέου και τον Μπάμπη Τσουπρά, τοποθετώντας τις φωτογραφίες τους και μια σύντομη αφιέρωση.

Παράλληλα, η ομάδα εξερευνά το εξωτικό και πολύχρωμο Νεπάλ. Μια χώρα στην καρδιά των Ιμαλαΐων, που ξεχωρίζει για τους φιλόξενους κατοίκους της, την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, τους χιλιάδες ινδουιστικούς και βουδιστικούς ναούς και την ποικιλία των τοπίων. Ποτάμια, φαράγγια, ζούγκλες, κρεμαστές γέφυρες, υποτροπικά δάση, παγετώνες και βουνά βρίσκονται στον δρόμο της ομάδας.

 Το ταξίδι ξεκινάει με την άφιξη στην πρωτεύουσα του Νεπάλ, την Κατμαντού και στη συνέχεια μέσω της πιο τουριστικής πόλης της χώρας, της Ποκάρα, η ομάδα μεταβαίνει στην αφετηρία του trek, το χωριό Ντάρμπαν. Για 22 ημέρες, τέσσερις Έλληνες, τέσσερις οδηγοί βουνού Σέρπα (η φυλή που ζει στα μεγάλα υψόμετρα του Νεπάλ) και δεκατέσσερις πόρτερ (ντόπιοι οι οποίοι μεταφέρουν τον εξοπλισμό του camp και τις προμήθειες) διασχίζουν ένα επικίνδυνο μονοπάτι χωρίς καμία επικοινωνία με τον έξω κόσμο (off grid), Κόντρα στον καιρό και τις ακραίες κλιματολογικές συνθήκες, τα μέλη της ομάδας θα αντιμετωπίσουν την ασθένεια του υψομέτρου που μπορεί να εξελιχθεί απειλητικά για τη ζωή των συμμετεχόντων.

Η ομάδα διανυκτερεύει σε σκηνές, διασχίζει ορμητικά ποτάμια, δέχεται «επίθεση» από βδέλλες στη ζούγκλα, βράζει χιόνι για να εξασφαλίσει πόσιμο νερό, περπατά στον παγετώνα εν μέσω κατολισθήσεων, καταγράφει χιονοστιβάδες αλλά και την απόκοσμη μαγεία των Ιμαλαΐων και της ιδιαίτερης φύσης του Νεπάλ.

Το πρώτο επεισόδιο του Prime Time «Νταουλαγκίρι: Το Βουνό των Ελλήνων» ολοκληρώνεται με την άφιξη της ομάδας στο Italian Base Camp στα 3.600μ., που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα της διαδρομής.

Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες και πλέον απαιτητικές παραγωγές της ελληνικής τηλεόρασης που φέρνει, για πρώτη φορά στην ιστορία της, μοναδικές εικόνες από τα Ιμαλάια και την επιβίωση στις ακραίες συνθήκες των μεγάλων υψομέτρων. 

«Ήταν η πιο δύσκολη αποστολή της επαγγελματικής μου πορείας. Πολύ δυσκολότερη από τις εμπόλεμες ζώνες. Στον πόλεμο ξέρεις τι έχεις να αντιμετωπίσεις και πως να προφυλαχθείς. Στο βουνό, και ειδικά στο Νταουλαγκίρι που είναι το πιο απομονωμένο και επικίνδυνο trek των Ιμαλαΐων, ακόμη και μια σύντομη πορεία λίγων χιλιομέτρων μπορεί να εξελιχθεί σε τραγωδία. Η αίσθηση ότι δεν υπάρχει κανείς να σε βοηθήσει και η αγωνία για το αν θα μπορέσει ο οργανισμός να προσαρμοστεί στο υψόμετρο και την έλλειψη οξυγόνου, έρχεται να συμπληρώσει τον κίνδυνο του να βρεθείς από τη μία στιγμή στην άλλη στο κενό από ένα λάθος βήμα.

Είναι μια μάχη ενάντια στη φύση και τον ίδιο σου τον εαυτό. Δοκιμάζεις το σώμα, τις αντοχές αλλά και το μυαλό σου. Πάνω από τα 4.500μ κάθε βήμα είναι ένας άθλος. Έκανα δέκα βήματα και σταματούσα για ανάσες. Ένιωθα εξαντλημένος από τα πρώτα βήματα κάθε ημέρας. Ο ύπνος ήταν ελάχιστος εξαιτίας της έλλειψης οξυγόνου, 1-2 ώρες την ημέρα και ο πονοκέφαλος δεν περνούσε ποτέ. Προσπαθούσαμε να αντιμετωπίσουμε τα συμπτώματα της ασθένειας του υψομέτρου πίνοντας 4-5 λίτρα νερό την ημέρα, το οποίο εξασφαλίζαμε λιώνοντας χιόνι. Στη συνέχεια το βράζαμε και γεμίζαμε τα παγούρια μας, τα οποία φυλάγαμε μέσα στον υπνόσακο ώστε να ανέβει λίγο η θερμοκρασία για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε έστω και για λίγα λεπτά.

Η ζούγκλα του Νεπάλ ήταν εξίσου δύσκολη με την πορεία στο υψόμετρο. Έπρεπε να διασχίσουμε ένα πυκνό υποτροπικό δάσος, να περάσουμε μέσα από ορμητικά ποτάμια και να προσέχουμε μη γλιστρήσουμε σε κάποια πλαγιά. Εκτός από όλα αυτά, είχα να αντιμετωπίσουμε και έναν «στρατό» από βδέλλες που έμπαιναν μέσα στα ρούχα και τα παπούτσια μας. Εκμεταλλευόμασταν κάθε στάση για ανάσες προκειμένου να βγάλουμε τις βδέλλες από πάνω μας.

Όσο πλησιάζαμε στο French Pass, όμως, η κατάσταση γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Η διαδρομή ήταν απάτητη, το μονοπάτι είχε καταρρεύσει από τον καιρό και πολλές φορές έπρεπε να βρούμε μόνοι μας τον τρόπο να διασχίσουμε μια πλαγιά ή ένα φαράγγι. Επιπλέον, ο καιρός δεν ήταν σύμμαχος αφού κάθε μεσημέρι έκλεινε και ακολουθούσε βροχή ή χιόνι, ανάλογα με το υψόμετρο.

Παρόλα αυτά, η ομάδα ήταν δυνατή. Δίναμε κουράγιο ο ένας στον άλλο. Εξάλλου, δεν είχαμε άλλη επιλογή. Δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε με κανέναν, ούτε να ζητήσουμε βοήθεια. Έπρεπε να φτάσουμε μέχρι το τέλος.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που η Πόπη τοποθέτησε την πλακέτα με τη φωτογραφία του Αντώνη στο αυτοσχέδιο μνήμα. Λύγισε όλη η ομάδα. Περπατούσαμε 5-6 ώρες μέχρι να φτάσουμε εκεί και είμασταν όλοι εξαντλημένοι. Ο αέρας ήταν λυσσασμένος και παγώναμε. Ωστόσο, νιώθαμε πως είναι ιερό καθήκον μας να βοηθήσουμε την Πόπη να βάλει τη φωτογραφία του Αντώνη εκεί, ήταν σαν να εκπληρώνεται και ο δικός μας σκοπός.

Νομίζω ότι κανείς από την ομάδα δεν θα ξεχάσει αυτό το ταξίδι. Μάθαμε να φροντίζουμε ο ένας τον άλλο και να ξεπερνάμε δυσκολίες και προκλήσεις που δεν φανταζόμασταν ποτέ. Ο καθένας είχε να νικήσει τους δικούς του «δαίμονες». Όπως δεν θα ξεχάσω ποτέ την προτροπή της Πόπης κάθε φορά που ο δρόμος στένευε τόσο που έπρεπε να βάλω το ένα πόδι μπροστά από το άλλο για να περάσω ή όταν το «μονοπάτι» ήταν ένας κορμός δέντρου πάνω από κάποιο ποτάμι «Σταύρο, να κοιτάς μόνο εκεί που θέλεις να πας».