Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε στο μυαλό μας μια συγκεκριμένη εικόνα για το ποιος μπορεί να κινδυνεύει περισσότερο από έμφραγμα: ένα άτομο υπέρβαρο, ίσως μέσης ηλικίας, που τρέφεται ανθυγιεινά και δεν ασκείται. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι αυτή η αντίληψη μπορεί να είναι παραπλανητική – και τελικά επικίνδυνη.
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα είναι η υψηλή χοληστερίνη. Και το πιο ανησυχητικό; Μπορεί να επηρεάσει ανθρώπους που είναι αδύνατοι, ακόμα και γυμνασμένοι και υγιείς.
Η χοληστερίνη, όπως επισημαίνουν καρδιολόγοι στη Daily Mail, επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες πέρα από το βάρος: τη γενετική, τη διατροφή, την ηλικία και τη φυσική δραστηριότητα. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα – μέχρι να είναι αργά.
Δεν είναι τυχαίο ότι χαρακτηρίζεται «σιωπηλός δολοφόνος», καθώς αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφράγματος, εγκεφαλικού και άλλων καρδιαγγειακών παθήσεων. Ακολουθούν πέντε από τους πιο διαδεδομένους μύθους – και τι πραγματικά ισχύει.
Μύθος 1: «Η χοληστερίνη είναι κακή»
Η αλήθεια είναι πιο σύνθετη. Η χοληστερίνη είναι μια λιπαρή ουσία που υπάρχει σε κάθε κύτταρο του σώματος και δεν είναι εξ ορισμού επιβλαβής. Η LDL («κακή» χοληστερίνη), μπορεί να συσσωρευτεί στα τοιχώματα των αρτηριών, δημιουργώντας αθηρωματικές πλάκες και αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού.
Αντίθετα, η HDL («καλή» χοληστερίνη) βοηθά στην απομάκρυνση της περίσσειας χοληστερίνης από το αίμα, μεταφέροντάς την στο ήπαρ για αποβολή. Αν τα επίπεδα της HDL είναι χαμηλά, η επιβλαβής χοληστερίνη συσσωρεύεται πιο εύκολα.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο συνολικός αριθμός χοληστερίνης δεν λέει όλη την αλήθεια. Δύο άνθρωποι μπορεί να έχουν την ίδια τιμή, αλλά πολύ διαφορετικό καρδιαγγειακό κίνδυνο, ανάλογα με την αναλογία «καλής» και «κακής» χοληστερίνης.
Μύθος 2: «Αν είμαι αδύνατος, δεν έχω λόγο να ανησυχώ»
Ίσως ο πιο επικίνδυνος μύθος. Το να είναι κάποιος αδύνατος δεν σημαίνει ότι έχει και φυσιολογική χοληστερίνη. Πολλοί άνθρωποι με φυσιολογικό βάρος μπορεί να έχουν αυξημένα επίπεδα, ακόμη και αν φαίνονται σωματικά υγιείς.
Αυτό μπορεί να συμβαίνει για μια σειρά από λόγους. Το σώμα ορισμένων ανθρώπων παράγει φυσικά περισσότερη χοληστερίνη και η υψηλή χοληστερίνη μπορεί επίσης να είναι κληρονομική.
Επίσης σημαντικό ρόλο παίζει το σπλαχνικό λίπος (το λίπος γύρω από τα όργανα), όχι μόνο το ορατό λίπος. Μια διατροφή πλούσια σε κορεσμένα λιπαρά και υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα μπορεί να αυξήσει το σπλαχνικό λίπος ακόμη και σε αδύνατα άτομα.
Η μόνη αξιόπιστη μέθοδος για να γνωρίζει κανείς τα επίπεδά του είναι η εξέταση αίματος – και οι ειδικοί συνιστούν να γίνεται τακτικά.
Μύθος 3: «Οι γυναίκες δεν χρειάζεται να ανησυχούν τόσο»
Αν και οι γυναίκες έχουν μικρότερο κίνδυνο εμφράγματος σε νεαρότερη ηλικία, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι προστατευμένες. Πριν την εμμηνόπαυση, τα οιστρογόνα προσφέρουν μια σχετική προστασία. Μετά όμως, ο κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά.
Επιπλέον, τα συμπτώματα καρδιακών προβλημάτων στις γυναίκες συχνά δεν είναι «τυπικά», γεγονός που δυσκολεύει την έγκαιρη διάγνωση. Η καρδιαγγειακή νόσος παραμένει μία από τις κύριες αιτίες θανάτου στις γυναίκες, γι’ αυτό η παρακολούθηση της χοληστερίνης και των υπόλοιπων παραγόντων κινδύνου είναι εξίσου σημαντική.
Μύθος 4: «Οι στατίνες έχουν επικίνδυνες παρενέργειες»
Οι στατίνες είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα φάρμακα παγκοσμίως και έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικές στη μείωση της κακής χοληστερίνης και κατά συνέπεια του κινδύνου εμφράγματος και εγκεφαλικού.
Παρόλα αυτά, πολλοί ασθενείς διστάζουν να τις πάρουν, συχνά λόγω φόβου για παρενέργειες. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι οι σοβαρές παρενέργειες (όπως η μικρή αύξηση κινδύνου για διαβήτη τύπου 2) είναι σπάνιες και σε αρκετές περιπτώσεις οι μυϊκοί πόνοι που συχνά αποδίδονται στις στατίνες σχετίζονται απλώς με την ηλικία.
Γενικά, όπως διαπιστώθηκε από πρόσφατη έρευνα, οι περισσότερες από τις παρενέργειες που συχνά αποδίδονταν στις στατίνες – και μάλιστα αναφέρονται στο φύλλο οδηγιών – δεν προκαλούνται τελικά από το ίδιο το φάρμακο.
Τα οφέλη των στατινών υπερτερούν κατά πολύ των πιθανών βλαβών και για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές τονίζουν ότι οι ετικέτες των φαρμάκων θα πρέπει να αναθεωρηθούν ώστε να αντικατοπτρίζουν καλύτερα τα διαθέσιμα δεδομένα και να βοηθούν ασθενείς και γιατρούς να λαμβάνουν αποφάσεις.
Μύθος 5: «Η διατροφή δεν μπορεί να αλλάξει τη χοληστερίνη»
Η φαρμακευτική αγωγή είναι σημαντική, αλλά εξίσου σημαντικός είναι και ο υγιεινός τρόπος ζωής. Η διατροφή παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση της χοληστερίνης. Τροφές πλούσιες σε διαλυτές φυτικές ίνες – όπως η βρώμη, τα όσπρια, οι φακές κ.α – μπορούν να μειώσουν τα επίπεδα της LDL.
Η βρώμη, ειδικά, περιέχει β-γλυκάνη, μια ουσία που δεσμεύει τη χοληστερίνη στο έντερο και εμποδίζει την απορρόφησή της. Έρευνες δείχνουν ότι η κατανάλωση βρώμης για δύο ημέρες μπορεί να μειώσει την LDL έως και κατά 10%, ιδιαίτερα σε άτομα με μεταβολικό σύνδρομο.
Η χοληστερίνη δεν φαίνεται… στον καθρέφτη
Η χοληστερίνη δεν «φαίνεται» από την εξωτερική εμφάνιση. Το να είσαι αδύνατος δεν σημαίνει ότι είσαι και προστατευμένος. Η πρόληψη απαιτεί ενημέρωση, τακτικούς ελέγχους και έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής. Γιατί, τελικά, η καρδιά δεν κοιτάει το μόνο το βάρος – αλλά και το τι συμβαίνει μέσα στο σώμα.