Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας αποτελεί μια ουσιαστική ευκαιρία ανάδειξης κρίσιμων ζητημάτων που αφορούν στην υγεία της γυναίκας. Με αφορμή την ημέρα αυτή, τα μέλη του πυρήνα της Ομάδας Εργασίας Καρδιο-Ογκολογίας της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας απευθύνουν ένα σαφές και ηχηρό μήνυμα τόσο προς τις γυναίκες ασθενείς με καρκίνο του μαστού όσο και προς τις γυναίκες καρδιολόγους όλης της χώρας, υπογραμμίζοντας τον καθοριστικό τους ρόλο:

  • στην πρόληψη,
  • την έγκαιρη ανίχνευση και
  • τη μακροχρόνια διαχείριση της καρδιοτοξικότητας που σχετίζεται με την αντικαρκινική θεραπεία.

Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί το συχνότερο κακόηθες νεόπλασμα στις γυναίκες παγκοσμίως. Εκτιμάται ότι περί τα 2,3 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις διαγιγνώσκονται κάθε χρόνο διεθνώς, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 24% όλων των νέων καρκίνων στις γυναίκες. Η σημαντική πρόοδος της σύγχρονης αντινεοπλασματικής θεραπευτικής έχει οδηγήσει σε σαφή βελτίωση της επιβίωσης. Ωστόσο, πολλές από τις διαθέσιμες θεραπευτικές παρεμβάσεις ενδέχεται να επηρεάσουν το καρδιαγγειακό σύστημα, καθιστώντας την καρδιοτοξικότητα κρίσιμο παράγοντα της συνολικής έκβασης της νόσου. Η καρδιακή δυσλειτουργία μπορεί να εκδηλωθεί τόσο πρώιμα όσο και όψιμα, υπονομεύοντας την απρόσκοπτη ολοκλήρωση της αντικαρκινικής αγωγής, αλλά και τη μακροχρόνια πρόγνωση και την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Η Καρδιο-Ογκολογία αποτελεί ένα σύγχρονο, εξειδικευμένο πεδίο που εστιάζει στην πρόληψη, την έγκαιρη ανίχνευση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση της καρδιοτοξικότητας που σχετίζεται με τη σύγχρονη αντικαρκινική θεραπεία (χημειοθεραπεία, στοχεύουσες θεραπείες, ανοσοθεραπεία, ακτινοθεραπεία). Βασίζεται στη συστηματική διαστρωμάτωση του καρδιαγγειακού κινδύνου πριν από την έναρξη της θεραπείας, καθώς και στη διαχρονική καρδιολογική παρακολούθηση κατά τη διάρκειά της αλλά και μετά την ολοκλήρωσή της. Η παρακολούθηση αυτή αξιοποιεί σύγχρονες απεικονιστικές τεχνικές και καρδιαγγειακούς βιοδείκτες, επιτρέποντας την έγκαιρη αναγνώριση υποκλινικής καρδιακής βλάβης και τη χορήγηση καρδιοπροστατευτικής αγωγής.

Η συχνότητα και η διάρκεια της καρδιολογικής παρακολούθησης καθορίζονται από το αρχικό προφίλ καρδιαγγειακού κινδύνου, με ιδιαίτερη έμφαση στις γυναίκες υψηλού κινδύνου. Σε αυτές περιλαμβάνονται γυναίκες με προϋπάρχουσα καρδιοπάθεια ή επιβαρυμένο καρδιαγγειακό προφίλ, καθώς και εκείνες που υποβάλλονται σε αντινεοπλασματικές θεραπείες με αυξημένη ή αθροιστική καρδιοτοξική δυναμική. Στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται μακροχρόνια επαγρύπνηση για την έγκαιρη ανίχνευση τόσο πρώιμων όσο και όψιμων καρδιαγγειακών επιπλοκών.

Παράλληλα με την ανάγκη μεγιστοποίησης και μονιμοποίησης των προγραμμάτων πρόληψης σε ολοένα και ευρύτερο ηλικιακό φάσμα, καθώς και με τη διασφάλιση της απρόσκοπτης πρόσβασης όλων των γυναικών που πάσχουν από καρκίνο του μαστού σε όλες τις σύγχρονες και καινοτόμες θεραπείες, καθίσταται αναγκαία και η ουσιαστική ενσωμάτωση της καρδιαγγειακής φροντίδας στον συνολικό θεραπευτικό σχεδιασμό.

Η προ της θεραπείας καρδιολογική εκτίμηση, η τακτική καρδιολογική παρακολούθηση καθ’ όλη τη διάρκεια, αλλά και μετά το πέρας της αντικαρκινικής αγωγής, συμβάλλουν ουσιαστικά στη μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας, στη διατήρηση της καρδιακής λειτουργικότητας και στη βελτιστοποίηση της μακροχρόνιας πρόγνωσης των ασθενών.

Υπάρχει λόγος να είμαστε αισιόδοξοι: ο μεγαλύτερος εχθρός της γυναίκας, ο καρκίνος του μαστού δεν είναι πια ανίκητος. Η θεραπευτική επιτυχία όμως δεν θεωρείται πλήρης όταν η ογκολογική επιβίωση επιτυγχάνεται εις βάρος της καρδιαγγειακής λειτουργίας. Καρκίνος και καρδιαγγειακή νόσος αντιμετωπίζονται πλέον από κοινού. Με διεπιστημονικό συντονισμό όλων των επαγγελματιών υγείας, πρόληψη και συνολική ευθύνη.