Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η μεγαλύτερη ελληνική βιομηχανία ζυμαρικών μπαίνει στο 2026 με νέο επενδυτικό σχέδιο 26 εκατ. ευρώ, στόχο παραγωγής 78.000 τόνων, την πιο καινοτόμα σειρά χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη στην Ευρώπη και μια θέση στις 100 κορυφαίες μάρκες ζυμαρικών του κόσμου. Πίσω από τα νούμερα, μια ελληνοϊταλική «συμβίωση» 30 χρόνων και μια στρατηγική που θυσιάζει τζίρο για αξιοπιστία.

Η μεγαλύτερη ελληνική βιομηχανία ζυμαρικών

Με έδρα το ακριτικό Κιλκίς και ένα από τα πιο σύγχρονα εργοστάσια παραγωγής ζυμαρικών στην Ευρώπη, η ΜΑΚΒΕΛ–EURIMAC έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο παραγωγό και εξαγωγέα ζυμαρικών στην Ελλάδα. Σήμερα κατέχει περίπου το 30% της εγχώριας αγοράς, εξάγει σε 60 χώρες και αντλεί το 55% των πωλήσεών της από το εξωτερικό, ενώ μόνη της παράγει το μισό σύνολο των ελληνικών ζυμαρικών που φεύγουν για διεθνείς αγορές.

Σε μια αγορά που κινείται με ρυθμούς ανάπτυξης +1% για το 2026, το brand ΜΑΚΒΕΛ τρέχει με +26% , απόρροια μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής που στηρίζεται στο τρίπτυχο: εξωστρέφεια, βιωσιμότητα, καινοτομία. Τα τελευταία στοιχεία παρουσιάστηκαν από τη διοίκηση της εταιρείας στις εγκαταστάσεις της στη ΒΙΠΕ Σταυροχωρίου, σε πρόσφατη επίσκεψη δημοσιογραφικής αποστολής.

1939 — 1996 — 2026: Μια διαδρομή 87 ετών

Η ιστορία της ΜΑΚΒΕΛ ξεκίνησε το 1939, όταν έκανε τα πρώτα της βήματα στην ελληνική αγορά ζυμαρικών. Σταθμό στην πορεία της αποτέλεσε το 1996, όταν ο Σταύρος Κωνσταντινίδης συμφώνησε την πώληση του 50% της οικογενειακής επιχείρησης στον ιταλικό όμιλο EURICOM spa ,μια συμφωνία που, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά από τη διοίκηση, «ξεκίνησε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα σε ταβέρνα».

Από τότε, η εταιρεία λειτουργεί με μετοχική ισορροπία 50%-50% μεταξύ της οικογένειας
Κωνσταντινίδη και του ιταλικού ομίλου. Οι Ιταλοί εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο, αλλά η καθημερινή διοίκηση παραμένει σταθερά στην οικογένεια Κωνσταντινίδη. Η μακροβιότητα αυτής της συνεργασίας αποδίδεται στις ισχυρές προσωπικές σχέσεις, στις σταθερές επιδόσεις και στη συνεπή μερισματική πολιτική.

Το 2007 αποτέλεσε δεύτερο σταθμό, με την κατασκευή του ιδιόκτητου μύλου της εταιρείας, που οδήγησε σε πλήρη καθετοποίηση. Η κίνηση αυτή έδωσε καλύτερη κοστολογική διαχείριση και κυρίως, ουσιαστικό έλεγχο της πρώτης ύλης. Στην παραγωγή ζυμαρικών, όπου τα βασικά συστατικά είναι μόνο δύο, σκληρό σιτάρι και νερό, η ποιότητα της πρώτης ύλης καθορίζει ουσιαστικά το τελικό προϊόν.

26 εκατομμύρια ευρώ επενδύσεων — και ένας στόχος 85.000 τόνων

Το επενδυτικό πλάνο της EURIMAC, που ξεκίνησε το 2020, αναμένεται να φτάσει συνολικά τα 26 εκατ. ευρώ έως το τέλος του 2026. Τα τελευταία έξι χρόνια έχουν υλοποιηθεί επενδύσεις 23 εκατ. ευρώ ,ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας, νέα γραμμή παραγωγής, αγορά οικοπέδων, νέες αποθήκες, σιλό, ενώ για το 2026 τρέχουν πρόσθετες επενδύσεις 2,5 εκατ. ευρώ, με έμφαση στον εκσυγχρονισμό των μονάδων παραγωγής, τα πρότυπα ESG, την κυβερνοασφάλεια και τη συμμόρφωση με σύγχρονες διεθνείς απαιτήσεις.

Ο όγκος των πωλήσεων το 2024 διαμορφώθηκε στους 76.200 τόνους, ενώ το 2025 «έκανε κράτει» στους 72.300 τόνους, προκειμένου να ολοκληρωθεί το επενδυτικό σχέδιο. Για το 2026 ο στόχος έχει τεθεί στους 78.000 τόνους, ενώ με την ολοκλήρωση των επενδύσεων ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός προβλέπει αύξηση της παραγωγής στους 85.000 τόνους από το 2027 και έπειτα, οπότε και θα αποδώσει στο μέγιστο η 7η γραμμή παραγωγής. « Κατέχουμε το 30% της αγοράς ζυμαρικών στην Ελλάδα, είμαστε το τέταρτο brand. Σε τρία χρόνια θεωρούμε πως μπορούμε να είμαστε τρίτοι. »

Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Οδυσσέας Παπαδόπουλος, τόνισε τη δυναμική του brand: «Από το 2022 έως το 2025, η αγορά κινήθηκε σε όγκο κατά +5,3%, ενώ το ΜΑΚΒΕΛ είχε αύξηση +77,2%. Το 2026 κινείται με +26%, όταν η αγορά κινείται με +1%».

Η σειρά Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη – Προϊόν της χρονιάς 2026

Η ναυαρχίδα της καινοτομίας της εταιρείας είναι η νέα σειρά ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη, που αναπτύχθηκε ύστερα από πενταετή επιστημονική έρευνα και κλινικές μελέτες, σε συνεργασία με επιστημονικούς φορείς. Η σειρά συνδυάζει τη γεύση των παραδοσιακών ζυμαρικών με καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο — με 60% λιγότερα σάκχαρα — και έχει αναδειχθεί ως «Προϊόν της Χρονιάς 2026».

Πρόκειται για την πρώτη πιστοποιημένη σειρά ζυμαρικών χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη σε όλη την Ευρώπη με ίδια γεύση με τα κλασικά ζυμαρικά. Η σειρά εμπλουτίζεται φέτος με τρία νέα ζυμαρικά, ενώ έχει ήδη προσελκύσει ενδιαφέρον από ευρωπαϊκή πολυεθνική για συνεργασία private label παραγωγής.

Όπως ανέφερε ο κ. Παπαδόπουλος σχετικά με τη δικαστική διένεξη που είχε ξεσπάσει με ανταγωνιστική εταιρεία γύρω από τη σειρά: «Η ανάπτυξη της συγκεκριμένης σειράς απαίτησε πέντε χρόνια προσπαθειών, ελέγχων και εν τέλει πιστοποιήσεων. Για εμάς η αντιπαράθεση είχε λήξει πριν καν αρχίσει. Ωστόσο, πλέον έκλεισε και τυπικά».

Στις 100 κορυφαίες του κόσμου — Η μέθοδος της αργής ξήρανσης

Τον Μάρτιο του 2026, η παγκόσμια γαστρονομική πλατφόρμα TasteAtlas συμπεριέλαβε την ΜΑΚΒΕΛ στην ετήσια λίστα με τα 100 κορυφαία προϊόντα ζυμαρικών στον κόσμο, μάλιστα με δύο διαφορετικούς κωδικούς. Η ΜΑΚΒΕΛ ήταν η μοναδική ελληνική εταιρεία στη λίστα, καταφέρνοντας να εισέλθει σε ένα κατά βάση «κλειστό ιταλικό κλαμπ».

Το «όπλο» της είναι η μέθοδος της αργής ξήρανσης — ένα προνόμιο που, στην Ελλάδα, αποτελεί αποκλειστικότητα της ΜΑΚΒΕΛ. Συνδυασμένη με τη χρήση 100% ελληνικού σκληρού σιταριού και νερού από τον υδροφόρο ορίζοντα του όρους Μπέλλες, η μέθοδος αυτή έχει αναδείξει τα ζυμαρικά της σε προϊόντα συγκρίσιμα και ανταγωνιστικά, με την παράδοση της ιταλικής pasta.

Μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα — και 99,98% μηδενικών αποβλήτων

Η ΜΑΚΒΕΛ διαθέτει μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα. Καίει ετησίως 10.000 τόνους βιομάζας για την παραγωγή υπέρθερμου νερού , απαραίτητου για τη διαδικασία ξήρανσης των ζυμαρικών , αντικαθιστώντας τα ορυκτά καύσιμα, ενώ από το 2013 χρησιμοποιεί ηλεκτρική ενέργεια προερχόμενη 100% από ανανεώσιμες πηγές.

Παράλληλα, η εταιρεία εφαρμόζει πρακτικές μηδενικών αποβλήτων, φτάνοντας σε ποσοστό 99,98% μηδενικής επιβάρυνσης περιβάλλοντος από απόβλητα. Όλα της τα προϊόντα συσκευάζονται σε 100% ανακυκλώσιμα υλικά. Πρόκειται για περιβαλλοντικό προφίλ σπάνιο για ευρωπαϊκή βιομηχανία τροφίμων του μεγέθους της.

Από Μεγάλη Βρετανία έως Κούβα και Ιαπωνία

Η εξωστρέφεια αποτελεί τον βασικότερο μοχλό ανάπτυξης. Η εταιρεία δραστηριοποιείται σε 60 χώρες, με μεγαλύτερη αγορά τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ η παρουσία της εκτείνεται από τη Γερμανία μέχρι την Κούβα και την Ιαπωνία. Η διοίκηση εξετάζει περαιτέρω ανάπτυξη μέσω νέων καναλιών διανομής, συνεργασιών B2B και παρουσίας στον κλάδο HORECA.

Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για νέες συνεργασίες ιδιωτικής ετικέτας με πολυεθνικούς ομίλους – αν και, όπως σημείωσε η διοίκηση, οι διαφορετικές νομοθεσίες ανά χώρα δημιουργούν αυξημένες απαιτήσεις προσαρμογής.

208 εργαζόμενοι – 97% από το Κιλκίς

Η εταιρεία απασχολεί σήμερα 208 εργαζομένους, με το 97% να προέρχεται από την ευρύτερη περιοχή του Κιλκίς.

Σε μια εποχή όπου η ελληνική περιφέρεια αναζητά αφηγήσεις βιώσιμης τοπικής ανάπτυξης, η ΜΑΚΒΕΛ–EURIMAC αποτελεί ένα από τα ισχυρότεραπαραδείγματα ,μια μακεδονική οικογενειακή επιχείρηση που στηρίζει την εγχώρια αγροτική παραγωγή σιταριού και να συνδέει το Κιλκίς απευθείας με τα ράφια 60 χωρών.

Η στρατηγική του «φρένου»

Σε μια αγορά ζυμαρικών όπου κυριαρχούν λίγοι μεγάλοι όμιλοι και οι πιέσεις κόστους είναι έντονες, η ΜΑΚΒΕΛ–EURIMAC επέλεξε το 2025 μια ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα στρατηγική: αντί να κυνηγήσει κάθε επιπλέον ευρώ τζίρου, προτίμησε να προστατεύσει την αξιοπιστία της απέναντι σε πελάτες και λιανεμπόριο, πατώντας συνειδητά «φρένο» στην παραγωγή.

Η εταιρεία δεν έχει προχωρήσει σε αυξήσεις τιμών παρά τις πιέσεις από τα μεταφορικά κόστη και τα υλικά συσκευασίας, καθώς αναμένει να δει πώς θα διαμορφωθεί ένα οικονομικό περιβάλλον που αλλάζει από μέρα σε μέρα. Η διοίκηση παραμένει αισιόδοξη ότι το 2026 θα ξεπεράσει ακόμη και τον ιστορικά υψηλό όγκο πωλήσεων του 2024.

«Αναδειχθήκαμε μία από τις 100 καλύτερες εταιρείες με τα πιογευστικά ζυμαρικά στον κόσμο. »

Το αύριο: Από το χωράφι, στο ράφι

Η ΜΑΚΒΕΛ–EURIMAC σήμερα διαχειρίζεται όλη την αλυσίδα αξίας — από το χωράφι του Έλληνα παραγωγού σιταριού, μέχρι το ράφι του λιανεμπορίου εντός και εκτός ελληνικών συνόρων.

Με το brand ΜΑΚΒΕΛ να τρέχει σε ρυθμό 26 φορές πιο γρήγορα από την αγορά,την καινοτομία της σειράς χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη να έχει βάλει την εταιρεία στον χάρτη της ευρωπαϊκής λειτουργικής διατροφής, και την περιβαλλοντική της επίδοση να αγγίζει τα όρια του εφικτού, η μακεδονική εταιρεία έχει, όπως λέει χαρακτηριστικά η διοίκηση, έναν ξεκάθαρο στόχο:

Από το τέταρτο brand της ελληνικής αγοράς, στο τρίτο μέσα σε τρία χρόνια.