Σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα εξακολουθούν να κινούνται οι κύριες συντάξεις στην Ελλάδα, παρά τις μικρές αυξήσεις που εφαρμόστηκαν στις αρχές του 2026. Τα νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι για τη μεγάλη πλειονότητα των συνταξιούχων το μηνιαίο εισόδημα παραμένει περιορισμένο, εντείνοντας τις πιέσεις στο κόστος διαβίωσης.

Με βάση τα δεδομένα της έκθεσης Ήλιος, η μέση κύρια σύνταξη γήρατος που καταβλήθηκε τον Φεβρουάριο διαμορφώθηκε στα 866 ευρώ μικτά, δηλαδή περίπου 810 ευρώ καθαρά. Το ποσό αυτό καταδεικνύει ότι, παρά τη μικρή αύξηση της τάξης του 2,4%, η πραγματική ενίσχυση των εισοδημάτων των συνταξιούχων παραμένει περιορισμένη.

Συνολικά, οι συντάξεις καταβλήθηκαν σε περισσότερους από 2,52 εκατομμύρια δικαιούχους, αριθμός ελαφρώς μειωμένος σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια σταθερή αλλά πιεσμένη βάση συνταξιούχων, με μικρές διακυμάνσεις στον συνολικό πληθυσμό.

Ευρώ

Πάνω από τις μισές κύριες συντάξεις βρίσκονται κάτω από τα 1.000 ευρώ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι πάνω από τις μισές κύριες συντάξεις, συγκεκριμένα το 57%, βρίσκονται κάτω από τα 1.000 ευρώ. Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει τη δυσκολία που αντιμετωπίζει μεγάλος αριθμός συνταξιούχων να ανταποκριθεί στις καθημερινές ανάγκες, ιδίως σε μια περίοδο αυξημένου κόστους ζωής.

Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της εικόνας παίζουν και οι νέες συντάξεις που εκδίδονται. Στην πλειονότητά τους, τα νέα ποσά είναι χαμηλά, γεγονός που διατηρεί τον μέσο όρο σε χαμηλά επίπεδα. Ενδεικτικά, από τις 22.760 νέες συντάξεις που εκδόθηκαν τον Φεβρουάριο, περισσότερες από τις μισές προέρχονταν από τον ιδιωτικό τομέα και είχαν μέση απόδοση μόλις 780,59 ευρώ.

Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με την πορεία της ελληνικής οικονομίας τα προηγούμενα χρόνια. Η υψηλή ανεργία που καταγράφηκε κατά τη διάρκεια της πολυετούς οικονομικής κρίσης, σε συνδυασμό με τους χαμηλούς μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, επηρέασαν καθοριστικά το ύψος των συντάξεων που αποδίδονται σήμερα. Ως αποτέλεσμα, οι συντάξεις του ιδιωτικού τομέα παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τον συνολικό μέσο όρο.

Στον αντίποδα, οι συντάξεις του Δημοσίου εμφανίζονται σημαντικά υψηλότερες. Τον Φεβρουάριο, οι κύριες συντάξεις για τους δικαιούχους του δημόσιου τομέα διαμορφώθηκαν στα 1.331,81 ευρώ, επίπεδο που προσφέρει μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια σε σχέση με τις αντίστοιχες αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα.

Σε επίπεδο δημογραφικών χαρακτηριστικών, η πλειονότητα των συνταξιούχων ανήκει στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση εντοπίζεται στις ηλικίες 71 έως 75 ετών, ενώ σημαντικός αριθμός καταγράφεται και στις κατηγορίες 76-80 και 66-70 ετών. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν τη γήρανση του πληθυσμού των συνταξιούχων και τη σταδιακή αύξηση της συμμετοχής μεγαλύτερων ηλικιών στο σύστημα.

Συνταξιούχοι

Αξιοσημείωτη είναι και η διαφοροποίηση μεταξύ ανδρών και γυναικών, ανάλογα με το είδος της σύνταξης. Στις συντάξεις γήρατος, οι άνδρες αποτελούν την πλειονότητα, ενώ στις συντάξεις χηρείας κυριαρχούν οι γυναίκες, γεγονός που αντανακλά τις κοινωνικές και εργασιακές συνθήκες των προηγούμενων δεκαετιών.

Σε γεωγραφικό επίπεδο, η μεγαλύτερη συγκέντρωση συνταξιούχων και καταβαλλόμενων συντάξεων παρατηρείται στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία, όπου βρίσκεται και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Ακολουθούν άλλες περιφέρειες, όπως η Θεσσαλία και η Δυτική Ελλάδα, με σημαντικά αλλά χαμηλότερα μεγέθη.

Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός συστήματος που εξακολουθεί να λειτουργεί υπό πίεση. Παρά τις μικρές βελτιώσεις, το ύψος των συντάξεων παραμένει χαμηλό για μεγάλο μέρος των δικαιούχων, ενώ οι διαφορές μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα παραμένουν έντονες.

Το επόμενο διάστημα, η πορεία των συντάξεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη της οικονομίας, την απασχόληση και τους μισθούς, καθώς και από τις πολιτικές που θα εφαρμοστούν για τη στήριξη των συνταξιούχων. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη για ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων παραμένει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.