Οι περισσότεροι Έλληνες δηλώνουν ότι είναι ικανοποιημένοι από το σπίτι στο οποίο ζουν, όμως πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται μια πιο σύνθετη – και συχνά πιεστική – πραγματικότητα. Αυτό προκύπτει από την πανευρωπαϊκή έρευνα European Housing Trend Report 2025, που πραγματοποίησε το δίκτυο RE/MAX Europe, καταγράφοντας τις συνθήκες στέγασης, τις οικονομικές αντοχές και τις προοπτικές μετακίνησης των Ευρωπαίων πολιτών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 66% των Ελλήνων ιδιοκτητών δηλώνει ικανοποιημένο από την κατοικία του. Πρόκειται για ένα ποσοστό που παραμένει σχετικά υψηλό, αν και χαμηλότερο τόσο από το 68% του 2024 όσο και από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 77%. Η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι χώρα ιδιοκατοίκησης, με το 63% των πολιτών να ζει σε ιδιόκτητο σπίτι, έναντι 69% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η δομή αυτής της ιδιοκατοίκησης. Περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες ιδιοκτήτες (53%) έχουν εξοφλήσει πλήρως το ακίνητο στο οποίο διαμένουν, ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (47%). Παράλληλα, μόλις το 10% έχει ενεργό στεγαστικό δάνειο, έναντι 15% στην Ευρώπη, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η αγορά κατοικίας στην Ελλάδα βασίζεται κυρίως σε ίδια κεφάλαια και όχι σε τραπεζικό δανεισμό.

Ωστόσο, αυτή η εικόνα σταθερότητας δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε οικονομική άνεση. Περίπου ένας στους τρεις Έλληνες (27%) δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει το κόστος της κατοικίας του, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από το 17% που καταγράφεται στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμη πιο έντονη είναι η πίεση από το ενεργειακό κόστος: το 34% των Ελλήνων αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πληρωμή λογαριασμών ενέργειας, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 16%.

Η οικονομική επιβάρυνση αποτυπώνεται και σε ένα κρίσιμο στοιχείο: το 11% των Ελλήνων ξοδεύει πάνω από το 50% του εισοδήματός του για στέγαση και πάγιους λογαριασμούς. Πρόκειται για μια συνθήκη που περιορίζει σημαντικά την ποιότητα ζωής και επηρεάζει άμεσα το αίσθημα ικανοποίησης από την κατοικία, ακόμη και όταν αυτή είναι ιδιόκτητη.

Οι πιέσεις αυτές διαμορφώνουν και κοινωνικές συμπεριφορές. Το 15% των ενηλίκων στην Ελλάδα δηλώνει ότι εξακολουθεί να ζει με τους γονείς του – ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (12%). Από αυτούς, σχεδόν έξι στους δέκα αναφέρουν ότι ο βασικός λόγος είναι η αδυναμία να αντεπεξέλθουν οικονομικά σε ενοίκιο ή αγορά κατοικίας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Έλληνες αποκτούν την πρώτη τους κατοικία σε μεγαλύτερη ηλικία: κατά μέσο όρο στα 35 έτη, έναντι 31 ετών στην υπόλοιπη Ευρώπη. Καθοριστικό ρόλο στην πρόσβαση στη στέγη εξακολουθεί να παίζει η οικογένεια. Το 31% των Ελλήνων ιδιοκτητών απέκτησε κατοικία μέσω κληρονομιάς και το 38% με χρηματική βοήθεια από συγγενείς, ποσοστά αισθητά υψηλότερα από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά (22% και 26%). Αντίθετα, μόλις το 25% δηλώνει ότι δεν είχε καμία οικογενειακή στήριξη, όταν στην Ευρώπη το ποσοστό αυτό φτάνει το 41%.

Παρά τη σχετική ικανοποίηση, η κινητικότητα παραμένει υψηλή. Ένας στους πέντε Έλληνες (20%) δηλώνει ότι σκοπεύει να μετακομίσει μέσα στο 2026, ενώ ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι το 36% θα εξέταζε το ενδεχόμενο μετεγκατάστασης σε άλλη χώρα, εφόσον αυτό σήμαινε καλύτερη ποιότητα ζωής.

Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: η ιδιοκατοίκηση παραμένει ισχυρό χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας, όμως το κόστος στέγασης, η ενεργειακή επιβάρυνση και η εξάρτηση από την οικογενειακή στήριξη δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένης πίεσης. Ένα σπίτι μπορεί να είναι ιδιόκτητο, αλλά για πολλούς Έλληνες παραμένει οικονομικά βαρύ.