Η εικόνα που αφήνει πίσω της η πρόσφατη επιτυχής έκδοση του 10ετούς δεν είναι απλώς ένα «καλό βιβλίο προσφορών». Είναι ένα σήμα για το πώς μπορεί να κινηθεί το ελληνικό Δημόσιο από εδώ και πέρα στις αγορές: με περισσότερους βαθμούς ελευθερίας, με μεγαλύτερη άνεση στον χρονισμό των κινήσεων και με στόχο να χτίσει ακόμη πιο «κανονική» παρουσία στο ευρωπαϊκό ταμπλό των κρατικών τίτλων.
Το άμεσο πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι ο ΟΔΔΗΧ έχει ήδη καλύψει με το ξεκίνημα της χρονιάς περίπου το 50% των δανειακών αναγκών για το 2026, που υπολογίζονται σε 8 δισ. ευρώ. Αυτό μεταφράζεται σε ένα σημαντικό πλεονέκτημα: από τη στιγμή που οι ανάγκες δεν «τρέχουν» πιεστικά, οι επόμενες κινήσεις μπορούν να γίνουν πιο επιλεκτικά, όταν το παράθυρο των αγορών είναι καλύτερο, με στόχο είτε να μειωθεί περαιτέρω το κόστος είτε να βελτιωθεί η δομή του χρέους.
Στο τραπέζι, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, βρίσκεται το σενάριο να επαναληφθεί το περσινό μοτίβο, όταν οι βασικές κινήσεις χρηματοδότησης είχαν ουσιαστικά ολοκληρωθεί μέσα στο πρώτο τρίμηνο. Το 2025 είχαν προηγηθεί τρεις κοινοπρακτικές εκδόσεις (10ετές τον Ιανουάριο και 15ετές/30ετές τον Μάρτιο), ενώ υπήρξαν και επανεκδόσεις μέσω δημοπρασιών. Η «γραμμή» που περιγράφεται για το 2026 κινείται στην ίδια λογική: γρήγορη κάλυψη αναγκών, διατήρηση παρουσίας στην αγορά και επιλογή εργαλείων (νέα έκδοση ή reopening) ανάλογα με τις συνθήκες.
Η επόμενη ημέρα, όμως, δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα βγει ένα ακόμα ομόλογο, αλλά από το τι επιδιώκει να χτίσει ο ΟΔΔΗΧ σε τρία επίπεδα.
Πρώτον, τη ρευστότητα και την «καμπύλη» αποδόσεων. Η στρατηγική που περιγράφεται είναι να διατηρείται ζωντανή η αγορά των ελληνικών τίτλων και να εξομαλύνεται η καμπύλη αποδόσεων, ώστε το Δημόσιο να μπορεί να δανείζεται σε περισσότερες διάρκειες με προβλέψιμο τρόπο. Αυτό συνδέεται με το αν θα δούμε κινήσεις σε άλλες διάρκειες (π.χ. 15ετές ή 30ετές) ή επανεκδόσεις που αυξάνουν το μέγεθος και τη διαπραγματευσιμότητα υπαρχόντων σειρών.

Δεύτερον, το «μείγμα» επενδυτών. Ο στόχος που τίθεται είναι η ενίσχυση της συμμετοχής θεσμικών «real money» επενδυτών, δηλαδή κεφαλαίων που τοποθετούνται πιο μακροπρόθεσμα και όχι ευκαιριακά. Αυτό έχει σημασία γιατί μειώνει τη μεταβλητότητα και βοηθά να απορροφάται καλύτερα το ρίσκο στις αναταράξεις των διεθνών αγορών. Η σύνθεση των τοποθετήσεων στη χθεσινή έκδοση –με υψηλό ποσοστό σε θεσμικούς και χαμηλότερο σε hedge funds– διαβάζεται ως ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση, που ο ΟΔΔΗΧ θέλει να παγιώσει.
Τρίτον, το «ραντεβού» με τους οίκους αξιολόγησης. Η αγορά δεν κοιτά μόνο τις αποδόσεις, κοιτά και το αφήγημα αξιοπιστίας. Οι επόμενες αξιολογήσεις ξεκινούν στις 6 Μαρτίου από την DBRS, ακολουθεί η Moody’s στις 13 Μαρτίου, η Scope στις 20 Μαρτίου, η S&P στις 24 Απριλίου και η Fitch στις 8 Μαΐου. Αυτές οι ημερομηνίες λειτουργούν ως ορόσημα γιατί, ανάλογα με το τι θα πουν οι οίκοι, μπορεί να ανοίξουν ή να κλείσουν παράθυρα ζήτησης από συγκεκριμένες κατηγορίες επενδυτών, ενώ επηρεάζουν και το πώς τιμολογείται ο κίνδυνος χώρας.
Στο ευρύτερο πλαίσιο, η Ελλάδα μπαίνει σε αυτή τη φάση με «πλάτη» από τρεις παράγοντες που επαναλαμβάνονται σταθερά από την αγορά: αναβαθμίσεις εντός επενδυτικής βαθμίδας, ισχυρή δημοσιονομική εικόνα και διαχείριση του χρέους που περιλαμβάνει πρόωρες αποπληρωμές μνημονιακών δανείων και υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, κοντά στα 40 δισ. ευρώ. Αυτά δεν είναι απλώς στοιχεία για ένα ενημερωτικό σημείωμα: είναι η βάση πάνω στην οποία κρίνεται αν η χώρα μπορεί να συνεχίσει να συμπιέζει το κόστος δανεισμού χωρίς να «σκοντάφτει» στην παραμικρή διεθνή αναταραχή.
Το κρίσιμο, λοιπόν, από εδώ και πέρα είναι ο χρονισμός. Αν το 2026 εξελιχθεί με πιο ήπιες συνθήκες στις αγορές, ο ΟΔΔΗΧ θα έχει τη δυνατότητα είτε να «κλειδώσει» ακόμη καλύτερες τιμές σε επόμενες κινήσεις είτε να επιλέξει πιο άνετα το εργαλείο (νέα έκδοση, reopening, δημοπρασία). Αν, αντίθετα, το διεθνές περιβάλλον γίνει πιο ασταθές, το γεγονός ότι έχει ήδη καλύψει μεγάλο μέρος των αναγκών του δίνει ακριβώς αυτό που λείπει συνήθως από τους εκδότες: χρόνο και επιλογές.
Με άλλα λόγια, η χθεσινή εικόνα δεν τελειώνει στη μία έκδοση. Ανοίγει τον δρόμο για το πώς θα στηθεί το υπόλοιπο πρόγραμμα του 2026: λιγότερη πίεση, πιο στοχευμένες κινήσεις, περισσότερη δουλειά στη «δομή» της αγοράς ελληνικών ομολόγων και ένα καθαρό βλέμμα στις αξιολογήσεις της άνοιξης που θα λειτουργήσουν ως επόμενος καταλύτης.