Ο Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της διεθνούς σκηνής, διατάσσοντας μια αιφνιδιαστική κοινή αεροπορική επιχείρηση ΗΠΑ – Ισραήλ κατά στόχων στην Τεχεράνη, μόλις λίγες ώρες αφότου διαβεβαίωνε ότι «προτιμά τη διπλωματία» με το Ιράν. Παρά τις πρόσφατες δηλώσεις του ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα είχε «εξουδετερωθεί» και ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχίζονταν, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέτρεψε το αφήγημά του μέσα σε ένα βράδυ, καλώντας μάλιστα τους Ιρανούς να «πάρουν στα χέρια τους την κυβέρνηση» τους «όταν τελειώσουμε».

Η επίθεση, γνωστή ως «Operation Epic Fury», δεν συνοδεύτηκε από νέα αποδεικτικά στοιχεία για μια άμεση πυρηνική απειλή, αλλά από έναν καταιγισμό επιχειρημάτων που ανακύκλωναν διαχρονικές αμερικανικές ανησυχίες για το καθεστώς της Τεχεράνης: από την αιματηρή καταστολή διαδηλώσεων και την υποστήριξη προς ένοπλες σιιτικές παραστρατιωτικές οργανώσεις, μέχρι το διαχρονικό σύνθημα «Θάνατος στην Αμερική». Ο Τραμπ επικαλέστηκε ακόμη «επικείμενες απειλές» και «μοχθηρές δραστηριότητες» του Ιράν, επαναφέροντας μνήμες από την κρίση των ομήρων του 1979, τη βομβιστική επίθεση των Μαρίνων στη Βηρυτό το 1983 και τον ρόλο φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών στον πόλεμο του Ιράκ.

Τραμπ, Ιράν και η «χαμένη» διπλωματία

Η χρονική συγκυρία προκαλεί έντονη ανησυχία σε όσους επένδυαν στη διπλωματική οδό για τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντρ Αλ Μπουσαΐντι, που μεσολαβούσε ανάμεσα σε Ουάσινγκτον και Τεχεράνη, μίλησε ανοικτά για «υπονόμευση ενεργών και σοβαρών διαπραγματεύσεων», προειδοποιώντας ότι ούτε τα συμφέροντα των ΗΠΑ ούτε η παγκόσμια ειρήνη εξυπηρετούνται από την κλιμάκωση. «Αυτή δεν είναι δική σας πόλεμος», ήταν το αιχμηρό μήνυμά του προς την κυβέρνηση Τραμπ, την οποία κάλεσε να μην «παγιδευτεί» βαθύτερα σε μια σύγκρουση με το Ιράν.

Την ίδια στιγμή, ειδικοί σε θέματα εξοπλισμών υπογραμμίζουν ότι, παρά τις καταγγελίες του Ισραήλ, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η Τεχεράνη έχει επανεκκινήσει τον εμπλουτισμό ουρανίου σε επίπεδα που να συνάδουν με κατασκευή πυρηνικού όπλου μετά τον πόλεμο του Ιουνίου, ο οποίος προκάλεσε σοβαρές ζημιές στις σχετικές εγκαταστάσεις. Ο φυσικός και ειδικός σε πυρηνικά θέματα Ντέιβιντ Όλμπράιτ σημειώνει πως οι δορυφορικές εικόνες παραπέμπουν σε εργασίες αποκατάστασης και ενίσχυσης υπόγειων τούνελ, ενώ η κυρίαρχη εκτίμηση των αναλυτών είναι ότι το πρόγραμμα εμπλουτισμού παραμένει σε μεγάλο βαθμό «παγωμένο».

Ο ρόλος του Ισραήλ και η σκληρή γραμμή Τραμπ για το Ιράν

Για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο Τραμπ παραμένει ο πιο πολύτιμος σύμμαχος, με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό να διαφημίζει ανοικτά ότι τον έπεισε να αποσυρθεί από τη συμφωνία του 2015 για τα πυρηνικά του Ιράν και να στείλει βομβαρδιστικά B-2 εναντίον ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων τον Ιούνιο. Ισραηλινοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η Τεχεράνη ουδέποτε εγκατέλειψε το «σχέδιο καταστροφής του Ισραήλ», το οποίο, όπως λένε, βασίζεται σε τρεις πυλώνες: το πυρηνικό πρόγραμμα, το πυραυλικό οπλοστάσιο και το δίκτυο περιφερειακών παραστρατιωτικών συμμάχων. Παρότι η Ισραηλινή υπηρεσία πληροφοριών κάνει λόγο για «απότομη επιτάχυνση» της παραγωγής πυραύλων και για προσπάθειες «απόκρυψης και θωράκισης» των πυρηνικών υποδομών, η ίδια η Τεχεράνη, ως μέλος της Συνθήκης Μη Διάδοσης, επιμένει ότι έχει δικαίωμα στον εμπλουτισμό ουρανίου για ειρηνικούς σκοπούς, υπό διεθνείς επιθεωρήσεις – επιθεωρήσεις τις οποίες, ωστόσο, άρχισε να περιορίζει μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από το deal.

Ιδιαίτερο βάρος αποκτά η αντίθεση ανάμεσα στην επίμονη στοχοποίηση του ιρανικού προγράμματος και τη διαχρονική άρνηση του ίδιου του Ισραήλ να υπογράψει τη Συνθήκη Μη Διάδοσης, τη στιγμή που, σύμφωνα με τη Federation of American Scientists, έχει αναπτύξει εδώ και δεκαετίες μυστικό οπλοστάσιο πυρηνικών κεφαλών βασισμένων σε πλουτώνιο. Παράλληλα, το Πεντάγωνο εκτιμά ότι, αν και το Ιράν διαθέτει χιλιάδες πυραύλους ικανούς να πλήξουν αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή, απέχει ακόμη τουλάχιστον μια δεκαετία από την ανάπτυξη διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου που θα μπορούσε να φτάσει στις ΗΠΑ, κάτι που υπονομεύει το αφήγημα περί άμεσης απειλής για την αμερικανική ενδοχώρα.

Τραμπ, Ιράν και ο κίνδυνος νέας περιφερειακής ανάφλεξης

Η Τεχεράνη, με το πυραυλικό και drone οπλοστάσιο της αποδυναμωμένο μετά τον περσινό 12ήμερο πόλεμο με το Ισραήλ, εξακολουθεί να θεωρεί αυτά τα όπλα τη βασική της αποτροπή έναντι μελλοντικών χτυπημάτων. Κατά τη διάρκεια εκείνης της σύγκρουσης εκτόξευσε περίπου 550 πυραύλους μέσου και μεγάλου βεληνεκούς, ενώ πολλοί ακόμη καταστράφηκαν στο έδαφος από ισραηλινά πλήγματα, με αποτέλεσμα το ρεπερτόριό της να απέχει ακόμη από τα προπολεμικά επίπεδα. Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση που θα εμπλέξει εμμέσως ή αμέσως τις ΗΠΑ μπορεί να οδηγήσει το Ιράν να επισπεύσει τις προσπάθειές του για στρατηγική αναβάθμιση, είτε μέσω ενίσχυσης του πυραυλικού προγράμματος είτε μέσω ενός πιο επιθετικού πυρηνικού «παιχνιδιού» στα όρια των διεθνών συνθηκών, όπως γράφουν οι Financial Times.

Ο Τραμπ, στο μήνυμά του για την επίθεση, έδειξε να μετακινείται από τη γλώσσα του «deal maker» στη ρητορική της «τιμωρίας», κατηγορώντας το Ιράν ότι «απλώς θέλει να ασκεί το κακό» και δηλώνοντας ότι «δεν μπορούμε να το ανεχθούμε άλλο». Η απότομη αυτή στροφή, με φόντο ένα ήδη φλεγόμενο γεωπολιτικό τοπίο στη Μέση Ανατολή, επαναφέρει τον φόβο ότι η σύγκρουση Τραμπ – Ιράν μπορεί να εκτροχιάσει τις εύθραυστες ισορροπίες στην περιοχή και να βυθίσει τον κόσμο σε έναν νέο, απρόβλεπτο κύκλο έντασης