Μια ιδιαίτερα ανησυχητική μελέτη αποκαλύπτει με ακρίβεια τον αριθμό των ανθρώπων που ενδέχεται να χάσουν τη ζωή τους έως το 2050, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα για τον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής, αναδεικνύοντας τις σοβαρές επιπτώσεις της ανόδου της θερμοκρασίας στην ανθρώπινη υγεία και την καθημερινή δραστηριότητα.

Ερευνητές από το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αργεντινής επιχείρησαν να κατανοήσουν πώς η αύξηση της θερμοκρασίας επηρεάζει τη φυσική δραστηριότητα και, κατ’ επέκταση, τους πρόωρους θανάτους. Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε δεδομένα από 156 χώρες για την περίοδο 2000 έως 2022 και τα χρησιμοποίησε για να προβλέψει την εξέλιξη της κατάστασης τις επόμενες δεκαετίες.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, έως το 2050 κάθε επιπλέον μήνας με μέση θερμοκρασία άνω των 27,8°C αναμένεται να αυξάνει τη φυσική αδράνεια κατά 1,5% σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε 470.000 έως 700.000 επιπλέον πρόωρους θανάτους κάθε χρόνο, ενώ παράλληλα εκτιμάται ότι θα προκαλέσει απώλειες παραγωγικότητας έως και 3,68 δισεκατομμύρια δολάρια.

Με βάση τα αποτελέσματα, οι επιστήμονες τονίζουν την ανάγκη για άμεση δράση, επισημαίνοντας ότι «η αύξηση της θερμοκρασίας αναμένεται να ενισχύσει τη συχνότητα της φυσικής αδράνειας, οδηγώντας σε επιπλέον πρόωρους θανάτους και απώλειες παραγωγικότητας, ιδιαίτερα στις τροπικές περιοχές». Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι «η προτεραιοποίηση αστικού σχεδιασμού προσαρμοσμένου στη ζέστη, οι επιδοτούμενες εγκαταστάσεις άσκησης με ελεγχόμενο κλίμα και η στοχευμένη ενημέρωση για τους κινδύνους της θερμότητας είναι απαραίτητες για τον μετριασμό αυτών των αναδυόμενων υγειονομικών και οικονομικών επιβαρύνσεων, σε συνδυασμό με φιλόδοξες μειώσεις εκπομπών».

Η κλιματική αλλαγή καθιστά τον πλανήτη ολοένα και θερμότερο, με τα τελευταία τρία χρόνια να καταγράφονται ως τα θερμότερα στην ιστορία. Ως αποτέλεσμα, η άσκηση σε πολλές περιοχές του κόσμου γίνεται όλο και πιο δύσκολη, επηρεάζοντας άμεσα τη δημόσια υγεία.

Στη μελέτη τους, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Global Health, οι ερευνητές με επικεφαλής τον Κρίστιαν Γκαρσία-Βιτούλσκι εξηγούν ότι «η έκθεση στη θερμότητα επιβάλλει φυσιολογικούς περιορισμούς μέσω αυξημένης καρδιαγγειακής καταπόνησης και εντονότερης αντιλαμβανόμενης κόπωσης, δημιουργώντας σημαντικά εμπόδια στη σωματική δραστηριότητα σε εξωτερικούς χώρους».

Τα αποτελέσματα της ανάλυσης σκιαγραφούν ένα ιδιαίτερα δυσοίωνο μέλλον, ειδικά για τις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Μέχρι το 2050, κάθε επιπλέον μήνας με θερμοκρασίες άνω των 27,8°C αναμένεται να αυξήσει τη φυσική αδράνεια κατά 1,85% στις χώρες αυτές, ενώ δεν διαπιστώνεται σαφής επίδραση στις χώρες υψηλού εισοδήματος.

Οι μεγαλύτερες αυξήσεις στη φυσική αδράνεια προβλέπεται να καταγραφούν σε θερμότερες περιοχές, όπως η Κεντρική Αμερική, η Καραϊβική, η Ανατολική Υποσαχάρια Αφρική και η Ισημερινή Νοτιοανατολική Ασία, όπου η αδράνεια μπορεί να αυξηθεί έως και κατά 4% για κάθε μήνα με θερμοκρασίες πάνω από το συγκεκριμένο όριο.

Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι «οι επιπτώσεις για την παγκόσμια υγεία είναι άμεσες», τονίζοντας ότι χωρίς ισχυρότερα μέτρα περιορισμού της κλιματικής αλλαγής, η άνοδος της θερμοκρασίας ενδέχεται να υπονομεύσει ή ακόμα και να αναστρέψει σημαντικό μέρος του στόχου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για μείωση της παγκόσμιας φυσικής αδράνειας κατά 15% έως το 2030, ενώ ταυτόχρονα θα επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη λόγω της μείωσης της παραγωγικότητας των εργαζομένων εξαιτίας της ζέστης.

Τέλος, σύμφωνα με την Daily Mail, η μελέτη προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για τον περιορισμό των επιπτώσεων, όπως η ενσωμάτωση μηνυμάτων για τον κίνδυνο της θερμότητας στις οδηγίες άσκησης και η χρηματοδότηση υποδομών άσκησης με ελεγχόμενη θερμοκρασία. Όπως καταλήγουν οι ερευνητές, «η αντιμετώπιση της φυσικής δραστηριότητας ως ανάγκης που επηρεάζεται από το κλίμα και όχι ως προαιρετικής επιλογής τρόπου ζωής θα είναι καθοριστική για την αποτροπή μιας μετάβασης σε καθιστική ζωή λόγω της ζέστης, καθώς και της επακόλουθης αύξησης των καρδιομεταβολικών νοσημάτων και των οικονομικών απωλειών».