Οι Locomondo 23 χρόνια τώρα δεν σταματούν να μας συγκινούν και να μας ξεσηκώνουν με την ίδια ένταση, όπως την πρώτη φορά. Και μπορεί θεωρητικά να είναι ένα συγκρότημα της δικής μου γενιάς, όμως, στην πραγματικότητα είναι ένα συγκρότημα όλων των γενεών, ηλικιών και «φυλών» που ακούνε μουσική.
Είναι όμως και το συγκρότημα που πια έχει γίνει συνώνυμο του καλοκαιριού και, όχι τυχαία, όλοι συμφωνούν πως «καλοκαίρι χωρίς Locomondo» δεν γίνεται. Και πιο συγκεκριμένα, δεν γίνεται χωρίς συναυλία τους. Αν μία φορά τους έχετε δει από κοντά, καταλαβαίνετε ακριβώς τι εννοώ. Και αν δεν τους έχετε δει, φέτος το καλοκαίρι έχετε την ευκαιρία να μπείτε και εσείς στον «τρελό κόσμο» τους είτε με ένα…. μαγικό χαλί, είτε παρακολουθώντας ένα από τα live τους.
Η αρχή γίνεται από την Τεχνόπολη, όπου και φέτος στις 24 Ιουνίου, το αγαπημένο συγκρότημα δίνει το καθιερωμένο ραντεβού του με το κοινό σε μια βραδιά που θα είναι ένα ατελείωτο πάρτι. Με αφορμή τη συναυλία στην Τεχνόπολη, ο Μάρκος Κούμαρης μίλησε στο Newsbast και στην κουβέντα που είχαμε μας εξήγησε πώς είναι να απευθύνεσαι σε ένα κοινό που πιάνει όλες τις ηλικίες -από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο-, ποιο είναι το μυστικό που παραμένουν ενωμένοι μετά από τόσα χρόνια, ενώ μας αποκάλυψε και τις ιστορίες πίσω από τις μεγάλες επιτυχίες τους, των οποίων οι στίχοι έγιναν viral, όπως το «Απ’ το σπίτι δεν θα βγω, πίνω μπάφους και παίζω pro».
– Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα, αλλά φέτος, έκανε… Μετά από καιρό, καταλάβαμε χειμώνα. Εσείς έχετε καταλάβει πώς αυτό το τραγούδι έγινε το πιο αναγνωρίσιμο του συγκροτήματος και δεν υπάρχει κανείς -από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο- που να μην το γνωρίζει; Και ο συγκεκριμένος στίχος είναι και από τους πιο viral ελληνικούς.
Πράγματι, η φράση είναι ίσως πιο γνωστή κι από το ίδιο το γκρουπ. Ο καλός καιρός λειτουργεί αλληγορικά σαν σύμβολο της ευλογίας που έχουν οι άνθρωποι στις ζωές τους, αλλά τις αγνοούνε και αντ’ αυτού τείνουν να επικεντρώνονται στα αρνητικά και στην κριτική. Πλέον στις συναυλίες μας το «Δεν κάνει κρύο στην Ελλάδα» αποτελεί το εναρκτήριο σύνθημα, μια έκρηξη αγάπης και ενέργειας κατά τη συνάντηση μπάντας και κοινού.
– Οι Locomondo, πάντως, είναι πια συνώνυμο του καλοκαιριού. Και για να είμαι ειλικρινής, καλοκαίρι χωρίς συναυλία σας δεν γίνεται. Είναι κάτι που έτυχε ή σας αρέσουν περισσότερα τα καλοκαιρινά live, οπότε πέτυχε;
Ο ρυθμός και οι μελωδίες που χρησιμοποιούμε στα τραγούδια μας έχουν συνδεθεί με το καλοκαίρι, ίσως επειδή οι ρίζες αυτής της μουσικής βρίσκονται σε τροπικές χώρες όπως η Τζαμάικα και η Κούβα.
Με τα χρόνια καθιερώθηκε μια φράση που ακούμε συχνά: «Καλοκαίρι χωρίς Locomondo δεν έχει». Έτσι ξεκινάμε και αυτό το καλοκαίρι για 23η χρονιά μια πλούσια συναυλιακή σεζόν.

– Στις συναυλίες σας το κοινό είναι ετερόκλητο: όλων των ηλικιών και όλων των «φυλών» που γίνονται ένα. Αυτό πώς το έχετε καταφέρει; Και πώς είναι για ένα συγκρότημα, όταν δεν απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο κοινό;
Το να μπορείς να απευθύνεσαι σε όλους τους ανθρώπους είναι μεγάλη χαρά. Προσπαθούμε να υπάρχει κάτι για τον καθένα να απολαύσει κατά τη διάρκεια του προγράμματος. Κάτι για τον έφηβο, κάτι για τους γονείς του, κάτι για τον παππού και κάτι για το εγγονάκι. Τους σεβόμαστε και τους αγαπάμε όλους. Κι αυτό ολοκληρώνεται, όπως είπες, αν γίνουμε όλοι ένα.
– Ως Locomondo μετράτε 23 χρόνια και είστε ένα από τα μακροβιότερα ενεργά συγκροτήματα στην Ελλάδα. Είναι εύκολο αυτό που έχετε πετύχει μέχρι τώρα; Και ποιο είναι το μυστικό να παραμείνει μια μπάντα ενωμένη, με τόσες επιτυχίες, σε έναν χώρο ανταγωνιστικό που -κακά τα ψέματα- υπάρχουν και οι προσωπικές φιλοδοξίες;
Τα περισσότερα συγκροτήματα διαλύονται στην 3ετία ή αντιμετωπίζουν τις πρώτες σημαντικές τριβές όταν περάσουν από μια σχετική αφάνεια σε μια μεγάλη αναγνώριση. Εμείς είχαμε την τύχη να παίζουμε ήδη πολλά χρόνια μαζί όταν μας βρήκε η «επιτυχία». Επίσης, ήμασταν ήδη αρκετά μεγάλοι σε ηλικία και κατασταλαγμένοι σχετικά με το τι θέλουμε. Μπορεί εξωτερικά το πρότζεκτ να φαντάζει «χύμα», όμως στην πραγματικότητα υπάρχει μια αφοσίωση από όλους και μια έμφυτη πειθαρχία. Το σημαντικό είναι ότι προς το παρόν η φιλία μας αποδείχτηκε πιο δυνατή από τα προβλήματα που προκύπτουν. Ίσως να είναι και αυτό κάτι που κάνει τις μακρόβιες μπάντες ιδιαίτερα αγαπητές στο κοινό. Να βλέπει δηλαδή σε αυτές ο κόσμος μια ελπίδα ότι το ανθρώπινο είδος είναι ακόμη σε θέση να πετύχει πράγματα συλλογικά και όχι μόνο ατομικά.
– Το 2005 και προτού γίνουν μόδα οι διασκευές, εσείς διασκευάσατε τη Φραγκοσυριανή του Βαμβακάρη. Ήταν κάτι τολμηρό για εκείνη την εποχή; Και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη διασκευή;
Τότε τη «λίθινη» εποχή πριν από την επέλαση των social media ήμασταν ιδιαίτερα πειραματική μπάντα. Οι συναυλίες μας σε μικρούς χώρους όπως το After Dark και το Αλάβαστρον είχαν το στοιχείο της έκπληξης. Δεν υπήρχε πρόγραμμα και ένα μεγάλο μέρος του είχε αυτοσχεδιασμούς μουσικούς, στιλιστικούς και στιχουργικούς. (Εννοείται πως ό,τι γινόταν εκεί έμενε εκεί, δηλαδή δεν ανέβαινε την άλλη μέρα ένα βιντεάκι στο διαδίκτυο.) Ένας από αυτούς τους πειραματισμούς ήταν και η ρέγκε διασκευή της Φραγκοσυριανής που έφτασε στα αυτιά της εταιρείας μας και αυτή μας παρακίνησε να το κυκλοφορήσουμε, κάτι που έγινε χάρη στην πολύ θετική ανταπόκριση του αγαπημένου μας, Στέλιου Βαμβακάρη, και της οικογένειας του πατέρα του. Μια ακόμα ιδιαιτερότητα ήταν ότι μέρος του τραγουδιού ηχογραφήθηκε στην Τζαμάικα έχοντας στην παρέα μουσικούς του μεγάλου Bob Marley.
– Πάντως, και δεν είναι υπερβολή αυτό, με τη συγκεκριμένη διασκευή συστήσατε κατά κάποιον τρόπο το ρεμπέτικο στις νεότερες γενιές.
Το ρεμπέτικο πάντα έβρισκε έκφραση στη νεολαία. Κι εγώ το αγάπησα και είχα παίξει και ακούσει πολύ στα φοιτητικά μου χρόνια. Ίσως πράγματι τέλη του ’90 / αρχές 2000 να υπήρχε μια μικρή κάμψη στο ενδιαφέρον για αυτή τη μουσική. Ήταν η εποχή που είχε εμφανιστεί η ηλεκτρονική μουσική και ένα μέρος των νέων είχε αποστραφεί κάπως τα «παλιά» ακούσματα. Από την άλλη, την ίδια εποχή ξεκινούσε από τη Λατινική Αμερική το ρεύμα Mestizo με πιο χαρακτηριστικό εκφραστή τον Manu Chao, ένα μουσικό κράμα που ανακάλυπτε και χρησιμοποιούσε πάλι παραδοσιακά ακούσματα και τα συνδύαζε με το ροκ, το πανκ, το σκα και τη ρέγκε. Έτσι, και στο δικό μου κεφάλι κάποια δικά μας παραδοσιακά κομμάτια θα μπορούσαν να αποδοθούν με διαφορετικό τρόπο.

– Οι περισσότεροι στίχοι των τραγουδιών σας, έχουν γίνει viral, όπως το περίφημο «Απ’ το σπίτι δεν θα βγω, πίνω μπάφους και παίζω pro». Αλήθεια, όταν κυκλοφόρησε το τραγούδι, σκεφτήκατε ότι ο συγκεκριμένος στίχος μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις;
Κάποιοι λένε ότι το συγκεκριμένο κόμματι ήταν το πρώτο viral κομμάτι στην Ελλάδα, γιατί για πρώτη φορά έγινε γνωστό από το Youtube πριν ακόμα κυκλοφορήσει. Και δεν κυκλοφόρησε παρά 3 χρόνια μετά. Για την ακρίβεια δεν θέλαμε να κυκλοφορήσει, λόγω του κινδύνου παρανόησης του μηνύματος.
Επίσης, δεν το παίξαμε ούτε ζωντανά στις συναυλίες μας εκείνη τη χρονιά για να αποφύγουμε το κοινό που ερχόταν μόνο για να ακούσει αυτό. «Μια περιγραφή, όχι μια προτροπή» είναι η χαρακτηριστική φράση που το συνοδεύει σε κάθε ζωντανή ερμηνεία.
– Επειδή είμαι παιδί της δεκαετίας του ’80, το «80s» είναι το αγαπημένο μου. Αλήθεια, αυτό είναι ένα βιωματικό τραγούδι;
100%. Είναι η προσπάθεια να περιγραφεί η σύγχυση στο μυαλό του σημερινού 40άρη / 50άρη να διαχειριστεί τις καταιγιστικές αλλαγές που έλαβαν χώρα τα τελευταία χρόνια σε όλους τους τομείς της ζωής.
– Η δική μας η γενιά είναι σαν γέφυρα που ενώνει δύο εποχές;
Σίγουρα είναι. Ο δικός μου πατέρας είχε γεννηθεί το 1920 κι εγώ καλούμαι να επικοινωνήσω με παιδιά που έχουν γεννηθεί έναν αιώνα αργότερα. Στο τραγούδι προσπαθεί να αποδοθεί αυτό το σπαγκάτο με χιουμοριστικό αλλά και συγκινητικό τρόπο.
– Εκτός σκηνής, νιώθεις λίγο boomer, όταν ακούς να μιλάνε τα σημερινά παιδιά, που εκτός από το pro έχουν και το «bro», αγόρια – κορίτσια;
Και νιώθω και είμαι (γέλια). Ευτυχώς, έχω τη 12χρονη κόρη μου να με συμβουλεύει τα τελευταία χρόνια.
– Οι Locomondo, πάντως, είναι μια γέφυρα που ενώνει τις γενιές στις συναυλίες της, το είδαμε και πέρυσι στην Τεχνόπολη, στην οποία επιστρέφετε στις 24 Ιουνίου. Είναι το σταθερό καλοκαιρινό σας ραντεβού με τον κόσμο;
Όπως συνήθως ξεκινάμε την καλοκαιρινή μας περιοδεία από την Αθήνα, παίζουμε όλο το καλοκαίρι σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, στην Κύπρο και στο εξωτερικό και καταλήγουμε πάλι στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο. Η έναρξη της περιοδείας θα είναι όντως στις 24 Ιουνίου στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων με πολλή όρεξη και αρκετές εκπλήξεις στο τσεπάκι.

– Μέσα σε αυτές τις δύο δεκαετίες, ποια ή ποιες στιγμές θεωρείς ως τις πιο ξεχωριστές που έζησες με τους Locomondo. Και αν υπήρξε κάποια στιγμή που απογοητεύτηκες κι έκανες δεύτερες σκέψεις.
Αν κάποτε σταματήσει το γκρουπ, θα μου λείψουν τα ταξίδια με το πούλμαν, αλλά και η επαφή με το κοινό κατά τη διάρκεια της συναυλίας. Όταν είχαμε πιάσει τη δεκαετία, σκεφτήκαμε μήπως σταματήσουμε, αλλά όπως αποδεικνύεται κάτι τέτοιο δεν έγινε.
Ταυτότητα συναυλίας
Opening Act: KAPTEN
Οι Locomondo είναι:
Μάρκος Κούμαρης – Φωνή, κιθάρα
Γιάννης Βαρνάβας – Κιθάρα, φωνή
Σταμάτης Γούλας – Πλήκτρα, sampler, φωνή
Σπύρος Μπεσδέκης – Μπάσο
Στρατής – Άγγελος Σούντρης – Τύμπανα
Χρήστος Καλαϊτζόπουλος – Ακορντεόν, τραγούδι
Τα πνευστά των Locomondo είναι οι:
Νίκος «Tattoo» Βλάχος – Τρομπέτα, φωνή
Θάνος Τσακιλτζίδης – Σαξόφωνο
Παναγιώτης Καπετανάκης – Τρομπέτα
Ηχολήπτες: Θανάσης Ταμπάκης, Γιώργος Φραγκέλης
Φωτιστής: Κώστας Μαργκάς
Τιμές εισιτηρίων:
Early Bird (για περιορισμένο χρονικό διάστημα και αριθμό εισιτηρίων): 12€
Προπώληση: 15€ | Ταμείο: 17€
Παιδικό (για παιδιά 7 έως 12 ετών): 10€
Προπώληση εισιτηρίων: more.com
Πότε: Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026
Διάρκεια: 150 λεπτά
Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων
Πειραιώς 100 & Περσεφόνης, Γκάζι