Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Η Μάκο Νισιμούρα πέρασε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μέσα στον σκοτεινό κόσμο της ιαπωνικής μαφίας, χωρίς, όπως η ίδια έλεγε, να χάσει ποτέ καβγά. Παρά το μικρόσωμο παρουσιαστικό της, θεωρείται πιθανότατα η μοναδική γυναίκα που έγινε πλήρες μέλος της yakuza, της αυστηρά οργανωμένης και βίαιης ιαπωνικής εγκληματικής οργάνωσης, σε έναν κόσμο που κυριαρχείται σχεδόν αποκλειστικά από άνδρες.

Η Νισιμούρα θυμόταν με απόλυτη ψυχραιμία την πρώτη φορά που τράβηξε την προσοχή της yakuza, το 1986, όταν ήταν μόλις 19 ετών, δραπέτις από το σπίτι της και πρώην κρατούμενη σε αναμορφωτήριο ανηλίκων. Ζούσε τότε στην πόλη Γκίφου, κοντά στη Ναγκόγια, όταν μία φίλη της, η Άγια, της τηλεφώνησε ζητώντας βοήθεια. Η έγκυος γυναίκα δεχόταν επίθεση από πέντε άνδρες. Η Νισιμούρα άρπαξε ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ, έτρεξε στο σημείο και, όταν ένας από τους άνδρες κλότσησε την Άγια στην κοιλιά, φώναξε στη φίλη της να φύγει και επιτέθηκε στους δράστες.

Όταν η αστυνομία έφτασε, οι άνδρες ήταν αιμόφυρτοι και η Νισιμούρα είχε εξαφανιστεί. Κρύφτηκε στο Τόκιο και, όταν επέστρεψε στο Γκίφου δύο εβδομάδες αργότερα, την πλησίασε μέλος της Inagawa-kai, μίας από τις μεγαλύτερες εγκληματικές οργανώσεις της Ιαπωνίας, προτείνοντάς της να ενταχθεί στην οργάνωση. Εκείνη ανήκε ήδη στη συμμορία μοτοσικλετιστών Worst, η οποία συμμετείχε σε ληστείες και παράνομους αγώνες δρόμου φορώντας λευκές φόρμες που θύμιζαν πιλότους καμικάζι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η νεαρή τότε Νισιμούρα είχε ήδη αρχίσει να εμπλέκεται στο σοβαρό έγκλημα, διακινώντας γυναίκες στην πορνεία, εκβιάζοντας επιχειρήσεις και πουλώντας, αλλά και καταναλώνοντας, μεγάλες ποσότητες μεθαμφεταμίνης, σύμφωνα με τον Guardian. Παρότι απέρριψε αρχικά την πρόταση της Inagawa-kai, η ζωή των yakuza τη γοήτευε, καθώς πρόσφερε σεβασμό, προστασία και πάνω απ’ όλα μεγάλα χρηματικά κέρδη.

Λίγες ημέρες αργότερα γνώρισε τον Ριοτσί Σουγκίνο, επικεφαλής παραρτήματος μεγάλης yakuza οργάνωσης στην περιοχή του Γκίφου. Παρά το γεγονός ότι ήταν καταδικασμένος δολοφόνος, η Νισιμούρα τον περιέγραφε ως χαρισματικό και σχεδόν πατρική φιγούρα. Σε ηλικία 20 ετών συμμετείχε στην τελετή sakazuki, πίνοντας σάκε με ανώτερο στέλεχος της οργάνωσης, τελετουργία που επισημοποιούσε την ένταξή της στους yakuza και τη διά βίου αφοσίωσή της στον Σουγκίνο.

Παρότι αρκετοί άνδρες την κορόιδευαν επειδή ήταν γυναίκα, αναγνώριζαν παράλληλα τα μεγάλα κέρδη που έφερνε στην οργάνωση μέσω της διακίνησης ναρκωτικών και της εκμετάλλευσης γυναικών. Εκείνη την εποχή οι yakuza βρίσκονταν στο απόγειο της δύναμής τους. Σε αντίθεση με πολλές εγκληματικές οργανώσεις παγκοσμίως, οι yakuza δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους περιθωριακούς. Είχαν μακροχρόνιους δεσμούς με το ιαπωνικό κράτος, ενώ επικαλούνταν ακόμα και ιστορικές συνδέσεις με τους σαμουράι της φεουδαρχικής Ιαπωνίας.

Τη δεκαετία του 1980 οι yakuza δεν περιορίζονταν στη διακίνηση όπλων, ναρκωτικών και γυναικών. Διαχειρίζονταν καζίνο, γήπεδα γκολφ, ουρανοξύστες, ενώ εκβίαζαν εισηγμένες εταιρείες απειλώντας να διαταράξουν τη λειτουργία τους. Οι μεγαλύτερες οργανώσεις διέθεταν περιουσίες εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων και δραστηριοποιούνταν από τη Χαβάη μέχρι την πόλη Χο Τσι Μινχ.

Η Νισιμούρα μεγάλωσε διαβάζοντας ιστορίες για τους yakuza και επηρεάστηκε βαθιά από τις κινηματογραφικές απεικονίσεις τους από αστέρες όπως ο Κεν Τακακούρα και ο Μπούντα Σουγκαουάρα. Για εκείνη, οι yakuza συμβόλιζαν την αντίσταση απέναντι στην εξουσία και ιδιαίτερα απέναντι στον αυστηρό πατέρα της, έναν δημόσιο υπάλληλο που, όπως θυμόταν, τιμωρούσε τα παιδιά του με ξυλοδαρμούς και εξευτελισμούς.

Σε ηλικία 14 ετών μπήκε σε παρέες νεαρών παραβατικών, άρχισε να καπνίζει και να κάνει κοπάνες από το σχολείο. Όταν έβαψε ξανθά τα μαλλιά της, ο πατέρας της αντέδρασε ξυρίζοντάς της το κεφάλι. Από εκείνη τη στιγμή η Νισιμούρα άρχισε να το σκάει συστηματικά από το σπίτι, κοιμόταν σε αυτοκίνητα ή κάτω από στέγες ναών και άλλαξε το όνομά της σε Μάκο, που σημαίνει «παιδί του διαβόλου». Παράλληλα ξεκίνησε να καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το σώμα της με τατουάζ, πολλά από τα οποία έκανε μόνη της.

Στα 17 της, μετά από κράτηση για κατοχή ναρκωτικών, εντάχθηκε επίσημα στους Worst, μία από τις γνωστές συμμορίες bōsōzoku της Ιαπωνίας. Οι yakuza στρατολογούσαν συχνά μέλη από αυτές τις συμμορίες και έτσι η Νισιμούρα μπήκε γρήγορα στο στόχαστρο υψηλόβαθμων μαφιόζων, που την οδήγησαν τελικά στον Σουγκίνο.

Η μητέρα της, Χιρόκο, όταν έμαθε ότι η κόρη της είχε γίνει μέλος των yakuza, επισκέφθηκε τα γραφεία της οργάνωσης στο Γκίφου και παρακάλεσε τον Σουγκίνο να προσέχει την κόρη της. Η Νισιμούρα, ωστόσο, ένιωθε ότι είχε βρει μία δεύτερη οικογένεια που την αποδεχόταν πραγματικά.

Τα πρώτα χρόνια στους Sugino-gumi τα πέρασε εκτελώντας καθημερινές δουλειές, από μαγείρεμα και καθαριότητα μέχρι τη φροντίδα των σκύλων του αρχηγού. Παράλληλα εκπαιδευόταν στον εκβιασμό επιχειρήσεων και στην αναγνώριση διεφθαρμένων αστυνομικών και πολιτικών. Με τα χρήματα από τα ναρκωτικά δημιούργησε υπηρεσία σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών και επένδυσε τα κέρδη σε μηχανές τυχερών παιχνιδιών.

Ένα από τα πιο κερδοφόρα πεδία δράσης των yakuza ήταν η βιομηχανία του σεξ. Η Νισιμούρα μετέφερε γυναίκες στο νησί Ουατακάνο, γνωστό ως «Νησί της Πορνείας». Σύμφωνα με όσα περιγράφει στα απομνημονεύματά της, εντόπιζε γυναίκες με οικονομικά προβλήματα ή εξαρτήσεις και τις παρέδιδε σε κυκλώματα εκμετάλλευσης.

Σε μία περίπτωση, όταν μία νεαρή εξαρτημένη γυναίκα ονόματι Ρέικο προσπάθησε να διαφύγει, η Νισιμούρα την εντόπισε στην Οσάκα, πλήρωσε yakuza για να την απαγάγουν ξανά και την επέστρεψε στο Γκίφου μέσα στη Mercedes της, φορτώνοντάς της επιπλέον χρέη για μετακινήσεις, φαγητό και ναρκωτικά. Στη συνέχεια την παρέδωσε σε yakuza του Ουατακάνο. Χρόνια αργότερα, όταν συνάντησε ξανά τη Ρέικο, η γυναίκα δεν την αναγνώριζε καν. Η Νισιμούρα παραδέχτηκε τον ρόλο της στην καταστροφή της ζωής της, όμως τόνισε ότι μέσα στον κόσμο των yakuza τέτοιες πράξεις θεωρούνταν απαραίτητες για την άνοδο στην ιεραρχία.

Παρά τη φήμη της για σκληρότητα, η προσωπική της ζωή κατέρρεε. Η μεθαμφεταμίνη έγινε βασικό κομμάτι της καθημερινότητάς της, παρά το γεγονός ότι η οργάνωση απαγόρευε τη χρήση ναρκωτικών. Όταν ο Σουγκίνο ανακάλυψε την εξάρτηση μελών της ομάδας, απαίτησε από τη Νισιμούρα να απολογηθεί με τον παραδοσιακό τρόπο των yakuza: κόβοντας το μικρό δάχτυλο του χεριού της.

Η ίδια περιέγραφε με απόλυτη ψυχραιμία πώς τοποθέτησε το δάχτυλό της ανάμεσα σε κοντό σπαθί και το έδαφος, πατώντας τη λεπίδα μέχρι να το κόψει. Στη συνέχεια πήγε στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί περιποιήθηκαν το τραύμα και επέστρεψε στα γραφεία της συμμορίας παραδίδοντας το κομμένο δάχτυλο στον αρχηγό της.

Το 1990, μετά την αποφυλάκισή της για κατοχή μεθαμφεταμίνης, έγινε υποδοχή από μέλη των yakuza με ειδική τελετή και μεγάλο χρηματικό ποσό. Ωστόσο, η ψυχική και σωματική της κατάσταση επιδεινωνόταν. Η εξάρτηση από τα ναρκωτικά την έκανε παρανοϊκή, ενώ υπέφερε από παραισθήσεις και ψυχολογική κατάρρευση.

Την ίδια περίοδο οι yakuza άρχισαν να χάνουν την κοινωνική και οικονομική ισχύ τους. Η ιαπωνική κοινωνία στράφηκε εναντίον τους μετά από σειρά σκανδάλων που αποκάλυψαν τη διαφθορά και τις στενές σχέσεις τους με πολιτικούς και επιχειρηματίες. Το 1992 θεσπίστηκε αυστηρή αντι-yakuza νομοθεσία, αντίστοιχη του αμερικανικού νόμου Rico, που επέτρεπε στις Αρχές να χαρακτηρίζουν τις οργανώσεις ως «βίαιες ομάδες» και να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία.

Το 1995 η Νισιμούρα γνώρισε μέλος αντίπαλης συμμορίας και ξεκίνησε σχέση μαζί του. Όταν έμεινε έγκυος, αποφάσισε να κόψει οριστικά τη μεθαμφεταμίνη και να απομακρυνθεί από τους Sugino-gumi. Η μητέρα της, Χιρόκο, άρχισε ξανά να τη στηρίζει, ενώ η ίδια πίστευε ότι το παιδί θα αποτελούσε μία μορφή εξιλέωσης για τον πόνο που είχε προκαλέσει στην οικογένειά της.

Παρότι προσπάθησε να ζήσει μία φυσιολογική ζωή, η Νισιμούρα δυσκολευόταν να βρει νόμιμη εργασία. Τα τατουάζ και το κομμένο δάχτυλό της προκαλούσαν φόβο και καχυποψία στους εργοδότες. Έτσι επέστρεψε ξανά στο έγκλημα, διαχειριζόμενη οίκους μασάζ και διακινώντας μεθαμφεταμίνη από το Τόκιο.

Το 2014 νοσηλεύτηκε έπειτα από υπερβολική χρήση ηρεμιστικών χαπιών, ενώ αργότερα διαπίστωσε ότι οι παλιοί της συνεργάτες είχαν πλέον καταφύγει σε διαδικτυακές απάτες και οικονομικές απάτες εις βάρος ηλικιωμένων, κάτι που η ίδια θεωρούσε εξευτελιστικό για τις «Αρχές» των yakuza. Τότε αποφάσισε να αποχωρήσει οριστικά από τον κόσμο της μαφίας.

Η παρακμή των yakuza επιταχύνθηκε μετά το 2011, όταν η ιαπωνική κυβέρνηση απαγόρευσε κάθε οικονομική συναλλαγή μαζί τους. Τα μέλη των οργανώσεων δεν μπορούσαν πλέον να ανοίξουν τραπεζικούς λογαριασμούς, να αγοράσουν οχήματα ή ακόμα και να αποκτήσουν κάρτες SIM κινητής τηλεφωνίας. Οι παραδοσιακές οργανώσεις έχασαν έδαφος από μικρότερες, ευέλικτες εγκληματικές ομάδες που δραστηριοποιούνται κυρίως μέσω διαδικτύου.

Το 2020 η Νισιμούρα γνώρισε τον Σατόρου Τακεγκάκι, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος των Yamaguchi-gumi, ο οποίος είχε δημιουργήσει την οργάνωση Gojinkai για την υποστήριξη πρώην yakuza που επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν το οργανωμένο έγκλημα. Μέσα από τη συνεργασία τους, η Νισιμούρα βρήκε έναν νέο σκοπό ζωής, βοηθώντας πρώην μέλη συμμοριών να βρουν στέγη, εργασία και θεραπεία απεξάρτησης.

Παρά τις προσπάθειες επανένταξης, η οικονομική της κατάσταση παρέμενε δύσκολη και οι σχέσεις με τους δύο γιους της ήταν περιορισμένες. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια κατάφερε να επανασυνδεθεί με τη μητέρα και τον αδελφό της, έπειτα από δεκαετίες αποξένωσης. Η συγκινητική επανένωση πραγματοποιήθηκε στο Γκίφου, όπου η οικογένεια συναντήθηκε ξανά και συζήτησε για πρώτη φορά ανοιχτά το τραυματικό παρελθόν της.

Η Χιρόκο, πλέον ηλικιωμένη, ξέσπασε σε δάκρυα περιγράφοντας πόσο της είχε λείψει η κόρη της όλα αυτά τα χρόνια. Η ίδια η Νισιμούρα παραδέχτηκε ότι πλέον έχει καταλάβει πόσο σημαντική είναι η οικογένεια. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι ίσως το γεγονός πως ήταν γυναίκα τη βοήθησε να επιβιώσει σε έναν κόσμο όπου οι περισσότεροι άνδρες θα είχαν ήδη δολοφονηθεί.

«Αν ήμουν άνδρας», είπε χαρακτηριστικά, «θα με είχαν σκοτώσει ήδη».