Κάθε ολοκληρωμένο σχέδιο για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών ξεκινά από την ύπαρξη ενός επαρκούς εθνικού συστήματος για την αξιολόγηση του κινδύνου πυρκαγιάς. Η Πολιτική Προστασία της Ελλάδας είναι ο αρμόδιος φορέας για το παραπάνω, εκδίδοντας το γνωστό στους περισσότερους ημερήσιο χάρτη πρόγνωσης κινδύνου πυρκαγιάς. Αρκεί η έκδοση του συγκεκριμένου χάρτη ώστε να θεωρήσουμε ότι η χώρα μας είναι έτοιμη;

Θα επιχειρήσω να απαντήσω το ερώτημα αυτό, παραθέτοντας τους 4 βασικούς άξονες ενός ολοκληρωμένου εθνικού συστήματος αξιολόγησης κινδύνου πυρκαγιάς, όπως αυτοί έχουν καθοριστεί με βάση την πολύχρονη και αδιαμφισβήτητη εμπειρία των Καναδών.

Άξονας 1: Έρευνα

Για την υλοποίηση και τη λειτουργία ενός ολοκληρωμένου εθνικού συστήματος αξιολόγησης κινδύνου πυρκαγιάς είναι απαραίτητη η υιοθέτηση ενός διαρκούς επιστημονικού προγράμματος που θα στοχεύει στη μελέτη και την περιγραφή των σχέσεων μεταξύ των πυρομετεωρολογικών συνθηκών, της καύσιμης ύλης (τύπος και κατάσταση), και της τοπογραφίας με την εκδήλωση, τη συμπεριφορά, και τις επιπτώσεις των δασικών πυρκαγιών.

Φωτιές στην Ελλάδα

Στο βαθμό που μπορώ να γνωρίζω, το ισχύων στην Ελλάδα σύστημα για την αξιολόγηση του κινδύνου πυρκαγιάς στερείται επιστημονικής θεμελίωσης και τεκμηρίωσης. Παραμένει ένα αδιαφανές σύστημα που βασίζεται κύρια στην εμπειρία μίας κλειστής ομάδας σύνταξης, γεγονός που δυσχεραίνει την μεταφορά του μηνύματος του τελικού προϊόντος (χάρτης πρόγνωσης κινδύνου) τόσο προς τους αρμόδιους επιχειρησιακούς φορείς (π.χ., Πυροσβεστικό Σώμα), όσο και προς το κοινό. Επιπρόσθετα, η αδιαφάνεια του συστήματος υποβαθμίζει την ποιότητα και αξία της παρεχόμενης πληροφορίας. Για παράδειγμα, η κατηγορία κινδύνου 5 συνδέεται, με βάση την ομάδα σύνταξης του χάρτη, με μία κατάσταση όπου όσες δασικές πυρκαγιές εκδηλωθούν μπορούν γρήγορα να λάβουν διαστάσεις και να αναπτύξουν ακραία συμπεριφορά, καθιστώντας έτσι τον έλεγχο τους εξαιρετικά δύσκολο.

Αν και φαινομενικά χρήσιμη, η συγκεκριμένη πληροφορία θα είχε μεγαλύτερη επιχειρησιακή αξία εάν συνδεόταν με περισσότερο συγκεκριμένα στοιχεία για την αναμενόμενη συμπεριφορά των δασικών πυρκαγιών, όπως λόγου χάρη η ταχύτητα εξάπλωσης, το μήκος των φλογών, και η θερμική ένταση. Η παραπάνω σύνδεση μπορεί να γίνει μόνο εφόσον ένα σύστημα αξιολόγησης κινδύνου πυρκαγιάς βασίζεται σε διαρκή επιστημονική έρευνα και γνώση.

Άξονας 2: Πυρομετεωρολογική επιτήρηση

Η λειτουργία ενός εθνικού συστήματος αξιολόγησης κινδύνου πυρκαγιάς δεν περιορίζεται, όπως δυστυχώς συμβαίνει στην Ελλάδα, στην έκδοση ενός ημερήσιου χάρτη. Η ουσιαστική υποστήριξη του έργου διαχείρισης των δασικών πυρκαγιών απαιτεί την διαρκή παρακολούθηση, καταγραφή και διάχυση πληροφορίας σχετικά με τις επικρατούσες πυρομετεωρολογικές συνθήκες. Για παράδειγμα, η έκδοση του ημερήσιου χάρτη πρόγνωσης κινδύνου δεν έχει καμία επιχειρησιακή αξία στην περίπτωση που οι πυρομετεωρολογικές συνθήκες μεταβληθούν σε κάποια περιοχή, ανεβάζοντας (ή κατεβάζοντας) το επίπεδο κινδύνου που έχει ήδη δημοσιοποιηθεί μία ημέρα πριν. Επιπρόσθετα, η καταγραφή των πυρομετεωρολογικών συνθηκών, σε συνδυασμό με την καταγραφή δεδομένων για τη συμπεριφορά και την εξάπλωση των πυρκαγιών, μπορεί να συνεισφέρει τα μέγιστα στη διαρκή ανάπτυξη και βελτίωση ενός σύγχρονου συστήματος αξιολόγησης κινδύνου πυρκαγιάς.

Φωτιές

Άξονας 3: Διασύνδεση επιχειρησιακών και ερευνητικών φορέων

Επιχειρησιακοί και ερευνητικοί φορείς οφείλουν να συνεργάζονται και να επικοινωνούν μέσα από θεσμοθετημένα κανάλια επικοινωνίας. Σε κάθε άλλη περίπτωση, είναι αδύνατο η επιστημονική γνώση που παράγεται μέσα από την εκτέλεση έρευνας αιχμής να αξιοποιηθεί για την καλύτερη υποστήριξη ενός εθνικού συστήματος αξιολόγησης κινδύνου πυρκαγιάς. Στο συγκεκριμένο πεδίο, η Ελλάδα δυστυχώς πάσχει σημαντικά, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις, ερευνητικοί και επιχειρησιακοί φορείς παραμένουν αποκομμένοι ο ένας από τον άλλο. Θα πρέπει λοιπόν να καταστεί αντιληπτό ότι η έρευνα δε στοχεύει στην υποκατάσταση των επιχειρησιακών φορέων, αλλά στην ουσιαστική υποστήριξη του έργου τους.

Για παράδειγμα, γνωρίζω ότι στην Πορτογαλία, κατά τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου, ερευνητές/επιστήμονες και επιχειρησιακοί φορείς βρίσκονται, ακόμα και καθημερινά, στην ίδια αίθουσα ή το πεδίο. Μέσα από αυτή τη συνεργασία ωφελούνται και οι δύο πλευρές, μαθαίνοντας η μία από την άλλη. Κυριότερα όμως, η συνύπαρξη αυτή είναι απαραίτητη ώστε ο κάθε ερευνητής/επιστήμονας να μπορέσει να κατανοήσει σε βάθος τις επιχειρησιακές ανάγκες του εκάστοτε φορέα και ακολούθως να παράσχει ουσιαστικότερη υποστήριξη.

Άξονας 4: Μεταφορά τεχνογνωσίας

Η πληροφορία που παρέχει ένας ημερήσιος χάρτης πρόγνωσης κινδύνου πυρκαγιάς δεν έχει καμία αξία εάν οι εμπλεκόμενοι επιχειρησιακοί φορείς δε γνωρίζουν πώς να αξιοποιήσουν αυτή την πληροφορία. Για το σκοπό αυτό, απαιτείται η μεταφορά της τεχνογνωσίας πίσω από την παραγωγή του κάθε χάρτη στους φορείς εκείνους που καλούνται να οργανώσουν τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών σε επιχειρησιακή βάση. Στην Ελλάδα ωστόσο, η αδιαφάνεια του συστήματος αξιολόγησης κινδύνου πυρκαγιάς σχεδόν αποκλείει κάθε δυνατότητα για ουσιαστική, σε βάθος αξιοποίηση του παρεχόμενου προϊόντος.

Πυροσβέστης στο μέτωπο της φωτιάς

Συνοψίζοντας, θεωρώ πως είναι φανερό ότι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας για να θεωρήσουμε τη χώρα μας έτοιμη, όχι μόνο για τις δασικές πυρκαγιές του 2022, αλλά και τον επομένων ετών. Για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά, δεν υπάρχει άλλος δρόμος από το να αρχίσουμε να σπάμε ένα-ένα τα στεγανά που μέχρι σήμερα μας κρατούν απομονωμένους, επιχειρησιακούς και ερευνητικούς φορείς.

*ΥΓ. Τα παραπάνω απηχούν σε προσωπικές απόψεις του υπογράφοντος και δε συνδέονται με τη θέση που κατέχω ως Εντεταλμένος Ερευνητής στο ΕΑΑ/ΙΕΠΒΑ.

*O Θοδωρής Μ. Γιάνναρος είναι Εντεταλμένος Ερευνητής, Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, Ινστιτούτο Ερευνών Περιβάλλοντος & Βιώσιμης Ανάπτυξης