Η Μαρίν Λεπέν εμφανίζεται αποφασισμένη να διεκδικήσει για τέταρτη φορά την προεδρία της Γαλλίας. Αυτή τη φορά, όμως, δεν σκοπεύει να πορευτεί μόνη.
Στην πρώτη προεκλογική της εμφάνιση μετά τη νέα δικαστική απόφαση, στη μικρή πόλη Λα Φλες της δυτικής Γαλλίας, είχε διαρκώς στο πλευρό της τον 30χρονο πρόεδρο του Εθνικού Συναγερμού, Ζορντάν Μπαρντελά. Οι δύο πολιτικοί χαιρέτησαν πολίτες, έβγαλαν φωτογραφίες και προσπάθησαν να παρουσιάσουν μια εικόνα ενότητας, παρά τις εβδομάδες κατά τις οποίες ο Μπαρντελά προετοιμαζόταν ως πιθανός αντικαταστάτης της.
Η στρατηγική είναι σαφής: η Λεπέν θα διεκδικήσει το Ελιζέ και ο Μπαρντελά θα προβάλλεται ως ο μελλοντικός πρωθυπουργός της. Η ίδια περιέγραψε τη συνεργασία τους ως «νικηφόρο δίδυμο», ισχυριζόμενη ότι οι δυο τους διαθέτουν κοινές πεποιθήσεις και μακρά εμπειρία συνεργασίας.
Πίσω από την εικόνα αρμονίας, ωστόσο, βρίσκεται ένα μεγάλο πολιτικό στοίχημα. Ο Μπαρντελά μπορεί να διευρύνει το ακροατήριο της Λεπέν, αλλά μπορεί επίσης να αναδείξει τις αδυναμίες της, να προκαλέσει συγκρίσεις και να δημιουργήσει ερωτήματα για το ποιος αποτελεί πραγματικά το μέλλον της γαλλικής Ακροδεξιάς.
Ο Μπαρντελά ως πολιτικό αντίβαρο
Η επιλογή της Λεπέν να κρατήσει τον Μπαρντελά τόσο κοντά της δεν είναι τυχαία.
Η ίδια διαθέτει πολυετή κομματική εμπειρία, πιστό εκλογικό ακροατήριο και ισχυρή αναγνωρισιμότητα. Έχει όμως ήδη αποτύχει τρεις φορές να κατακτήσει την προεδρία και εξακολουθεί να δυσκολεύεται να προσελκύσει εκείνο το τμήμα της συντηρητικής μεσαίας τάξης που αντιμετωπίζει με επιφύλαξη το επώνυμο Λεπέν και την ιστορία του κόμματός της.
Ο Μπαρντελά προσφέρει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Είναι νεότερος, ιδιαίτερα δραστήριος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και έχει επενδύσει στη δημιουργία μιας πιο σύγχρονης και επαγγελματικής εικόνας για τον Εθνικό Συναγερμό.
Παράλληλα, έχει καλλιεργήσει επαφές με επιχειρηματικούς κύκλους και ψηφοφόρους της παραδοσιακής Δεξιάς, οι οποίοι ενδέχεται να θεωρούν τη Λεπέν υπερβολικά συνδεδεμένη με το παρελθόν αλλά να αντιμετωπίζουν τον ίδιο ως πιο συμβατική επιλογή.
Η κοινή παρουσία επιτρέπει στο κόμμα να απευθύνεται ταυτόχρονα σε διαφορετικές γενιές και κοινωνικές ομάδες: η Λεπέν κινητοποιεί τον ιστορικό πυρήνα των ψηφοφόρων του, ενώ ο Μπαρντελά επιχειρεί να ανοίξει νέες εκλογικές δεξαμενές.
Η δικαστική σκιά πάνω από την εκστρατεία
Η έναρξη της εκστρατείας πραγματοποιείται υπό το βάρος της καταδίκης της Λεπέν για κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων με σκοπό την πληρωμή κομματικών υπαλλήλων.
Το Εφετείο του Παρισιού διατήρησε την ενοχή της και της επέβαλε ποινή τριών ετών φυλάκισης, από τα οποία τα δύο με αναστολή και το ένα σε κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση. Μείωσε, ωστόσο, τη διάρκεια του εκλογικού αποκλεισμού της, επιτρέποντάς της υπό τις σημερινές συνθήκες να είναι υποψήφια στις προεδρικές εκλογές του 2027.
Η Λεπέν ανακοίνωσε προσφυγή στο Ακυρωτικό Δικαστήριο. Η κίνηση αυτή αναστέλλει προσωρινά την εκτέλεση της ποινής, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης να φορέσει ηλεκτρονικό βραχιολάκι, μέχρι να εκδοθεί απόφαση. Το ανώτατο δικαστήριο έχει αναφέρει ότι μπορεί να αποφανθεί πριν από τις εκλογές, χωρίς όμως να υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα για το χρονοδιάγραμμα.
Αυτό σημαίνει ότι η Λεπέν θα πραγματοποιεί προεκλογική εκστρατεία με μια δικαστική απόφαση να επικρέμεται πάνω από την υποψηφιότητά της.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Μπαρντελά αποκτά δεύτερο ρόλο: δεν είναι μόνο ο υποψήφιος πρωθυπουργός, αλλά και η πολιτική εφεδρεία του κόμματος σε περίπτωση νέας δικαστικής ανατροπής.
Από υποψήφιος αντικαταστάτης σε «νούμερο δύο»
Μέχρι την απόφαση του Εφετείου, το κόμμα προετοιμαζόταν σοβαρά για το ενδεχόμενο η Λεπέν να αποκλειστεί από την προεδρική κούρσα.
Σε αυτή την περίπτωση, ο Μπαρντελά θεωρούνταν ο φυσικός διάδοχος και ο πιθανότερος προεδρικός υποψήφιος του Εθνικού Συναγερμού. Η δυνατότητα της Λεπέν να θέσει τελικά υποψηφιότητα ανέκοψε, τουλάχιστον προσωρινά, τη δική του άμεση πορεία προς το Ελιζέ.
Αντί όμως να τον απομακρύνει ή να περιορίσει τη δημόσια παρουσία του, η Λεπέν επέλεξε να τον ενσωματώσει πλήρως στην εκστρατεία της.
Η επιλογή εξυπηρετεί δύο στόχους. Αποτρέπει την εικόνα εσωκομματικής σύγκρουσης και ταυτόχρονα καθησυχάζει τους ψηφοφόρους που θα προτιμούσαν τον Μπαρντελά ως υποψήφιο.
Η τελευταία αυτή ομάδα δεν είναι αμελητέα. Δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε μετά τη δικαστική απόφαση έδειξε ότι το 36% των ψηφοφόρων του Εθνικού Συναγερμού θεωρούσε τον Μπαρντελά καταλληλότερο υποψήφιο, έναντι 26% που προτιμούσε τη Λεπέν.
Κρατώντας τον δίπλα της, η Λεπέν επιχειρεί ουσιαστικά να διατηρήσει αυτούς τους ψηφοφόρους μέσα στη δική της εκστρατεία.
Ένα «προεδρικό εισιτήριο» αμερικανικού τύπου
Η έννοια του κοινού προεδρικού «εισιτηρίου» είναι ξένη προς τη γαλλική πολιτική παράδοση.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο υποψήφιος πρόεδρος κατεβαίνει μαζί με υποψήφιο αντιπρόεδρο. Στη Γαλλία ο πρόεδρος εκλέγεται μόνος του και στη συνέχεια διορίζει πρωθυπουργό, λαμβάνοντας υπόψη και τη σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης.
Η παρουσίαση του σχήματος «Λεπέν πρόεδρος – Μπαρντελά πρωθυπουργός» επιχειρεί να προσφέρει στους ψηφοφόρους μια ολοκληρωμένη εικόνα της πιθανής εξουσίας του Εθνικού Συναγερμού.
Η Λεπέν εμφανίζεται ως η ηγέτις που θα καθορίζει τη στρατηγική της χώρας, την εξωτερική πολιτική και τις μεγάλες θεσμικές κατευθύνσεις. Ο Μπαρντελά παρουσιάζεται ως το πρόσωπο που θα αναλάβει την εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος.
Δεν πρόκειται, όμως, για σχέση ισότιμων εταίρων. Η προεδρία της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας διαθέτει τεράστιες εξουσίες και ο πρωθυπουργός παραμένει πολιτικά εξαρτημένος τόσο από τον πρόεδρο όσο και από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η λέξη «δίδυμο» εξυπηρετεί επομένως περισσότερο την επικοινωνιακή στρατηγική παρά την πραγματική κατανομή της θεσμικής ισχύος.
Ο κίνδυνος των διαφορετικών μηνυμάτων
Το μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν οι δύο πολιτικοί διατηρήσουν ενιαίο λόγο.
Η Λεπέν έχει επενδύσει σε μια περισσότερο προστατευτική οικονομική πολιτική, απευθυνόμενη σε εργαζομένους, χαμηλότερα εισοδήματα και ψηφοφόρους που αντιδρούν στις μεταρρυθμίσεις του Εμανουέλ Μακρόν.
Ο Μπαρντελά έχει συχνά επιχειρήσει να καθησυχάσει τις επιχειρήσεις και τους δημοσιονομικά συντηρητικούς ψηφοφόρους, αφήνοντας χώρο για πιο ευέλικτες ή μετριοπαθείς προσεγγίσεις.
Η σύνθεση των δύο γραμμών μπορεί να διευρύνει το εκλογικό ακροατήριο. Μπορεί όμως και να οδηγήσει σε αντιφάσεις, ιδιαίτερα σε ζητήματα όπως οι συντάξεις, οι δημόσιες δαπάνες, η φορολογία και η σχέση της Γαλλίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Εθνικού Συναγερμού θα επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν κάθε απόκλιση, θέτοντας το ερώτημα αν οι δύο πρωταγωνιστές διαθέτουν πράγματι κοινό πρόγραμμα ή αν απευθύνονται σε διαφορετικά ακροατήρια με ασύμβατες υποσχέσεις.
Ο Μπαρντελά «καθαρίζει» την εικόνα
Η διαρκής παρουσία του νεαρού προέδρου του κόμματος βοηθά επίσης να απομακρυνθεί η συζήτηση από τα δικαστικά προβλήματα της Λεπέν.
Η ίδια επιχειρεί να παρουσιάσει την καταδίκη ως μέρος μιας πολιτικής και δικαστικής δίωξης, ακολουθώντας μια συγκρουσιακή τακτική που θυμίζει τη ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στις δικές του διώξεις.
Ο Μπαρντελά προσφέρει ένα πιο συμβατικό και λιγότερο συγκρουσιακό πρόσωπο. Μπορεί να μιλήσει για το μέλλον, την οικονομία και τη νέα γενιά, ενώ η Λεπέν αντιμετωπίζει ερωτήσεις για την κατάχρηση δημοσίου χρήματος και την ηλεκτρονική επιτήρηση.
Αυτή η κατανομή ρόλων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη: η Λεπέν θα κινητοποιεί το ακροδεξιό και αντισυστημικό ακροατήριο, ενώ ο Μπαρντελά θα επιδιώκει να προσδώσει εικόνα κυβερνητικής κανονικότητας.
Οι δημοσκοπήσεις και το «ταβάνι»
Οι πρώτες μετρήσεις εμφανίζουν τη Λεπέν να περνά με άνεση στον δεύτερο γύρο και, σε ορισμένα σενάρια, να επικρατεί των πιθανών αντιπάλων της.
Το Reuters ανέφερε ότι δημοσκοπήσεις των Ifop και Toluna Harris Interactive την εμφάνιζαν να προηγείται στον πρώτο γύρο και να κερδίζει στον δεύτερο, επισημαίνοντας όμως ότι πρόκειται για στιγμιότυπα της σημερινής πρόθεσης ψήφου και όχι για εκλογικές προβλέψεις.
Ταυτόχρονα, άλλες ενδείξεις δείχνουν ότι η καταδίκη της παραμένει σοβαρό εμπόδιο. Σε μέτρηση της Elabe, το 59% των ψηφοφόρων έκρινε λανθασμένη την απόφασή της να θέσει υποψηφιότητα μετά την καταδίκη, ενώ επτά στους δέκα δεν θεωρούσαν ότι είναι αθώα.
Η Λεπέν διαθέτει έναν πολύ πιστό πυρήνα, αλλά για να κερδίσει την προεδρία πρέπει να περάσει το παραδοσιακό εκλογικό της «ταβάνι» και να προσελκύσει ψηφοφόρους της συντηρητικής Δεξιάς, του κέντρου και των μεσαίων στρωμάτων.
Ο Μπαρντελά αποτελεί το βασικό εργαλείο αυτής της προσπάθειας. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι η προσωπική του δημοτικότητα μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως στη Λεπέν.
Σχέδιο ιδιοφυΐας ή ένδειξη αδυναμίας;
Η κοινή εκστρατεία μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματική.
Συνδυάζει γυναίκα και άνδρα, εμπειρία και νεότητα, ιστορική κομματική συνέχεια και νέα επικοινωνιακή εικόνα. Επιτρέπει στον Εθνικό Συναγερμό να παρουσιάσει όχι μόνο μία υποψήφια, αλλά μια έτοιμη ηγετική ομάδα.
Ταυτόχρονα, όμως, αποκαλύπτει ότι η Λεπέν αισθάνεται πως δεν αρκεί πλέον μόνη της.
Μετά από τρεις αποτυχημένες προεδρικές εκστρατείες και μια καταδίκη για κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, χρειάζεται τον Μπαρντελά για να ανανεώσει την εικόνα της, να καθησυχάσει τη Δεξιά, να προσελκύσει νεότερους ψηφοφόρους και να λειτουργήσει ως εφεδρεία απέναντι στη δικαστική αβεβαιότητα.
Η επιτυχία του σχεδίου θα εξαρτηθεί από το αν η Λεπέν μπορεί να του δώσει αρκετό πολιτικό χώρο χωρίς να επιτρέψει να επισκιαστεί η δική της υποψηφιότητα.
Γιατί όσο περισσότερο παρουσιάζει τον Μπαρντελά ως απαραίτητο για τη νίκη, τόσο ενισχύει και το ερώτημα που θα ακολουθεί ολόκληρη την εκστρατεία: ποιος από τους δύο αποτελεί τελικά το ισχυρότερο εκλογικό χαρτί της γαλλικής Ακροδεξιάς;