Η Τουρκία παρακολουθεί με έντονο ενδιαφέρον την πρώτη ακροαματική διαδικασία για την υπόθεση της οικογένειας Μποτζέκ, μιας τραγωδίας που συγκλόνισε τόσο την Κωνσταντινούπολη όσο και τη Γερμανία. Στο εδώλιο κάθισαν έξι κατηγορούμενοι για τον θάνατο του ζευγαριού και των δύο παιδιών τους, που έχασαν τη ζωή τους έπειτα από δηλητηρίαση στο ξενοδοχείο όπου διέμεναν στη συνοικία Φατίχ, τη συνοικία που περικλίει στα όριά της το ιστορικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης. Η δίκη ξεκίνησε σήμερα, 21 Απριλίου, στο 30ό Κακουργιοδικείο της Κωνσταντινούπολης, με το κατηγορητήριο να προβλέπει ποινές που φτάνουν έως και τα 22,5 χρόνια κάθειρξης για τους βασικούς κατηγορούμενους.

Το στοιχείο που κυριάρχησε στα σημερινά Τουρκικά δημοσιεύματα ήταν η υπερασπιστική γραμμή του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου. Σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν από το DHA και άλλα Τουρκικά μέσα, ο κατηγορούμενος υποστήριξε στο δικαστήριο ότι η εταιρεία απεντόμωσης επιλέχθηκε επειδή είχε υψηλή βαθμολογία στο Google και επειδή στην ιστοσελίδα της εμφάνιζε αναφορές σε ξενοδοχεία. Η αναφορά αυτή έδωσε αμέσως νέο βάρος στη συζήτηση γύρω από τα κριτήρια με τα οποία λαμβάνονται κρίσιμες επιχειρηματικές αποφάσεις στην Τουρκία, ειδικά όταν αυτές αφορούν την ασφάλεια μιας οικογένειας και των φιλοξενούμενων σε τουριστικές μονάδες.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η αλυσίδα θανάτων ξεκίνησε όταν υπήρξε καταγγελία για έντομα στο δωμάτιο 101 του ξενοδοχείου. Η διοίκηση φέρεται να αποφάσισε να προχωρήσει σε απεντόμωση, όμως η εργασία έγινε, κατά τις δικαστικές αρχές, από μη πιστοποιημένο προσωπικό, με λάθος χημική ουσία και χωρίς να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας. Η δικογραφία αναφέρει ότι χρησιμοποιήθηκε αλουμίνιο φωσφίδιο, ενώ από τις τοξικολογικές και ιατροδικαστικές αναλύσεις προέκυψε παρουσία φωσφίνης, μιας εξαιρετικά επικίνδυνης ουσίας, σε δείγματα από το ξενοδοχείο. Οι αρμόδιες αρχές κατέληξαν επίσης ότι οι θάνατοι δεν οφείλονταν σε τροφική δηλητηρίαση, παρότι αυτό ήταν το αρχικό σενάριο των ερευνών.

Η οικογένεια Μποτζέκ, που είχε φτάσει από τη Γερμανία στην Κωνσταντινούπολη για διακοπές στις 9 Νοεμβρίου 2025, άρχισε να εμφανίζει σοβαρά συμπτώματα λίγες ημέρες αργότερα. Αρχικά μεταφέρθηκαν με δικά τους μέσα σε νοσοκομείο με ναυτία και εμετούς και κατόπιν επέστρεψαν στο ξενοδοχείο. Όταν η κατάσταση επιδεινώθηκε, κλήθηκε ασθενοφόρο. Τα δύο παιδιά, ο 6χρονος Καντίρ Μουχαμέτ και η 3χρονη Μασάλ, πέθαναν στις 13 Νοεμβρίου, η μητέρα Τσιγδέμ μία ημέρα αργότερα και ο πατέρας Servet στις 17 Νοεμβρίου, έπειτα από νοσηλεία στην εντατική.

Στο δικαστήριο ακούστηκαν σήμερα και άλλες λεπτομέρειες που ενίσχυσαν το βάρος του κατηγορητηρίου. Ο ρεσεψιονίστ παραδέχθηκε, σύμφωνα με τις καταθέσεις που μετέδωσαν Τουρκικά μέσα, ότι είχε κλειδώσει την κεντρική είσοδο του ξενοδοχείου όταν βγήκε για φαγητό τη νύχτα. Το Associated Press, επικαλούμενο τη δικογραφία, μετέδωσε ότι η καθυστέρηση μέχρι να ανοίξει ξανά η είσοδος θεωρείται παράγοντας που επιβάρυνε την έκβαση της υπόθεσης, καθώς οι διασώστες δεν μπόρεσαν να φτάσουν αμέσως στην οικογένεια.

Από την άλλη πλευρά, ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου επιχείρησε να αποσυνδέσει την απεντόμωση από τον θάνατο της οικογένειας, λέγοντας ότι το δωμάτιο όπου έγινε η εφαρμογή δεν θα μπορούσε να επηρεάσει το δωμάτιο των θυμάτων. Ωστόσο, το κατηγορητήριο και τα ιατροδικαστικά ευρήματα κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι εισαγγελικές αρχές υποστηρίζουν ότι το ξενοδοχείο δεν εκκενώθηκε, δεν υπήρχε προσωπικό έκτακτης ανάγκης και η χρήση επικίνδυνων χημικών εγκρίθηκε χωρίς τις απαιτούμενες προδιαγραφές ασφαλείας.

Η υπόθεση έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην Τουρκία, επειδή ξεπερνά τα όρια μιας μεμονωμένης ποινικής δίκης. Αγγίζει την αξιοπιστία του τουριστικού προϊόντος, τα κενά στους ελέγχους και τις ευθύνες των επιχειρήσεων που διαχειρίζονται ανθρώπινες ζωές. Δεν είναι τυχαίο ότι η τραγωδία της οικογένειας Μποτζέκ αναζωπύρωσε τη δημόσια συζήτηση για τα πρότυπα ασφαλείας στα ξενοδοχεία, ιδίως μετά και από άλλες σοβαρές υποθέσεις που προκάλεσαν ανησυχία στη χώρα.

Το πολιτικό και κοινωνικό βάρος της δίκης ενισχύεται και από το γεγονός ότι, την ίδια ημέρα, Τουρκικά μέσα ενημέρωσης συνέδεσαν την υπόθεση Μποτζέκ με μια δεύτερη υπόθεση θανάτου δύο Ολλανδών εφήβων σε άλλο ξενοδοχείο της ίδιας περιοχής, όπου επίσης εντοπίστηκε φωσφίνη. Η σύμπτωση αυτή εντείνει την πίεση προς τις δικαστικές και διοικητικές αρχές να δώσουν σαφείς απαντήσεις για το αν πρόκειται για μεμονωμένα εγκληματικά λάθη ή για βαθύτερο πρόβλημα εποπτείας.

Σε αυτή την πρώτη ακροαματική διαδικασία, η φράση «το επιλέξαμε επειδή είχε υψηλή βαθμολογία στο Google» λειτούργησε σαν συμβολικό σημείο καμπής. Γιατί, αν επιβεβαιωθεί δικαστικά η αλυσίδα αμελειών που περιγράφει το κατηγορητήριο, τότε η τραγωδία της οικογένειας Μποτζέκ στην Τουρκία δεν θα είναι απλώς μια υπόθεση λανθασμένης απεντόμωσης. Θα είναι μια υπόθεση όπου η επιπόλαιη εμπιστοσύνη, η ελλιπής εποπτεία και η απουσία βασικών κανόνων ασφαλείας ενώθηκαν με τον πιο θανατηφόρο τρόπο.