Η πρόσφατη διάσωση Αμερικανού πιλότου πίσω από τις εχθρικές γραμμές στο Ιράν μετατράπηκε σε κεντρικό σημείο αναφοράς για την κυβέρνηση των ΗΠΑ, η οποία επέλεξε να ντύσει τη στρατιωτική επιτυχία με έντονο θρησκευτικό μανδύα. Ο Ντόναλντ Τραμπ, μιλώντας στην εκπομπή «Meet the Press» του NBC, έκανε λόγο για μια παρέμβαση ανώτερης δύναμης, σημειώνοντας χαρακτηριστικά πως:
«Η διάσωση ήταν ένα πασχαλινό θαύμα».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και κορυφαία στελέχη του υπουργικού συμβουλίου. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, μέσω της πλατφόρμας X, συνέδεσε την Ανάσταση του Ιησού με την επιχείρηση των ενόπλων δυνάμεων.
«Το πασχαλινό θαύμα θεωρείται η μεγαλύτερη νίκη στην ιστορία. Είναι λοιπόν ταιριαστό, σε αυτή την πιο ιερή ημέρα για τους χριστιανούς, ένας γενναίος Αμερικανός στρατιώτης να διασώζεται πίσω από τις εχθρικές γραμμές, σε μία από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης στην ιστορία των ενόπλων δυνάμεων», έγραψε ο Μπέσεντ.
Το εκρηκτικό μήνυμα στην Τεχεράνη και η φράση «Δόξα στον Αλλάχ»
Η ένταση κλιμακώθηκε όταν ο Αμερικανός Πρόεδρος χρησιμοποίησε τα κοινωνικά δίκτυα για να εξαπολύσει ευθείες απειλές κατά της Τεχεράνης, απαιτώντας το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Σε μια ανάρτηση που προκάλεσε σοκ, απευθύνθηκε στην ιρανική ηγεσία ως «τρελοί μπάσταρδοι», προειδοποιώντας τους ότι θα «ζήσετε στην κόλαση», ενώ έκλεισε το μήνυμά του με τη φράση «Δόξα στον Αλλάχ».
Η συγκεκριμένη αναφορά προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Συμβουλίου Αμερικανοϊσλαμικών Σχέσεων. Η οργάνωση καταδίκασε τη ρητορική του Προέδρου, τονίζοντας ότι «ο χλευασμός του Ισλάμ και οι απειλές για πλήγματα σε πολιτικές υποδομές» συνιστούν επικίνδυνη πρακτική που υποδαυλίζει το μίσος.
Εσωτερικά πυρά και «βιβλικές προφητείες»
Η κριτική δεν προήλθε μόνο από την αντιπολίτευση ή θρησκευτικές οργανώσεις, αλλά και από το εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού στρατοπέδου. Η Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν πήρε αποστάσεις από τον Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι η διδασκαλία του Ιησού επιτάσσει την επιδίωξη της ειρήνης και όχι την κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων.
Την ίδια ώρα, μια ομάδα 30 Δημοκρατικών βουλευτών ζήτησε έρευνα από το Πεντάγωνο, θορυβημένη από αναφορές ότι στελέχη του στρατού χρησιμοποιούν «βιβλικές προφητείες για το τέλος του κόσμου» για να δικαιολογήσουν τις επιχειρήσεις στο Ιράν. Στην επιστολή τους υπογραμμίζουν την ανάγκη για αυστηρό διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας:
«Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις καθοδηγούνται από τα δεδομένα και το δίκαιο, όχι από αποκαλυπτικές προφητείες ή ακραίες θρησκευτικές πεποιθήσεις».
Από την πλευρά του, το Ιράν συνεχίζει να χρησιμοποιεί τη δική του θρησκευτική προπαγάνδα, παρουσιάζοντας τις ΗΠΑ ως «Μεγάλο Σατανά» και περιβάλλοντας τους νεκρούς μαχητές του με τη φωτοστέφανο του μάρτυρα. Η χρήση της πίστης ως πολεμικό εργαλείο φαίνεται πως κυριαρχεί και στις δύο πλευρές του μετώπου, με την ανησυχία για τις επιπτώσεις αυτής της ρητορικής να εντείνεται διεθνώς.