Ο απόστρατος αντιναύαρχος και αρχιτέκτονας του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» Τζιχάτ Γιαϊτζί, σε άρθρο του στη συντηρητική εφημερίδα Milli Gazete, χρησιμοποιεί τον πόλεμο των ΗΠΑ κατά του Ιράν για να υποστηρίξει ότι χωρίς ισχυρή ναυτική ισχύ «ούτε η πατρίδα δεν μπορεί να προστατευτεί». Κατά τον Γιαϊτζί, η τρέχουσα σύγκρουση αποδεικνύει ότι ο κορμός της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος εδράζεται σε ναυτικές πλατφόρμες – από τις οποίες εκτοξεύονται τα περισσότερα βλήματα cruise και επιχειρεί η αεροπορία μέσω αεροπλανοφόρων.
Ο Τούρκος απόστρατος θέτει το ερώτημα «τι θα έκανε η Αμερική χωρίς αυτά τα πλοία;» και απαντά ότι χωρίς στόλο δεν θα μπορούσε ούτε να εισβάλει χερσαία στο Ιράν, ούτε να στηριχθεί επαρκώς σε ξένες αεροπορικές βάσεις, καθώς αυτές βρίσκονται σε εδάφη άλλων κρατών και προϋποθέτουν πολιτική άδεια. Αντίθετα, όπως σημειώνει, «η θάλασσα δεν ανήκει σε κανέναν» και εκεί ξεκινά η πραγματική ισχύς, αφού το αεροπλανοφόρο λειτουργεί ως «κινούμενη αεροπορική βάση» και το υποβρύχιο ως μέσο «αόρατου πλήγματος» που μπορεί να αλλάξει την έκβαση ενός πολέμου.
Στο άρθρο του, ο Γιαϊτζί κλιμακώνει τη ρητορική του υποστηρίζοντας ότι χωρίς ναυτική ισχύ η Ουάσιγκτον δεν θα διέθετε «ούτε αιφνιδιασμό, ούτε ευελιξία, ούτε δυνατότητα διαρκούς επιχειρησιακής παρουσίας». Συμπεραίνει μάλιστα ότι μια Αμερική χωρίς ισχυρό ναυτικό «δεν θα μπορούσε να είναι υπερδύναμη» και θα περιοριζόταν, στην καλύτερη περίπτωση, σε περιφερειακή δύναμη, μετατρέποντας τη ναυτική υπεροχή σε προϋπόθεση για παγκόσμιο ρόλο.
Μήνυμα για την Τουρκία και τη «Γαλάζια Πατρίδα»
Το πιο κρίσιμο τμήμα του κειμένου αφορά, ωστόσο, την Τουρκία, καθώς ο Γιαϊτζί μεταφέρει ευθέως το «μάθημα» από τη Μέση Ανατολή στη Μεσόγειο, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα χρειάζεται «πλήρως εξοπλισμένο αεροπλανοφόρο». Κατά την άποψή του, μια τέτοια ναυαρχίδα θα έδινε στην Τουρκία πολύ μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων στη Λιβύη, θα επέτρεπε συνεχή και αδιάλειπτη προβολή αεροπορικής ισχύος και θα ενίσχυε την «επιχειρησιακή ανεξαρτησία» της στο ευρύτερο γεωπολιτικό της περιβάλλον.
Ο Τούρκος ναύαρχος επεκτείνει μάλιστα το επιχείρημα σε παγκόσμια κλίμακα, φτάνοντας μέχρι την κρίση με τους Ροχίνγκια, όπου θεωρεί ότι μια Τουρκία με δυνατότητα «ναυτικής προβολής ισχύος» δεν θα περιοριζόταν σε ρόλο παρατηρητή αλλά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ενεργό παίκτη. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάζει τα μεγάλα πλοία επιφανείας ως εργαλεία που «δίνουν στη πολιτική ηγεσία χώρο κινήσεων» και καθιστούν τη στρατιωτική ισχύ λιγότερο εξαρτημένη από τη γεωγραφία, επιμένοντας ότι η θάλασσα είναι το πραγματικό πεδίο όπου κρίνεται η ισχύς.
«Ο πόλεμος κρίνεται στη θάλασσα»
Στο καταληκτικό μέρος του άρθρου, ο Γιαϊτζί υποστηρίζει ότι η σύγχρονη πολεμική πραγματικότητα δείχνει πως η έκβαση δεν καθορίζεται πια στη στεριά ή αποκλειστικά στον αέρα, αλλά «στη θάλασσα». Κατά την εκτίμησή του, χωρίς κυριαρχία στη θάλασσα δεν μπορεί να αρχίσει ούτε να διατηρηθεί ένας πόλεμος, αφού η ναυτική κυριαρχία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο κάθε επιχείρησης μεγάλης κλίμακας και απαραίτητο όρο για να διεκδικήσει μια χώρα είτε περιφερειακό είτε παγκόσμιο ρόλο.
Η παρέμβαση του αρχιτέκτονα της «Γαλάζιας Πατρίδας» έρχεται σε μια συγκυρία κατά την οποία η Άγκυρα επενδύει συστηματικά σε μεγάλα ναυτικά προγράμματα και σε πλατφόρμες όπως το TCG Anadolu, φιλοδοξώντας να αναβαθμίσει τον ρόλο της από Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τη Βόρεια Αφρική. Για την ελληνική πλευρά, η ανάλυση Γιαϊτζί αποτελεί ακόμη ένα δείγμα της τουρκικής στρατηγικής σκέψης, που μεταφράζει τα διδάγματα από τον πόλεμο στο Ιράν σε επιταγή για διαρκή ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στη «Γαλάζια Πατρίδα».