Οι Χούθι επιστρέφουν στο προσκήνιο της διεθνούς ασφάλειας, την ώρα που ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ με το Ιράν έχει ήδη παραλύσει τα στενά του Ορμούζ και ανεβάζει το γεωπολιτικό θερμόμετρο στην καρδιά των θαλάσσιων ενεργειακών οδών. Η πιθανότητα να ανοίξει ξανά το «μέτωπο της Ερυθράς Θάλασσας» αναδεικνύει τους Χούθι ως απρόβλεπτο παράγοντα για τις αγορές πετρελαίου, το παγκόσμιο εμπόριο και την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.
Την περίοδο 2023‑2024 οι Χούθι, η ιρανόφιλη οργάνωση που ελέγχει μεγάλο μέρος της Υεμένης, προκάλεσαν πάνω από 190 επιθέσεις σε εμπορικά και πολεμικά πλοία στην περιοχή του στενού Μπαμπ ελ‑Μαντέμπ, δημιουργώντας τη μεγαλύτερη διαταραχή στο παγκόσμιο εμπόριο μετά την πανδημία. Οι επιθέσεις ανάγκασαν τους μεγαλύτερους ναυτιλιακούς κολοσσούς να παρακάμπτουν την Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ, ταξιδεύοντας χιλιάδες μίλια νοτιότερα γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, με διαδρομές έως και 25% πιο μεγάλες και πολύ ακριβότερες. Παράλληλα, τα ασφάλιστρα στα περάσματα της Ερυθράς Θάλασσας εκτοξεύθηκαν, ενώ η ημερήσια κίνηση πλοίων στο Μπαμπ ελ‑Μαντέμπ έπεσε από περίπου 75 σε μόλις 33 διελεύσεις το 2025.
Χούθι και Ερυθρά Θάλασσα
Σήμερα, με το Στενό του Ορμούζ πρακτικά κλειστό λόγω του πολέμου με το Ιράν, η Ερυθρά Θάλασσα έχει μετατραπεί σε ζωτική αρτηρία για το παγκόσμιο πετρέλαιο, και ακριβώς εκεί οι Χούθι απειλούν να ξανασφίξουν τη θηλιά στο πέρασμα. Πριν από την κλιμάκωση των χτυπημάτων τους, από το Μπαμπ ελ‑Μαντέμπ περνούσε περίπου το 9% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου, το 20% της παγκόσμιας διακίνησης κοντέινερ και αγαθά άνω των 2 τρισ. δολαρίων ετησίως.
Κρίσιμα φορτία αργού, ντίζελ, φυσικού αερίου και άλλων πρώτων υλών από τη Μέση Ανατολή και την Ινδία κατευθύνονται μέσω Ερυθράς προς την Ευρώπη, ενώ μετά τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας ο διάδρομος αυτός έγινε επίσης κεντρικός για τη ροή ρωσικού πετρελαίου προς την Ασία.
Για τη Σαουδική Αραβία, η διατήρηση ανοικτού του Μπαμπ ελ‑Μαντέμπ είναι ζήτημα στρατηγικής επιβίωσης της ενεργειακής της πολιτικής, καθώς έχει καταφέρει να διασώσει περίπου το 70% των προπολεμικών εξαγωγών της διοχετεύοντας το πετρέλαιο μέσω αγωγού στην Ερυθρά και στο λιμάνι Γιανμπού. Πολλά από τα δεξαμενόπλοια που φορτώνουν εκεί είναι υποχρεωμένα να πλεύσουν ακριβώς δίπλα από τις ακτές της Υεμένης και να επανέλθουν προς τα νότια διασχίζοντας το Μπαμπ ελ‑Μαντέμπ για να φτάσουν στους ασιατικούς πελάτες – μια διαδρομή που μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξανατεθεί στο στόχαστρο των Χούθι.
Χούθι, Ιράν και ο κίνδυνος κλιμάκωσης
Παρότι οι Χούθι παραμένουν ο βασικότερος εντολοδόχος του Ιράν στην Αραβική Χερσόνησο, δεν λειτουργούν αυτοματικά ως «τηλεχειριζόμενο» παρακλάδι της Τεχεράνης και λαμβάνουν υπόψη τους και το εσωτερικό πολιτικό και κοινωνικό κόστος στην Υεμένη. Η χώρα βρίσκεται σε δραματική οικονομική κατάσταση, με περίπου τον μισό πληθυσμό να υποφέρει από οξεία επισιτιστική κρίση σύμφωνα με τον ΟΗΕ, γεγονός που καθιστά κάθε βαθύτερη εμπλοκή στον περιφερειακό πόλεμο ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη. Παράλληλα, οι Χούθι έχουν κάθε λόγο να μην τινάξουν στον αέρα την άτυπη συνεννόηση με τη Σαουδική Αραβία, με την οποία από το 2022 έχει επιτευχθεί μια εύθραυστη εκεχειρία και ροή χρηματοδότησης προς περιοχές υπό τον έλεγχό τους.
Ωστόσο, ο κίνδυνος κλιμάκωσης παραμένει υψηλός. Πρόσφατες προειδοποιήσεις από ιρανικά μέσα ότι μπορεί να «ανοίξει νέο μέτωπο» στο Μπαμπ ελ‑Μαντέμπ, σε συνδυασμό με την επανάληψη εκτοξεύσεων πυραύλων των Χούθι προς το Ισραήλ για πρώτη φορά μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, δείχνουν ότι η οργάνωση είναι έτοιμη να αξιοποιήσει εκ νέου τη ναυτιλιακή οδό ως μοχλό πίεσης. Εκτιμήσεις ισραηλινών αξιωματούχων και αναλυτών, όπως της Eurasia Group, συγκλίνουν ότι αν και οι Χούθι θα επιχειρήσουν να αποφύγουν πλήγματα σε σαουδαραβικούς πετρελαϊκούς στόχους, δεν αποκλείεται να το κάνουν εάν αυξηθεί η πίεση από την Τεχεράνη.
Ποιοι είναι στην πραγματικότητα οι Χούθι;
Επισήμως γνωστοί ως «Ansarullah» («Οπαδοί του Θεού»), οι Χούθι προέρχονται από τη βόρεια επαρχία Σαάντα και είναι Ζαϊντίτες, δόγμα του σιιτικού Ισλάμ, που αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο του πληθυσμού της Υεμένης. Μετά την ένωση Βόρειας και Νότιας Υεμένης το 1990, διεξήγαγαν σειρά εξεγέρσεων μέχρι να καταλάβουν την πρωτεύουσα Σαναά το 2014, βυθίζοντας τη χώρα σε εμφύλιο πόλεμο που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αντι‑δυτικοί και αντι‑ισραηλινοί, οι Χούθι έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση από ΗΠΑ και ΕΕ και έχουν δημιουργήσει ένα υβριδικό μόρφωμα κράτους‑πολιτοφυλακής στον βορρά και στη δυτική ακτογραμμή της Υεμένης.
Όπως και η Χαμάς, έτσι και οι Χούθι λαμβάνουν εκπαίδευση, τεχνογνωσία και οπλισμό – από drones μέχρι βαλλιστικούς και cruise πυραύλους – από το Ιράν, χωρίς όμως να εξαρτώνται αποκλειστικά από αυτό για την προμήθεια όπλων. Έχουν αναπτύξει δίκτυα λαθρεμπορίου μέσω τοπικών φυλών, εμπορικές διασυνδέσεις με κόμβους αμυντικών εξαγωγών όπως η Κίνα και έχουν επενδύσει στην εγχώρια συναρμολόγηση και παραγωγή οπλικών συστημάτων. Από τον Οκτώβριο του 2023, μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ, άρχισαν να εκτοξεύουν drones και πυραύλους προς το Ισραήλ και στη συνέχεια στράφηκαν εναντίον πλοίων, αρχικά με «ισραηλινά συμφέροντα» αλλά πολύ γρήγορα και χωρίς διακριτές συνδέσεις.
Η διεθνής απάντηση υπήρξε κλιμακούμενη: από περιπολίες κατά της πειρατείας και του λαθρεμπορίου στο πλαίσιο των Combined Maritime Forces, μέχρι τη δημιουργία της ειδικής αποστολής Operation Prosperity Guardian με συμμετοχή άνω των 20 χωρών για την προστασία της ναυσιπλοΐας. Οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο εξαπέλυσαν αλλεπάλληλα πλήγματα σε θέσεις των Χούθι, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ έφτασε να χτυπήσει περίπου 1.000 στόχους σε μια εκστρατεία πυραυλικών και αεροπορικών επιθέσεων που τερματίστηκε με συμφωνία κατάπαυσης πυρός την άνοιξη του 2025 – μια ανάπαυλα που οι Χούθι αξιοποίησαν για να ανασυγκροτηθούν και να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους.