Ο Φαχρετίν Αλτούν δεν είναι ένας απλός διπλωμάτης. Είναι ο άνθρωπος που επί χρόνια λειτούργησε ως ένας από τους βασικούς μηχανικούς της ερντογανικής προπαγάνδας, επικεφαλής της Διεύθυνσης Επικοινωνίας της τουρκικής προεδρίας από το 2018 έως το 2025, σε έναν μηχανισμό που, σύμφωνα με το Reuters, είχε αποστολή να ελέγχει το μιντιακό αφήγημα, να ενισχύει τη φωνή της κυβέρνησης και να στοχοποιεί ως «παραπληροφόρηση» μεγάλο μέρος της ανεξάρτητης και αντιπολιτευόμενης ενημέρωσης.

Πριν γίνει το αγαπημένο πρόσωπο του καθεστώτος για τη διεθνή διαχείριση της εικόνας του Ερντογάν, ο Αλτούν πέρασε από πανεπιστημιακούς και ιδεολογικούς χώρους που στην Τουρκία των εκκαθαρίσεων θα αρκούσαν για να στηθεί ολόκληρο κατηγορητήριο εναντίον οποιουδήποτε λιγότερο χρήσιμου προσώπου. Υπήρξε στέλεχος του SETA, ενός από τους βασικούς βραχίονες παραγωγής λόγου υπέρ του καθεστώτος, ενώ στο βιογραφικό του περιλαμβάνεται και το İstanbul Şehir University, ίδρυμα που αργότερα βρέθηκε στο στόχαστρο του ίδιου του ερντογανικού συστήματος. Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ειρωνεία. Το καθεστώς Ερντογάν έχτισε ολόκληρη την εσωτερική του νομιμοποίηση πάνω στο κυνήγι πραγματικών, υποτιθέμενων ή απλώς βολικών «γκιουλενιστών».

Και τώρα ο ίδιος ο Ερντογάν στέλνει στο Βατικανό έναν άνθρωπο με διαδρομή που, αν ανήκε σε αντίπαλο στρατόπεδο, το καθεστώς θα είχε ήδη βαφτίσει ύποπτη. Όχι επειδή υπάρχουν δημόσια, υψηλής αξιοπιστίας στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι ο Αλτούν ήταν μέλος του δικτύου Γκιουλέν, αλλά επειδή η τουρκική εξουσία έχει αποδείξει ότι εφαρμόζει δύο μέτρα και δύο σταθμά: ένα για τους αντιπάλους και ένα για τους δικούς της ανθρώπους.

Ο διορισμός του στο Βατικανό μοιάζει έτσι λιγότερο με τιμητική διπλωματική αποστολή και περισσότερο με πολιτική μεταφορά ενός ανθρώπου που υπηρέτησε όσο λίγοι τη γλώσσα, την επιθετικότητα και τις ανάγκες του ερντογανισμού. Το παράδοξο είναι ότι ο Ερντογάν δεν διόρισε έναν ουδέτερο τεχνοκράτη. Διόρισε τον δικό του επικοινωνιακό εκτελεστή, έναν άνθρωπο που ενσάρκωσε το σύστημα φίλων και εχθρών της Άγκυρας και που σήμερα αποκαλύπτει, με την ίδια του τη διαδρομή, πόσο επιλεκτική και εργαλειακή ήταν πάντα η χρήση της λέξης «γκιουλενιστής» στην Τουρκία και ειδικά από έναν άνθρωπο ο οποίος αναφέρεται ανοιχτά ακόμα και από διεθνείς αναλυτές ως «γκιουλενιστής».

Το υπόλοιπο βιογραφικό του Αλτούν συμπληρώνει την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν αναδύθηκε από την κλασική διπλωματική ιεραρχία, αλλά από το τρίγωνο πανεπιστήμιο, μιντιακός μηχανισμός, κρατική προπαγάνδα. Σπούδασε κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης, έκανε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, πέρασε ως visiting researcher από το University of Utah και στη συνέχεια κινήθηκε σε ένα περιβάλλον όπου η ακαδημαϊκή καριέρα, η ιδεολογική παραγωγή και η φιλοκυβερνητική επικοινωνία λειτουργούσαν σχεδόν ως ενιαίο σύστημα. Δίδαξε στο İstanbul Şehir University, αργότερα βρέθηκε στο Medeniyet University, έγινε κομμάτι του SETA και έγραψε σε φιλοκυβερνητικά μέσα όπως τα Sabah, Daily Sabah και Akşam, ενώ εμφανιζόταν και σε κρατικά μέσα όπως το TRT. Με άλλα λόγια, δεν ήταν ένας απλός πανεπιστημιακός που πέρασε περιστασιακά από το κράτος. Ήταν από νωρίς προϊόν και φορέας του ίδιου του επικοινωνιακού οικοσυστήματος του καθεστώτος.

Αυτό είναι που κάνει τον Αλτούν «πικάντικη» περίπτωση. Δεν είχε το προφίλ του αθέατου γραφειοκράτη. Καλλιεργήθηκε ως δημόσιο πρόσωπο, ως ιδεολογικός διαμεσολαβητής του καθεστώτος και ως άνθρωπος που ήξερε να μετατρέπει την κυβερνητική γραμμή σε μιντιακή γλώσσα. Το γεγονός ότι βρέθηκε στο τιμόνι της Διεύθυνσης Επικοινωνίας το 2018 δεν ήταν διοικητική λεπτομέρεια. Ήταν η θεσμική επιβράβευση ενός προσώπου που είχε ήδη αποδείξει ότι μπορεί να υπηρετήσει τον ερντογανισμό όχι μόνο πολιτικά αλλά και αισθητικά, επικοινωνιακά, διεθνώς.

Γι’ αυτό και το όνομά του συνδέθηκε επανειλημμένα με καταγγελίες αυθαιρεσίας και κατάχρησης ισχύος. Η πιο γνωστή υπόθεση ήταν εκείνη των αυθαίρετων ή μη αδειοδοτημένων κατασκευών σε οικόπεδο στον Βόσπορο, που οδήγησε σε απομάκρυνση κατασκευών από τον δήμο Κωνσταντινούπολης και άνοιξε νέο γύρο πολιτικής και δικαστικής σύγκρουσης. Το πιο αποκαλυπτικό όμως δεν ήταν μόνο η ίδια η υπόθεση, αλλά η αντίδραση: αντί η εξουσία να δώσει καθαρές απαντήσεις, ακολούθησαν αγωγές, ποινικές διώξεις και πιέσεις σε δημοσιογράφους και αντιπολιτευόμενα στελέχη που ανέδειξαν το θέμα. Με αυτόν τον τρόπο, μια ιστορία για πιθανή πολεοδομική αυθαιρεσία μετατράπηκε σε υπόδειγμα του πώς το τουρκικό προεδρικό σύστημα απαντά στην έκθεση: όχι με διαφάνεια, αλλά με εκφοβισμό.

Η υπόθεση εκείνη ήταν αποκαλυπτική και για έναν ακόμη λόγο. Ο Αλτούν παρουσιάστηκε ως θύμα «συκοφαντίας», όμως γύρω του κινητοποιήθηκε ένα ολόκληρο πλέγμα διοικητικής, δικαστικής και επικοινωνιακής ισχύος. Δημοσιεύματα μπλοκαρίστηκαν, δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με δικαστικές συνέπειες και το μήνυμα ήταν σαφές: όταν αγγίζεις έναν άνθρωπο του στενού προεδρικού πυρήνα, δεν έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα πρόσωπο αλλά με ολόκληρο τον μηχανισμό. Αυτό ακριβώς είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της διαδρομής Αλτούν. Δεν υπήρξε απλώς εκπρόσωπος του συστήματος. Υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που έμαθαν να το χρησιμοποιούν στο έπακρο.

Στο ίδιο μοτίβο εντάχθηκαν και οι συνεχείς του επιθέσεις κατά διεθνών μέσων ενημέρωσης, ιδιαίτερα του Reuters, τα οποία κατηγορούσε συστηματικά για «ψευδείς ειδήσεις», «χειραγώγηση» και «αντιτουρκικές εκστρατείες». Εδώ δεν βλέπουμε έναν ψύχραιμο κρατικό αξιωματούχο που απαντά σε δημοσιογραφικό έλεγχο. Βλέπουμε τον μόνιμο πολιτικό επιτηρητή της πληροφορίας, έναν άνθρωπο που οικοδόμησε δημόσιο ρόλο πάνω στην ιδέα ότι κάθε ενοχλητικό ρεπορτάζ μπορεί να βαφτίζεται μέρος εχθρικής επιχείρησης. Η ειρωνεία είναι ότι αυτό το έκανε από τη θέση του επικεφαλής ενός μηχανισμού που παρουσιαζόταν ως θεματοφύλακας της «αλήθειας» απέναντι στην «παραπληροφόρηση».

Ο διορισμός του στο Βατικανό, λοιπόν, δεν μοιάζει με φυσική συνέχεια μιας κλασικής διπλωματικής καριέρας. Μοιάζει περισσότερο με μετακίνηση και αναβάθμιση ενός πολιτικού στρατιώτη του καθεστώτος σε ένα ευαίσθητο διεθνές πόστο, όπου χρειάζεται απόλυτα ελεγχόμενο μήνυμα, ιδεολογική πειθαρχία και πρόσωπο ικανό να υπηρετήσει το παλάτι χωρίς παρεκκλίσεις. Ο Αλτούν δεν είναι άνθρωπος της τουρκικής διπλωματίας με τη στενή έννοια. Είναι άνθρωπος του ερντογανικού μηχανισμού που ντύνεται πλέον διπλωμάτης.

Ο Ερντογάν και ο Γκιουλέν με αφετηρία τον Ερμπακάν

Για να καταλάβει κανείς το βαθύτερο παράδοξο, πρέπει να γυρίσει πίσω στην κοινή μήτρα από την οποία βγήκε η σύγχρονη Τουρκική ισλαμική Δεξιά. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ξεκίνησε πολιτικά μέσα από τον χώρο του Νετζμετίν Ερμπακάν και του Milli Görüş, του ισλαμιστικού ρεύματος που αμφισβήτησε την αυστηρά κεμαλική εκδοχή του τουρκικού κράτους και έδωσε πολιτική στέγη σε μια νέα γενιά θρησκευτικά συντηρητικών στελεχών. Ο Ερμπακάν, μηχανικός και πολιτικός, έγινε ο πρώτος ανοιχτά ισλαμιστής πρωθυπουργός της Τουρκίας το 1996 και υπήρξε ο ιδρυτής μιας ολόκληρης κομματικής παράδοσης που, έστω και μέσα από διασπάσεις και μεταμορφώσεις, γέννησε αργότερα και τον ερντογανισμό.

Ο Γκιουλέν δεν ανήκε στον ίδιο κομματικό μηχανισμό με τον Ερμπακάν, ούτε υπήρξε «μαθητής» του με την κυριολεκτική πολιτική έννοια. Εκπροσωπούσε διαφορετικό ισλαμικό δίκτυο, το Hizmet, με έμφαση στην εκπαίδευση, τα κοινωνικά δίκτυα και τη διείσδυση στους θεσμούς. Όμως για χρόνια οι δύο κόσμοι, ο πολιτικός ισλαμισμός του Ερντογάν και το θρησκευτικό-γραφειοκρατικό δίκτυο του Γκιουλέν, συμβάδισαν εναντίον του παλιού κεμαλικού κατεστημένου. Η μεταγενέστερη σύγκρουσή τους δεν αναιρεί ότι για ένα μεγάλο διάστημα λειτούργησαν ως συγκοινωνούντα δοχεία μέσα στο ίδιο μετακεμαλικό σχέδιο ισχύος.

Αυτό ακριβώς κάνει τόσο υποκριτική τη σημερινή χρήση της λέξης «γκιουλενιστής» από το καθεστώς. Δεν πρόκειται απλώς για περιγραφή ενός εχθρού. Πρόκειται για πολιτικό όπλο που χρησιμοποιήθηκε, μετά τη ρήξη του 2013 και ιδίως μετά το υποτιθέμενο αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, για να ξαναγραφτεί ολόκληρη η πρόσφατη ιστορία της Τουρκίας σαν ο Γκιουλέν να ήταν πάντοτε ξένο σώμα και όχι πρώην σύμμαχος. Η αλήθεια είναι πιο άβολη: ο ερντογανισμός και το δίκτυο Γκιουλέν δεν ξεκίνησαν ως θανάσιμοι αντίπαλοι, αλλά ως δυνάμεις που για χρόνια βρήκαν κοινό έδαφος απέναντι στους ίδιους αντιπάλους. Και αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί σήμερα το καθεστώς μπορεί να βαφτίζει τους πάντες «γκιουλενιστές», ενώ ταυτόχρονα προστατεύει και προωθεί τους δικούς του ανθρώπους με βιογραφικά που, σε άλλες συνθήκες, θα είχαν ήδη κριθεί ύποπτα.