Τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα στους δρόμους, ο Τζο Μπαρόνε ένιωσε τον φόβο να τον κυριεύει όταν ο «αρχηγός» της μαφίας και εκτελεστής που καθόταν δίπλα του πάγωσε ξαφνικά και τον ρώτησε: «Ξέρεις πού πάμε;». Ο 64χρονος σήμερα Μπαρόνε είχε κάθε λόγο να ανησυχεί. Κατασκόπευε τη μαφία της Νέας Υόρκης και έμελλε να γίνει ο μακροβιότερος πληροφοριοδότης του FBI, με μια μυστική καριέρα που περιλάμβανε την αποτροπή εντυπωσιακών σχεδίων δολοφονίας και την αντιπαράθεση με έναν «σαδιστή» δολοφόνο που τεμάχιζε τα θύματά του μέσα στην μπανιέρα.
Ο Μπαρόνε γνώριζε πως ανά πάσα στιγμή ένας από τους φίλους του θα μπορούσε να τον πυροβολήσει στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Το αφεντικό του, Ντόμινικ Σικάλε, ο οποίος αργότερα εξέτισε ποινή φυλάκισης για τη συμμετοχή του σε δύο δολοφονίες, δεν ήταν άνθρωπος με τον οποίο μπορούσε να παίζει κανείς. Καθώς το αυτοκίνητο ξεπερνούσε το όριο ταχύτητας, ο Μπαρόνε δεν μπόρεσε να κρύψει τον φόβο του και ρώτησε: «Τι συμβαίνει, παιδιά; Όλα καλά;». Ο Σικάλε και ο άλλος συνεργάτης του γέλασαν και του απάντησαν: «Τι έγινε; Νόμιζες ότι θα σε σκοτώναμε;».
Σε μια ανατροπή που θύμιζε κινηματογραφική σκηνή, αντί να οδηγηθεί στον θάνατό του, ο Μπαρόνε κατέληξε σε ένα στριπ κλαμπ. Μιλώντας αποκλειστικά στη Sun, αποκάλυψε: «Με πήγαν σε ένα μπαρ και συναντήσαμε κι άλλους ανθρώπους. Αλλά με τρόμαξαν. Ήθελαν να δουν πώς θα αντιδράσω. Το να είσαι πληροφοριοδότης τόσα χρόνια ήταν το πιο τρομακτικό πράγμα που μπορείς να ζήσεις, γιατί ποτέ δεν ήξερες πότε θα πεθάνεις και θα αποκαλυφθείς».
Η συγκεκριμένη δοκιμασία ήταν μία από τις πολλές που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια των 18 ετών που παρείχε κρίσιμες πληροφορίες στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI) στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ίδιος εκτιμά ότι από το 1991 έως το 2009 αναγνώρισε σχεδόν 1.000 γκάνγκστερ ή άτομα που συνδέονταν με τη μαφία για λογαριασμό των Αρχών. Σε έγγραφο του FBI το 2005 πήρε επαίνους για τη συμβολή του στην εξιχνίαση τριών δολοφονιών και για την ταυτοποίηση 48 «προσώπων ενδιαφέροντος». Οι πληροφορίες του φέρεται να έσωσαν τη ζωή ενός δικαστή και ενός εισαγγελέα που επρόκειτο να δολοφονηθούν από τη μαφία.

Παρά ταύτα, η παραβίαση του ιταλικού κώδικα σιωπής της μαφίας εξακολουθεί να τον βαραίνει. «Δεν χαλαρώνω καθόλου. Όταν γυρίζω σπίτι, ψάχνω όλο το σπίτι πριν βάλω τις πιτζάμες μου. Κοιτάζω πάντα μέσα στο πλήθος. Κοιτάζω πάντα στον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Δεν χαλαρώνω ποτέ», λέει χαρακτηριστικά.
Το οικογενειακό παρελθόν και η είσοδος στη μαφία
Η διπλή ζωή και η βία, όπως περιγράφει, βρίσκονταν στο DNA του. Ένας συγγενής του πυροβόλησε και σκότωσε δύο μπράβους που είχαν προσληφθεί από τον διαβόητο γκάνγκστερ Αλ Καπόνε, ενώ ένας άλλος σκοτώθηκε από συνεργάτη του «Σκάρφεϊς». Παρά το αιματοβαμμένο παρελθόν, ο πατέρας του, πληρωμένος εκτελεστής, δεν ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
«Ο πατέρας μου δεν ήθελε πραγματικά να μπω σε αυτή τη ζωή, όπως οι περισσότεροι γονείς. Αλλά ακόμη και παιδί κάπνιζα πολλή μαριχουάνα. Ήμουν χαλαρός, αλλά μεγαλώνοντας η πραγματικότητα με χτύπησε. Ο πατέρας μου συναναστρεφόταν πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους», εξηγεί. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν μέλη της οικογένειας Τζενοβέζε, μίας από τις πέντε φατρίες που κυριαρχούσαν στη Νέα Υόρκη. Ακολούθησε τον «στρατιώτη» πατέρα του, Τζόζεφ Σρ., στον υπόκοσμο χωρίς πραγματική πεποίθηση.
«Δεν ήθελα πραγματικά να είμαι στη μαφία. Απλώς βρέθηκα εκεί εξαιτίας όσων συνέβησαν στον πατέρα μου. Ήξερα ότι δεν ήταν η ζωή που ήθελα, γιατί δεν είμαι άνθρωπος που θέλει να σκοτώνει. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι φτιαγμένοι για αυτή τη ζωή και άλλοι που δεν είναι», αναφέρει.
Ο «σαδιστής» Τόμας «Καράτε» Πιτέρα
Ένας από εκείνους που, σύμφωνα με τον Μπαρόνε, ήταν φτιαγμένοι για να αφαιρούν ζωές ήταν ο Τόμας «Καράτε» Πιτέρα. Ο 71χρονος, μέλος της οικογένειας Μπονάνο μαζί με τον Μπαρόνε Τζούνιορ, καταδικάστηκε το 1992 σε ισόβια κάθειρξη για έξι δολοφονίες. Όταν οι ντετέκτιβ έκαναν έφοδο στο σπίτι του ειδικού στις πολεμικές τέχνες, εντόπισαν εγχειρίδιο βασανιστηρίων και τεμαχισμού.
Ο Μπαρόνε ισχυρίζεται: «Ήταν σαδιστής δολοφόνος. Έμπαινε στην μπανιέρα με το πτώμα και το έκοβε, ενώ ήταν και οι δύο γυμνοί μέσα στην μπανιέρα. Έκοβε τα σώματα των θυμάτων σε κομμάτια. Όταν ήμουν στο Μητροπολιτικό Σωφρονιστικό Κέντρο της Νέας Υόρκης, τον είδα να περνά από την πόρτα και να φωνάζει: “Μην εμπιστεύεστε κανέναν εκεί μέσα, όλοι είναι ρουφιάνοι”. Είχε ψιλή φωνή. Ήταν σκληρός, πραγματικά σκληρός και τρομακτικός. Οι άνθρωποι τον φοβούνταν».
Η δολοφονία του πατέρα και το σημείο καμπής
Η πιθανή εμπλοκή του πατέρα του στον θάνατο ενός άλλου «μπράβου» ίσως αποτέλεσε τον πρώτο σπόρο αμφιβολίας. «Αργότερα έμαθα ότι μπορεί να ήταν ο πατέρας μου που τον σκότωσε, γιατί ο πατέρας μου σκοτώθηκε αργότερα και αυτή η δολοφονία δεν εξιχνιάστηκε ποτέ», λέει.
Ο θάνατος του πατέρα του υπήρξε το καθοριστικό σημείο καμπής. Αν και η υπόθεση δεν εξιχνιάστηκε επίσημα, το FBI πίστευε ότι η οικογένεια Τζενοβέζε είχε διατάξει το χτύπημα. Ο Μπαρόνε Τζούνιορ βρισκόταν προσωρινά κρατούμενος για υπόθεση εκβίασης και δεν μπόρεσε να παραστεί στην κηδεία. Κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας, πράκτορας του FBI τον οδήγησε σε ένα πλευρικό δωμάτιο και του έδειξε φωτογραφίες του πατέρα του νεκρού στο νεκροτομείο.
«Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα μετά από δύο χρόνια νεκρό και με επηρέασε. Δεν θα πω ψέματα, έκλαψα. Τον είδα στο φορείο με σημάδια στο στήθος και μου είπαν: “Εκεί θα καταλήξεις“. Το FBI είχε πληροφορίες ότι τρεις άνδρες πήγαν να τον δουν και πιστεύουν ότι τον σκότωσαν, επειδή επρόκειτο να συλληφθεί εκείνο το Σαββατοκύριακο», περιγράφει.

Ζωή με τον θάνατο δίπλα του
Λίγο αργότερα, ο Μπαρόνε Τζούνιορ αποφάσισε να αλλάξει στρατόπεδο. Ήξερε ότι ακόμη και οι πιο στενοί του φίλοι στη μαφία, όπως ο Σικάλε, θα τον σκότωναν αν λάμβαναν εντολή. «Έπρεπε να παίζω καλά τον ρόλο μου, αλλά φοβόμουν. Πολλοί νομίζουν ότι επειδή συνεργάστηκα είμαι δειλός ή ρουφιάνος. Με έπαιρνε τηλέφωνο ο αρχηγός μου και μου έλεγε να τον συναντήσω σε 15 λεπτά. Πάντα φοβόμουν ότι θα αποκαλυφθώ κι όμως πήγαινα. Περπατούσα προς κάτι που θα μπορούσε να είναι ο θάνατός μου. Δεν νομίζω λοιπόν ότι είμαι τόσο δειλός. Θα ήθελα να δω πόσοι άλλοι θα έκαναν αυτό που έκανα».
Οι κρίσιμες πληροφορίες που έσωσαν ζωές
Κατά τη διάρκεια των ετών, ο Μπαρόνε, ο οποίος διέθετε 30 όπλα, βοήθησε το FBI να προστατεύσει πολυάριθμους αξιωματούχους. Μεταξύ αυτών ήταν ο δικαστής Νίκολας Γκαραούφις, που είχε επιβλέψει υποθέσεις κατά των Μπονάνο, και ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας Γκρεγκ Άντρες. «Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τίποτα δεν μπορεί να τους συμβεί, αλλά ήταν τόσο κοντά στο να σκοτωθούν που δεν έχουν ιδέα πόσο κοντά ήταν. Και το σταμάτησα», υποστηρίζει. Εκτιμά ότι βοήθησε τις Αρχές να επιβεβαιώσουν τα ονόματα και τα πρόσωπα περίπου 1.000 οργανωμένων εγκληματιών και συνεργατών τους, εξηγώντας ότι κάποιοι ήταν ήδη γνωστοί, αλλά πολλοί όχι, καθώς το FBI δεν γνώριζε ποιοι γίνονταν «μυημένα μέλη».
Η αποκάλυψη και η δικαστική μάχη
Η σύλληψή του για φερόμενο σχέδιο δολοφονίας έναντι 1 εκατομμυρίου δολαρίων οδήγησε στην αποκάλυψή του ως πληροφοριοδότη και σε ένα άδοξο τέλος της σχέσης του με το FBI. Το 2008 πρόσφερε στον Μάικλ Κουκς 100.000 δολάρια για να εκτελέσει το συμβόλαιο θανάτου. «Δεν επρόκειτο να σκοτώσω τον άνθρωπο ή κάτι τέτοιο, αλλά προσποιήθηκα ότι θα το έκανα», λέει.
Αυτό που δεν γνώριζε ήταν ότι ο Κουκς ήταν πληροφοριοδότης του Αστυνομικού Τμήματος Νέας Υόρκης. Το γεγονός οδήγησε τον Μπαρόνε σε δίκη το 2010 για την υπόθεση του «murder-for-hire», με το σώμα ενόρκων να τον κρίνει αθώο. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο δικηγόρος του εξήγησε ότι ο Μπαρόνε, ως πληροφοριοδότης, «έπαιζε» τον Κουκς για να συγκεντρώσει περισσότερα στοιχεία για τους χειριστές του στο FBI. Ο δικηγόρος του, Χοσέ Μουνίθ, είπε στους ενόρκους: «Δεν ήταν απλώς καλός στη συλλογή πληροφοριών, ήταν ο καλύτερος που είχαν ποτέ. Καλύτερος και από τον Ντόνι Μπράσκο».
Ο Μπαρόνε είχε περάσει 18 μήνες υπό κράτηση εν αναμονή της δίκης και το 2018 κατέθεσε αγωγή κατά του FBI για πρόκληση ψυχικής οδύνης. Η αγωγή απέτυχε και έχασε τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου του σπιτιού του. Αναφέρθηκε ότι η σύλληψή του σημειώθηκε τρεις μήνες μετά τη συνταξιοδότηση του βασικού του χειριστή στο FBI και ότι είχαν προκύψει εντάσεις με τους νέους χειριστές σχετικά με τις μεθόδους του.
Σήμερα, έχοντας αποκτήσει το δικό του podcast, καταλήγει: «Η ζωή στη μαφία είναι εισιτήριο χωρίς επιστροφή για ισόβια φυλακή ή για τον θάνατο. Ναι, βγάζεις χρήματα, αλλά μετά τα περισσότερα πάνε στους δικηγόρους. Οι οικογένειες ζουν καλά για λίγο, μετά τα χρήματα τελειώνουν και επιστρέφεις στο τίποτα. Δηλαδή, στο απόλυτο τίποτα».