Η Τουρκία έσπευσε να διαψεύσει επίσημα ότι βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ για κοινό πρόγραμμα ναυπήγησης φρεγατών, την ώρα που το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αποφεύγει επιμελώς να απαντήσει ευθέως αν «τρέχουν» παρασκηνιακές συζητήσεις για συνεργασία στα αμερικανικά ναυπηγικά προγράμματα.

Η διάψευση ήρθε από το τουρκικό υπουργείο Άμυνας, το οποίο ξεκαθάρισε ότι, παρά τις «πολλές δραστηριότητες συνεργασίας» με τις ΗΠΑ, «δεν υπάρχει εργασία στον τομέα της κοινής ναυπήγησης πλοίων», επιχειρώντας να βάλει φρένο στα σενάρια για συμμετοχή της Τουρκίας στην αντιμετώπιση της αμερικανικής κρίσης ναυπηγήσεων.

Παράλληλα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όταν ρωτήθηκε ειδικά για συνομιλίες γύρω από φρεγάτες και ναυτικά προγράμματα, απέφυγε να μπει στην ουσία, περιοριζόμενο στην επισήμανση ότι η Τουρκία είναι «πολύτιμος σύμμαχος του ΝΑΤΟ» με «μεγάλη και αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία» και ότι υπάρχει «ισχυρό διμερές εμπόριο στον τομέα της άμυνας».

Η αμερικανική σιωπή για τις λεπτομέρειες των επαφών έρχεται να «κουμπώσει» με δημοσίευμα που αποκάλυπτε ότι οι ΗΠΑ αναζητούν τρόπους να αξιοποιήσουν την τουρκική ναυπηγική βιομηχανία για την ενίσχυση του στόλου τους, εν μέσω έντονου ανταγωνισμού με την Κίνα. Σύμφωνα με αυτές τις πληροφορίες, αντιπροσωπεία της αμερικανικής Διοίκησης Ναυτικών Συστημάτων (NAVSEA) επισκέφθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2026 το Ναυπηγείο Κωνσταντινούπολης, εξετάζοντας τόσο την προοπτική προμήθειας ναυτικών εξαρτημάτων όσο και το ενδεχόμενο να εμπλακεί η Τουρκία στην κατασκευή νέων φρεγατών για το αμερικανικό Ναυτικό.

Το πρόβλημα των ΗΠΑ και ο παράγων Τουρκία

Την ίδια στιγμή, τουρκικές και διεθνείς αναλύσεις περιγράφουν μια νέα εποχή στις σχέσεις Τουρκίας–ΗΠΑ, με τον Ντόναλντ Τραμπ να «χτυπά την πόρτα» του Ταγίπ Ερντογάν ακριβώς επειδή η Ουάσινγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με βαθιά κρίση στη ναυπηγική της βιομηχανία. Τα αμερικανικά ναυπηγεία υποφέρουν από δεκαετίες υποεπένδυσης, έλλειψη εργατικού δυναμικού, περιορισμένη χωρητικότητα και σωρευμένες ανάγκες συντήρησης, με αποτέλεσμα ο Λευκός Οίκος να εξετάζει φόρμουλες για να αναθέσει μεγαλύτερο κομμάτι έργου σε συμμάχους, παρά τους περιορισμούς της αμερικανικής νομοθεσίας στην κατασκευή πολεμικών πλοίων στο εξωτερικό.

Σε αυτό το κενό έρχεται να τοποθετηθεί η Τουρκία, παρουσιάζοντας τα ναυπηγεία της, κυρίως στην περιοχή του Παντειχίου (Πεντίκ) και της Τούζλα, απέναντι από τη Γιάλοβα (Ελενούπολη), ως ένα συμπαγές, ιδιαίτερα παραγωγικό και καινοτόμο ναυπηγικό οικοσύστημα. Οι εγκαταστάσεις αυτές μπορούν να ναυπηγούν περισσότερα από 30 πλοία ταυτόχρονα για το τουρκικό και πακιστανικό ναυτικό, ενώ λειτουργούν υπό μια ευέλικτη «ομπρέλα» συνεργασίας που επιτρέπει σε διαφορετικά ναυπηγεία να κατασκευάζουν τμήματα ενός πλοίου, να τα μεταφέρουν και να τα συναρμολογούν αλλού, μειώνοντας χρόνο και κόστος.

Ειδικοί της αμυντικής βιομηχανίας υπογραμμίζουν ότι η Τουρκία δεν προσφέρει μόνο όγκο παραγωγής, αλλά και συγκέντρωση τεχνογνωσίας: το Γραφείο Σχεδιασμού στο ναυπηγείο Πεντίκ έχει αναπτύξει πλήρη αλυσίδα, από τον σχεδιασμό και τις δοκιμές μέχρι τις θαλάσσιες δοκιμές και τις τελικές τροποποιήσεις, πριν το έργο «σπάσει» σε πακέτα προς ιδιωτικά ναυπηγεία. Παράλληλα, τα τουρκικά ναυπηγεία επενδύουν επιθετικά στην αυτοματοποίηση, σε αντίθεση με πολλά αμερικανικά που παραμένουν εξαρτημένα από χειρωνακτική εργασία, κάτι που ενισχύει την εικόνα της Τουρκίας ως ανερχόμενης δύναμης στη ναυπήγηση φρεγατών και γενικότερα πολεμικών πλοίων.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Τουρκία διαθέτει επαρκές εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, πρόσβαση σε πολλαπλούς προμηθευτές χάλυβα και εξαρτημάτων και μια κουλτούρα στενής συνεργασίας στρατιωτικών και ιδιωτικών ναυπηγείων, στοιχεία που την καθιστούν ελκυστική για μια Ουάσινγκτον που αναζητεί επειγόντως νέες γραμμές παραγωγής. Καθώς ο αμερικανικός στόλος επιδιώκει να μεγαλώσει για να ανταγωνιστεί την Κίνα, η συζήτηση για το αν οι φρεγάτες του μέλλοντος θα «πατάνε» –έστω μερικώς– σε τουρκικά ναυπηγεία αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα.

Στο εσωτερικό της κυβέρνησης Τραμπ, υποστηρικτές της προσέγγισης με την Άγκυρα βλέπουν τη ναυπηγική συνεργασία ως εργαλείο αναζωογόνησης των διμερών σχέσεων, παρακάμπτοντας εν μέρει τα εμπόδια που έχει επιβάλει το καθεστώς κυρώσεων Caatsa λόγω της αγοράς των ρωσικών S‑400 από την Τουρκία. Ωστόσο, κάθε βήμα προς βαθύτερη αμυντική συνεργασία, ειδικά σε τόσο κρίσιμο πεδίο όπως οι φρεγάτες, αναμένεται να προκαλέσει αντιδράσεις στο Κογκρέσο, όπου παραμένουν έντονες οι επιφυλάξεις για τον ρόλο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και τις στενές της σχέσεις με τη Μόσχα.

Παρά τις πολιτικές τριβές, αξιωματούχοι του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας αναζητούν ήδη «εναλλακτικές γραμμές παραγωγής», με την Τουρκία να διεκδικεί ρόλο-κλειδί στη νέα αρχιτεκτονική της δυτικής θαλάσσιας ισχύος. Αν τελικά οι ισορροπίες σε Ουάσινγκτον και Άγκυρα επιτρέψουν το άλμα από τις δηλώσεις στις συμβάσεις, ο 21ος αιώνας μπορεί να βρει τον αμερικανικό στόλο να βασίζεται, έστω και μερικώς, σε τουρκικές δεξαμενές και φρεγάτες, παρά τις σημερινές επίσημες διαψεύσεις.