Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε συνομιλίες με την Τουρκία για μια στενότερη συνεργασία στη ναυπηγική βιομηχανία, σε μια προσπάθεια να ξεπεράσουν τα σοβαρά προβλήματα παραγωγής του αμερικανικού στόλου εν μέσω κλιμακούμενου ανταγωνισμού με την Κίνα. Η Άγκυρα προβάλλει εαυτόν ως εναλλακτικός εταίρος για την κάλυψη επειγουσών αμερικανικών αναγκών σε πλοία και εξαρτήματα.
Οι συνομιλίες Ουάσινγκτον–Άγκυρας ξεκίνησαν πέρυσι και αφορούν από την προμήθεια ναυτικών εξαρτημάτων έως και το ενδεχόμενο η Τουρκία να συνδράμει στην κατασκευή νέων φρεγατών για το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό. Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, οι συνομιλίες έχουν φτάσει σε υψηλά επίπεδα μεταξύ του υπουργείου Πολέμου του Τραμπ και του υπουργείου Άμυνας της Τουρκίας.
Τα τουρκικά ναυπηγεία, τα οποία μπορούν να ναυπηγούν πάνω από 30 πλοία ταυτόχρονα για το τουρκικό και το πακιστανικό ναυτικό, θεωρούνται ικανά να αυξήσουν τον όγκο παραγωγής σε σύντομους χρόνους, την ώρα που οι ΗΠΑ προσπαθούν να ανασυστήσουν μια βιομηχανία που έχει υποστεί δεκαετίες υποεπένδυσης. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αναγνωρίσει δημόσια την «κρίση» στη ναυπηγική βιομηχανία των ΗΠΑ, δηλώνοντας πως η χώρα «δεν χτίζει πια πλοία» και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αξιοποίησης συμμάχων για την κάλυψη των κενών.
Τουρκία: Eυκαιρία για παράκαμψη αμερικανικών αδιεξόδων
Παρότι η αμερικανική νομοθεσία περιορίζει την κατασκευή πολεμικών πλοίων σε ξένα ναυπηγεία, ο Λευκός Οίκος εξετάζει φόρμουλες που θα επέτρεπαν μεγαλύτερη ανάθεση έργου σε συμμάχους όπως η Τουρκία, στο όνομα της ταχείας ενίσχυσης του στόλου. Η απόφαση του Πενταγώνου να ακυρώσει το πρόγραμμα φρεγατών Constellation, που υλοποιούσε η ιταλική Fincantieri σε ναυπηγείο του Ουισκόνσιν, έχει επιτείνει το αδιέξοδο και επιταχύνει την αναζήτηση εναλλακτικών γραμμών παραγωγής. Η ανεπαρκής χωρητικότητα των ναυπηγείων, οι απώλειες εργατικού δυναμικού και τα συσσωρευμένα προγράμματα συντήρησης αναγκάζουν το Πεντάγωνο να βασίζεται σε συμμαχικά λιμάνια. Οι διαδικασίες επισκευής μετά τα ατυχήματα των USS Fitzgerald και USS John S. McCain, ειδικότερα, έφεραν αυτό το πρόβλημα χωρητικότητας στο προσκήνιο.
Στο εσωτερικό της κυβέρνησης, υποστηρικτές της προσέγγισης με την Άγκυρα βλέπουν στη ναυπηγική συνεργασία ένα εργαλείο για την αναζωογόνηση των διμερών σχέσεων, παρακάμπτοντας εν μέρει τα εμπόδια που έχει δημιουργήσει το καθεστώς κυρώσεων Caatsa για την αγορά των ρωσικών S-400 από την Τουρκία.
Ωστόσο, οποιοδήποτε βήμα προς βαθύτερη αμυντική συνεργασία με την Τουρκία αναμένεται να βρει αντιδράσεις στο Κογκρέσο, όπου εξακολουθούν να υπάρχουν έντονες επιφυλάξεις για τον ρόλο της Άγκυρας στο ΝΑΤΟ και τις σχέσεις της με τη Μόσχα. Παρά τις πολιτικές εντάσεις, αξιωματούχοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επισημαίνουν ότι το υπουργείο Άμυνας αναζητά ήδη «εναλλακτικές γραμμές παραγωγής», υπονοώντας ότι η Τουρκία μπορεί να λειτουργήσει ως κρίσιμη βαλβίδα αποσυμπίεσης για το υπερφορτωμένο αμερικανικό σύστημα ναυπηγείων.
Τουρκία: Συγκεντρωμένα, καινοτόμα ναυπηγεία
Για ειδικούς της αμυντικής βιομηχανίας, το πλεονέκτημα της Τουρκίας δεν είναι μόνο η δυναμικότητα παραγωγής, αλλά και η γεωγραφική και λειτουργική συγκέντρωση των ναυπηγείων της. Οι κύριες εγκαταστάσεις στο Πεντατείχιο (Πεντίκ) και στον Ακρίτα (Τούζλα), απέναντι από τη Γιάλοβα (βυζαντινή Ελενούπολη), δημιουργούν ένα πυκνό βιομηχανικό οικοσύστημα που επιτρέπει γρήγορη προσαρμογή σε νέα προγράμματα, ευέλικτη κατανομή έργου και συνεργατικά σχήματα μεταξύ στρατιωτικών και ιδιωτικών ναυπηγείων. Υπό την «ομπρέλα» της εταιρείας STM, διαφορετικά ναυπηγεία μπορούν να αναλάβουν την κατασκευή επιμέρους τμημάτων ενός πλοίου, να τα μεταφέρουν και να τα συναρμολογήσουν σε άλλο ναυπηγείο, μειώνοντας χρόνο και κόστος.
Η εμπειρία του Γραφείου Σχεδιασμού του Ναυπηγείου στο Πεντατείχιο θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα: από τη σχεδίαση και τις δοκιμές έως τις θαλάσσιες δοκιμές και τις τελικές τροποποιήσεις, η Τουρκία έχει αναπτύξει μια ολοκληρωμένη αλυσίδα παραγωγής πολεμικών πλοίων, η οποία στη συνέχεια «σπάει» σε πακέτα εργασίας που μοιράζονται σε ιδιωτικά ναυπηγεία.
Τούρκοι αναλυτές τονίζουν επίσης ότι τα ναυπηγεία της χώρας επενδύουν επιθετικά στην αυτοματοποίηση διαδικασιών, την ώρα που πολλά αμερικανικά ναυπηγεία παραμένουν εξαρτημένα από χειρωνακτική εργασία, γεγονός που ενισχύει την εικόνα της Τουρκίας ως καινοτόμου παίκτη στη ναυπηγική βιομηχανία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία εμφανίζεται έτοιμη να αξιοποιήσει το κενό ισχύος που δημιουργεί η κρίση της αμερικανικής ναυπηγικής: με επαρκές εργατικό δυναμικό, πολλαπλούς προμηθευτές χάλυβα και εξαρτημάτων και κουλτούρα στενής συνεργασίας, η Άγκυρα διεκδικεί ρόλο-κλειδί στη νέα αρχιτεκτονική της δυτικής θαλάσσιας ισχύος. Το εάν η πολιτική βούληση σε Ουάσινγκτον και Άγκυρα θα ακολουθήσει τον ρυθμό των ναυπηγείων μένει να αποδειχθεί, όμως τα πρώτα βήματα δείχνουν ότι ο 21ος αιώνας μπορεί να βρει τον αμερικανικό στόλο να στηρίζεται, εν μέρει, στα τουρκικά διαλυτήρια και τις δεξαμενές.
Απόπειρα σύγκρισης με Ελλάδα
Σε ανάρτηση της Αμυντικής Βιομηχανίας της Τουρκίας, υπάρχει ο ισχυρισμός ότι «τα τουρκικά ναυπηγεία υπερτερούν των ελληνικών».
Στην ανάρτηση αναφέρεται το περιστατικό όπου το αεροπλανοφόρο USS Harry S. Truman συγκρούστηκε με εμπορικό πλοίο (M/V Besiktas‑M) κοντά στο Πόρτ Σάιντ τον Φεβρουάριο 2025. Μετά την σύγκρουση, το αεροπλανοφόρο άλλαξε ρότα για τη βάση της Σούδας για επισκευές.
Η ζημιά, όμως, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ ήταν καθαρά «καλλωπιστικού χαρακτήρα» και όπως είχε αναφέρει και ο καπετάνιος του πλοίου «δεν επηρέαζε την επιχειρησιακή δυνατότητα του πλοίου».

Εφόσον λοιπόν δεν επρόκειτο για σημαντική ζημιά, κατά πάγια τακτική, η επισκευή της παραπέμφθηκε στο RCOH, το «μεγάλο σέρβις» στο οποίο υποβάλλονται μία φορά στη διάρκεια της ζωής τους τα πολεμικά πλοία. Επειδή λοιπόν σε αυτό το «σέρβις» γίνονται και πιθανές αναβαθμίσεις οπλισμού και γενικότερα μεγάλες αλλαγές, μία τόσο μικρή ζημιά που δεν επηρεάζει τη λειτουργικότητά του, αφέθηκε από αυτούς που εξέτασαν το USS Harry S. Truman για το «σέρβις» το οποίο ήταν προγραμματισμένο για τις αρχές του 2026.
Εκεί λοιπόν πατά η Αμυντική Βιομηχανία της Τουρκίας και επιχειρεί να πείσει το κοινό της ότι τα ελληνικά ναυπηγεία συγκρίθηκαν με τα τουρκικά και υπολείπονται, χωρίς ωστόσο κάτι τέτοιο να έχει βάση στην προκειμένη περίπτωση