Σημαντικό πλήγμα στις διατλαντικές σχέσεις σημειώθηκε την τελευταία εβδομάδα, σύμφωνα με την επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς οι ηγέτες του μπλοκ συγκεντρώθηκαν σε έκτακτη Σύνοδο Κορυφής μετά από εβδομάδες κλιμακούμενων απειλών του Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία, οι οποίες τελικά αποσύρθηκαν αιφνιδιαστικά, έπειτα από μια ασαφή συμφωνία για την ασφάλεια στην Αρκτική.
Αποτυπώνοντας το γενικό κλίμα, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώνει έντονη απρόβλεπτη συμπεριφορά. «Τη μία μέρα έτσι, την άλλη μέρα όλα μπορούν να αλλάξουν ξανά», ανέφερε χαρακτηριστικά. Όπως τόνισε, οι σχέσεις Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών «έχουν σίγουρα δεχτεί μεγάλο πλήγμα την τελευταία εβδομάδα», υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι οι Ευρωπαίοι «δεν είναι διατεθειμένοι να πετάξουν στα σκουπίδια 80 χρόνια καλών σχέσεων».
Μετά το πέρας της συνόδου, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε ότι η ενότητα της ΕΕ και η προσέγγιση απέναντι στις ΗΠΑ «με σταθερό αλλά μη κλιμακούμενο τρόπο» απέδωσαν καρπούς.

Η έκτακτη σύνοδος της ΕΕ συγκλήθηκε εσπευσμένα νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι θα επέβαλλε δασμούς 10% σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες που αντιστάθηκαν σε ενδεχόμενη αμερικανική εξαγορά της Γροιλανδίας, αυτόνομης περιοχής που αποτελεί μέρος του Βασιλείου της Δανίας. Παρότι ο Ντόναλντ Τραμπ εγκατέλειψε την απειλή των δασμών την Τετάρτη, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έκριναν αναγκαία τη σύγκληση της συνόδου, για να συζητηθεί συνολικά η διατλαντική σχέση με έναν ευμετάβλητο και απρόβλεπτο πρόεδρο των ΗΠΑ.
Κατά την άφιξή της στη σύνοδο, η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, εξήρε την ενότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και «την ετοιμότητά μας να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας». Όπως δήλωσε, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ στηρίζουν τη διατήρηση μόνιμης παρουσίας στην Αρκτική, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής γύρω από τη Γροιλανδία. Τόνισε επανειλημμένα ότι η δανική κυριαρχία δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση και υπογράμμισε πως οι ΗΠΑ και η Δανία «πρέπει να συνεργάζονται με σεβασμό, χωρίς απειλές».
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, φορώντας ακόμη τα γυαλιά πιλότου που είχαν προκαλέσει παγκόσμιο ενδιαφέρον στο Νταβός, δήλωσε ότι η Ευρώπη οφείλει να «παραμείνει εξαιρετικά σε εγρήγορση και έτοιμη να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία που διαθέτει, αν βρεθεί ξανά στο στόχαστρο απειλών». Από την πλευρά του, ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, χαιρέτισε την αλλαγή στάσης του Ντόναλντ Τραμπ, δηλώνοντας ευγνωμοσύνη τόσο για την απομάκρυνση από τα αρχικά σχέδια περί κατάληψης της Γροιλανδίας όσο και για την απόφαση μη επιβολής πρόσθετων δασμών από την 1η Φεβρουαρίου.

Αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες επανέλαβαν τη βούλησή τους να διατηρηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες ως σύμμαχος, σύμφωνα με τον Guardian. Ο πρόεδρος της Λιθουανίας, Γκιτάνας Ναουσέντα, δήλωσε ότι εξακολουθεί να θεωρεί τις ΗΠΑ «τον στενότερό μας φίλο», παραπέμποντας στα δύο αμερικανικά τάγματα που έχουν αναπτυχθεί στη χώρα του. Ο πρωθυπουργός της Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ, τόνισε ότι «η Ευρώπη πρέπει να είναι απολύτως ενωμένη για να προστατεύσει τις σχέσεις της με τους εταίρους της στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού», προσθέτοντας ωστόσο ότι η πολιτική απαιτεί «εμπιστοσύνη και σεβασμό, όχι κυριαρχία και σίγουρα όχι εξαναγκασμό».
Την ίδια στιγμή, και η Γροιλανδία, η οποία αποχώρησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση το 1985, απαίτησε σεβασμό της κυριαρχίας της. Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, μιλώντας στη Νουούκ, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της συμφωνίας, υπογράμμισε όμως πως η αυτόνομη περιοχή επιθυμεί «ειρηνικό διάλογο» με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι η κυριαρχία της δεν είναι διαπραγματεύσιμη. «Αν έπρεπε να επιλέξουμε», δήλωσε, «επιλέγουμε το Βασίλειο της Δανίας, επιλέγουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση, επιλέγουμε το ΝΑΤΟ».
Η σύνοδος πραγματοποιήθηκε μετά από έντονη κριτική του προέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, προς την Ευρώπη, την οποία κατηγόρησε για βραδύτητα στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων, σε αντίθεση με τις τολμηρές ενέργειες των ΗΠΑ στο Ιράν και τη Βενεζουέλα. Ο Ουκρανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η Ευρώπη χρειάζεται ενιαίες ένοπλες δυνάμεις για την άμυνα της ηπείρου, διερωτώμενος τι θα συμβεί αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παρέμβουν, όπως μέχρι σήμερα.

H Ευρώπη είχε διαθέσει 188,6 δισεκατομμύρια ευρώ στην Ουκρανία έως τις 31 Οκτωβρίου 2025 από τον Ιανουάριο του 2022
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία, η Ευρώπη είχε διαθέσει 188,6 δισεκατομμύρια ευρώ στην Ουκρανία έως τις 31 Οκτωβρίου 2025 από τον Ιανουάριο του 2022, ωστόσο η διαδικασία λήψης αποφάσεων παραμένει συχνά αργή, με ορισμένες χώρες να εμφανίζουν δισταγμό στην αποδέσμευση στρατιωτικού εξοπλισμού. Αναφερόμενη στη χρηματοδοτική στήριξη της ΕΕ προς την Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένου δανείου 90 δισεκατομμυρίων ευρώ που δεσμεύτηκε τον προηγούμενο μήνα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωσε ότι «οι πράξεις μιλούν δυνατότερα από τα λόγια».
Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γνωστοποίησε την Πέμπτη ότι είναι έτοιμο να επανεξετάσει την απόφασή του να παγώσει την επικύρωση της εμπορικής συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ, μία από τις ισχυρότερες απαντήσεις του μπλοκ στις απειλές Τραμπ για δασμούς. Αν και οι ευρωβουλευτές αναμενόταν να ψηφίσουν τον Φεβρουάριο για μηδενικούς δασμούς σε πολλά αμερικανικά προϊόντα, η διαδικασία ανεστάλη προσωρινά μετά τις απειλές για επιβολή δασμών. Η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μετσόλα, δήλωσε ότι, μετά την υπαναχώρηση του Ντόναλντ Τραμπ, μπορούν να προχωρήσουν εκ νέου οι συζητήσεις για τη συμφωνία.
Ο επικεφαλής της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Γερμανός σοσιαλδημοκράτης ευρωβουλευτής, Μπερντ Λάνγκε, ανέφερε ότι το ζήτημα θα επανεξεταστεί την επόμενη εβδομάδα, επισημαίνοντας πως «δεν υπάρχει περιθώριο για ψευδή αίσθηση ασφάλειας». Τόνισε ότι η επόμενη απειλή είναι βέβαιο πως θα έρθει, γι’ αυτό και η ΕΕ πρέπει να θέτει σαφή όρια και να χρησιμοποιεί όλα τα διαθέσιμα νομικά εργαλεία.

Σε απάντηση στις απειλές για δασμούς, η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε εξετάσει την επιβολή δασμών σε αμερικανικά προϊόντα αξίας 93 δισεκατομμυρίων ευρώ, καθώς και την ενεργοποίηση του ισχυρότερου οικονομικού της όπλου, του μηχανισμού κατά του εξαναγκασμού, που θα επέτρεπε την επιβολή ευρέος φάσματος οικονομικών κυρώσεων σε αμερικανικές εταιρείες. Ακόμα και οι πλέον φιλοατλαντικές κυβερνήσεις της ΕΕ αναγνώρισαν ότι μια τέτοια αντίδραση θα μπορούσε να καταστεί αναγκαία.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες παρακολουθούσαν με αυξανόμενη ανησυχία τις επιμονές του Ντόναλντ Τραμπ για αμερικανική ανάληψη της Γροιλανδίας, ένα ενδεχόμενο που απειλούσε να διασπάσει το ΝΑΤΟ και τη δυτική συμμαχία. Υπήρχαν φόβοι ότι η αποτυχία αντίστασης θα παρείχε νομιμοποίηση σε μια ενδεχόμενη κινεζική κατάληψη της Ταϊβάν ή σε ρωσική εισβολή στις χώρες της Βαλτικής, υπονομεύοντας τη διεθνή τάξη μετά το 1945.

Παρότι η απειλή αυτή έχει προς το παρόν υποχωρήσει, οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξέφρασαν ανησυχίες για το προτεινόμενο από τον Ντόναλντ Τραμπ «Συμβούλιο Ειρήνης», με φόβους ότι επιχειρεί να δημιουργήσει έναν ανταγωνιστικό μηχανισμό προς τον ΟΗΕ. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, δήλωσε ότι η ΕΕ διατηρεί «σοβαρές επιφυλάξεις» για διάφορα στοιχεία του σχεδίου, όπως το εύρος, η διακυβέρνηση και η συμβατότητά του με τον ΟΗΕ, προσθέτοντας ότι η Ένωση είναι διατεθειμένη να συνεργαστεί με τον Αμερικανό πρόεδρο στο σχέδιο ειρήνης για τη Γάζα.
Το «Συμβούλιο Ειρήνης», που παρουσιάστηκε στο Νταβός, αποτελούσε αρχικά μέρος του σχεδίου ειρήνης και ανοικοδόμησης για τη Γάζα, ωστόσο εξελίσσεται σε έναν οργανισμό με διευρυμένο γεωπολιτικό ρόλο, υπό τον άμεσο έλεγχο του Ντόναλντ Τραμπ. Μέχρι στιγμής, μόνο η Ουγγαρία και η Βουλγαρία από τα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν αποδεχτεί την πρόσκληση συμμετοχής, ενώ η Γαλλία, η Σουηδία, καθώς και τα μη μέλη της ΕΕ, Νορβηγία και Ηνωμένο Βασίλειο, έχουν απορρίψει την πρόταση.