Στις 16 Μαΐου 1948, η Θεσσαλονίκη ξύπνησε συγκλονισμένη από ένα έγκλημα που έμελλε να στιγματίσει για πάντα την ελληνική και διεθνή δημοσιογραφία: ο βαρκάρης Λάμπρος Αντώναρος βρήκε στη θάλασσα, κοντά στον Λευκό Πύργο, ένα ανθρώπινο σώμα να επιπλέει, δεμένο χειροπόδαρα, με το πρόσωπο αλλοιωμένο και ένα τραύμα από σφαίρα στον αυχένα. Λίγες ώρες αργότερα, αναγνωρίζεται ως το πτώμα του Τζορτζ Πολκ, ανταποκριτή του αμερικανικού CBS στην Ελλάδα.
Η δολοφονία του προκαλεί διεθνή κατακραυγή
Ο Πολκ είχε ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη για να πάρει συνέντευξη από τον Μάρκο Βαφειάδη, επικεφαλής της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης του ΚΚΕ, σε μια κρίσιμη φάση του Εμφυλίου. Η συνέντευξη δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ο δημοσιογράφος «εξαφανίστηκε» και λίγες μέρες αργότερα βρέθηκε νεκρός.
Το πτώμα δεν βυθίστηκε, όπως θα περίμενε κανείς σε μια προσπάθεια συγκάλυψης, αλλά πετάχτηκε μπροστά στον Λευκό Πύργο, «στην καρδιά του λιμανιού σαν τρόπαιο», όπως γράφει ο Γεώργιος Μόδης, στο βιβλίο «Τέσσερις δίκες στη Θεσσαλονίκη». Το μήνυμα ήταν σαφές: το έγκλημα έπρεπε να φανεί, όχι να κρυφτεί.
Η έρευνα στράφηκε εξαρχής κατά της Αριστεράς. Η Χωροφυλακή συνέλαβε τον δημοσιογράφο Γρηγόρη Στακτόπουλο, με βασικό επιβαρυντικό στοιχείο ότι είχε συναντήσει τον Πολκ λίγο πριν τη δολοφονία. Υπέστη φρικτά βασανιστήρια και κατέληξε να «ομολογήσει» εμπλοκή, οδηγούμενος σε ισόβια.
Το σενάριο των αρχών κατέρρευσε όταν αποκαλύφθηκε ότι ο φερόμενος φυσικός αυτουργός Αδάμ Μουζενίδης ήταν ήδη… νεκρός όταν δολοφονήθηκε ο Πολκ και δεν θα μπορούσε να το έχει κάνει. Η δίκη χαρακτηρίστηκε από πλήθος παρατυπιών και η ενοχή του Στακτόπουλου παραμένει αμφισβητούμενη μέχρι σήμερα.
Η Θεσσαλονίκη, μεσοπέλαγα του Εμφυλίου, αποτελούσε σταυροδρόμι για Βρετανούς, Αμερικανούς, το παρακράτος και τους θύλακες της Αριστεράς. Θύμιζε περισσότερο Καζαμπλάνκα παρά ελληνική μεγαλούπολη. Όπως είπε ο δημοσιογράφος Ουίνστον Μπερντέτ, «είτε οι κομμουνιστές σκότωσαν τον Πολκ είτε οι ακροδεξιοί, επιλέγοντας το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, η κάθε πλευρά άφηνε το έγκλημα στην αυλόπορτα της άλλης».
Ποιος πραγματικά σκότωσε τον Πολκ;
Η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη, τροφοδοτώντας αμέτρητες θεωρίες:
- Οι Βρετανοί: Ο τελευταίος που φέρεται να είδε τον Πολκ ζωντανό ήταν ο Ράντος Κόουτ, στέλεχος του Γραφείου Πληροφοριών του Λονδίνου, ο οποίος εξαφανίστηκε μυστηριωδώς.
- Οι Σοβιετικοί: Κάποιοι θεωρούν ότι η δολοφονία σχεδιάστηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον περίφημο κατάσκοπο Κιμ Φίλμπυ.
- Οι Αμερικανοί: Σύμφωνα με τον Κώστα Παπαϊωάννου, το σχέδιο ήταν του συνταγματάρχη Χάρβι Σμιθ, που ήθελε να αποτρέψει δημοσιογράφους από το να έρθουν σε επαφή με την Αριστερά.
- Η Κομινφόρμ και το ΚΚΕ: Η επίσημη εκδοχή των αρχών – χωρίς σοβαρές αποδείξεις, αλλά με ισχυρή προπαγανδιστική ισχύ.
- Η Δεξιά: Η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Κέιρι Μάρτον στο βιβλίο The Polk Conspiracy υποστηρίζει ότι εντολή έδωσε ο πρώην πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Τσαλδάρης μέσω παρακρατικού του Πειραιά.
- Η συλλογική ευθύνη: Ο Έντμουντ Κίλι περιγράφει ένα πολυεθνικό «δίκτυο» από Έλληνες, Αμερικανούς και Βρετανούς που συνεργάστηκαν για την πολιτική εξόντωση του Πολκ.
Ο Τζορτζ Πολκ ήταν 35 ετών, παντρεμένος με Ελληνίδα και εργαζόταν για το CBS. Είχε πολεμήσει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε καταγγείλει την πολιτική των ΗΠΑ στην Ελλάδα, ζητώντας ειρήνευση και όχι καταστολή.
Η δολοφονία του αποτέλεσε καθοριστική στιγμή για τη διεθνή δημοσιογραφική κοινότητα. Στη μνήμη του θεσπίστηκε το βραβείο George Polk Award, ένα από τα σημαντικότερα στον χώρο της δημοσιογραφίας.
Ο Στακτόπουλος αποφυλακίστηκε το 1960 και πέθανε το 1988, δίχως ποτέ να του αναγνωριστεί επίσημα η αθωότητα. Η υπόθεση παραμένει ένα σκοτεινό κεφάλαιο της ελληνικής Ιστορίας και μία δολοφονία που παραμένει ανεξιχνίαστη.
