Ο συγγραφέας που έγραψε τη «Βίβλο» της λογοτεχνικής παρέας των Μπίτνικ ήταν ένας άνθρωπος που πάλεψε ως το τέλος με τους προσωπικούς του δαίμονες, τόσο τους λογοτεχνικούς όσο και τους πραγματικούς.

Η περίφημη παρέα που έβαλε σκοπό να αλλάξει τη λογοτεχνία, απλοποιώντας τις φόρμες και απαλείφοντας τα περίτεχνα σχήματα λόγου, είχε πάντα τον Κέρουακ στην καρδιά της, καθώς αυτός ένωνε τις αντιθέσεις και έδωσε σε μια ολόκληρη γενιά αμερικανών λογοτεχνών υπόσταση.

Οι Μπίτνικ, «μια παρέα φίλων με κοινό τρόπο σκέψης», όπως το ήθελε ο ποιητής της ομάδας Άλεν Γκίνσμπεργκ, βρήκαν την απόλυτη έκφραση του λογοτεχνικού τους μανιφέστο στην εργογραφία του Κέρουακ και ιδιαίτερα στο περιβόητο -από κάθε άποψη!- «Στο Δρόμο»: η ακατέργαστη, φαινομενικά ανύπαρκτη φόρμα με τις ασύντακτες παραγράφους και το φτωχό επαναλαμβανόμενο λεξιλόγιο έγινε το βιβλίο-αναφοράς του κινήματος της δεκαετίας του ’50.

Η «αυθόρμητη πρόζα», όπως το έλεγε ο Κέρουακ, η αδιαμεσολάβητη φόρμα δηλαδή που μπορεί να μεταγγίσει απευθείας το περιεχόμενο στον αναγνώστη, προκαλώντας ένα «σοκ τηλεπάθειας», έκανε βέβαια τους παραδοσιακούς λογοτέχνες να διαμαρτύρονται, με τον Τρούμαν Καπότε να παρατηρεί πικρόχολα: «Ο Κέρουακ δεν γράφει, δακτυλογραφεί»!

Κι αυτό ήταν βέβαια αλήθεια, μια αλήθεια όμως στην οποία έβλεπε η Γενιά των Μπιτ την ίδια την ουσία της λογοτεχνικής εμπειρίας: το 1941, ας πούμε, ο Κέρουακ έγραψε σε μια δανεική γραφομηχανή 200 διηγήματα σε διάστημα 8 εβδομάδων, ενώ το λαμπρό του «Στο Δρόμο» χρειάστηκε μόλις 2 εβδομάδες για να γεννηθεί, τον Απρίλιο του 1951!

Ο Κέρουακ και η παρέα του έγραφαν εξάλλου για τους απόκληρους και τους τρελούς (εντός και εκτός εισαγωγικών) και οι λογοτεχνικές φιοριτούρες δεν ήταν ποτέ του γούστου τους. Γράφει λοιπόν στο «Στο Δρόμο»: «Οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, τρελαίνονται να μιλήσουν, τρελαίνονται να σωθούν, που ποθούν τα πάντα ταυτόχρονα, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται ή λένε έστω και μία κοινοτοπία, αλλά που καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, που σκάνε σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στα αστέρια κι από μέσα τους ξεπηδά το μπλε φως της καρδιάς τους, κι όσοι τους βλέπουν κάνουν: Αααα!!!! με θαυμασμό»…

Πρώτα χρόνια

Ο Ζαν-Λουί Λεμπρί ντε Κερουάκ γεννιέται στις 12 Μαρτίου 1922 στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, ως γιος γαλλόφωνων καναδών μεταναστών. Ο πατέρας του διατηρούσε τυπογραφείο στη μικρή πόλη και η μητέρα του περνούσε τη μέρα της στο νοικοκυριό, με την οικογένεια να είναι η τυπική αμερικανική φαμίλια της εποχής.

Στην παιδική του ηλικία θα γνωρίσει όμως την τραγωδία, όταν το καλοκαίρι του 1926 θα χάσει τον μεγαλύτερο αδελφό του Gerard, ο οποίος πέθανε χτυπημένος από ασθένεια. Η καθολική οικογένεια θα στραφεί έτσι ακόμα περισσότερο στη θρησκεία, αν και ο μικρός Τζακ μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ αθλημάτων και διαβάσματος.

Παρά το γεγονός ότι ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας και να γράψει «το μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα», είναι στα σπορ που βλέπει την εξασφάλιση του μέλλοντός του. Είναι βέβαια η εποχή της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του ’30, κάτι που θα φέρει τον οικονομικό όλεθρο στη φαμίλια, με τον πατέρα του να στρέφεται πια στο ποτό και τον τζόγο και τη μητέρα του να βγαίνει από το σπίτι για να βρει δουλειά.

Μοναδική διέξοδος από την οικονομική ανέχεια είναι για τον νεαρό Τζακ το ράγκμπι. Είναι άλλωστε αστέρι στη γυμνασιακή του ομάδα, κάτι που θα μπορούσε να του εξασφαλίσει τόσο υποτροφία για πανεπιστημιακές σπουδές όσο και συμμετοχή στο πενιχρό οικογενειακό εισόδημα. Αποφοιτώντας λοιπόν το 1939, παίρνει πράγματι υποτροφία για το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, κάτι που θα τον φέρει στην πολύβουη Νέα Υόρκη, αλλάζοντας έτσι τη ζωή του μια και καλή…

Λογοτεχνικές απόπειρες

Ο Κέρουακ έρχεται σε επαφή στο «Μεγάλο Μήλο» με την τζαζ μουσική και κυριολεκτικά μαγεύεται! Ταυτοχρόνως, αρχίζει να γράφει για την πανεπιστημιακή εφημερίδα και δημοσιεύει σύντομα διηγήματα, θεωρώντας πως είναι κοντά τόσο στο όνειρο της συγγραφής όσο και της καριέρας στο ράγκμπι.

Δυστυχώς όμως γι’ αυτόν, σπάει το πόδι του κι έτσι η χρονιά πάει στράφι αθλητικά. Την επόμενη σεζόν, παρά το γεγονός ότι είναι πια έτοιμος για γήπεδο, ο προπονητής του δεν τον επιλέγει στη βασική ομάδα, με τον Κέρουακ να παρατά έτσι ομάδα, πανεπιστήμιο και όνειρα για καλύτερη -αν και συμβατική- ζωή.

Το επόμενο διάστημα θα το περάσει κάνοντας δουλειές του ποδαριού και συλλογιζόμενος τι θα κάνει στη ζωή του, συλλαμβάνοντας νέο πλάνο το 1943, όταν κατατάσσεται στους Πεζοναύτες για να βοηθήσει τη χώρα του στην πολεμική της προσπάθεια. Έπειτα όμως από μόλις 10 μέρες αποτάσσεται από την υπηρεσία, καθώς η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη έδειξε «σχιζοειδείς τάσεις»!

Επιστρέφει λοιπόν για άλλη μια φορά άπραγος στη Νέα Υόρκη, αν και η μοίρα θα είχε τις δικές της βουλές: γνωρίζεται με μια ομάδα νεαρών και επίδοξων συγγραφέων, με την οποία θα καθόριζαν αργότερα τα λογοτεχνικά πράγματα της Αμερικής! Γίνεται φίλος λοιπόν με τον Άλεν Γκίνσμπεργκ, φοιτητή στο Κολούμπια, και κάποιον Γουίλιαμ Μπάροουζ, ο οποίος είχε επίσης εγκαταλείψει το κολέγιο για να κυνηγήσει το συγγραφικό όνειρο!

Ήταν οι τρεις κύριοι εκπρόσωποι της Γενιάς των Μπίτνικ.

Κι έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του ’40, ο Κέρουακ θα γράψει στη Νέα Υόρκη το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Town and City», μια αυτοβιογραφική ιστορία που θα εκδοθεί το 1950, με τη βοήθεια των καθηγητών του Γκίνσμπεργκ στο Κολούμπια, και θα φέρει στον Κέρουακ μια πρώτη φήμη στους στενούς λογοτεχνικούς κύκλους της Νέας Υόρκης…

Το «Στο Δρόμο»

Ο «αλήτης» Κέρουακ είχε ακόμα έναν φίλο, κάποιο Νιλ Κάσαντι, και οι δυο τους όργωναν τις ΗΠΑ, ακόμα και το Μεξικό, ψάχνοντας έμπνευση για τα πάντοτε αυτοβιογραφικά μυθιστορήματά τους. Το «Στο Δρόμο» δεν είναι τίποτα άλλο λοιπόν από την καταγραφή των περιπετειών του ντουέτου στο Σικάγο, το Λος Άντζελες, το Ντένβερ, ακόμα και στην Πόλη του Μεξικού, που ήταν γεμάτες από σεξ, ναρκωτικά και τζαζ!

Όσο για το πώς έγραψε ο Κέρουακ το μνημειώδες έργο του το 1951, είναι πια θρύλος από μόνο του: το συνέταξε όλο μέσα σε δυο-τρεις βδομάδες, γράφοντας φρενιασμένα (με καφέ και αμφεταμίνες όλη μέρα) σε ένα ενιαίο ρολό χαρτιού 40 περίπου μέτρων! Ούτε παραγράφους ούτε κόμματα και άλλα σημεία στίξης άφησε να του χαλάσουν τον καταιγιστικό ρυθμό της σκέψης του, που είναι εν μέρει αυτοβιογραφική εν μέρει φανταστική.

Παρά το γεγονός ότι το ξεπέταξε στη στιγμή, ο Κέρουακ θα περάσει τα επόμενα 6 χρόνια κάνοντας διορθώσεις και αλλαγές στην «αυθόρμητη πρόζα», με τον ίδιο τρόπο που δούλευαν κατόπιν οι αγαπημένοι του τζαζ μουσικοί τις πειραματικές τους δημιουργίες. Οι εκδότες δεν ήταν φυσικά διατεθειμένοι να εκδώσουν το έργο σε ρολό χαρτιού κι έτσι παρέμεινε αδημοσίευτο για χρόνια!

Και έπρεπε να δεχτεί ο Κέρουακ να υποταχθεί στις εκτυπωτικές συμβάσεις του παραδοσιακού βιβλίου για να κυκλοφορήσει το «On the Road» τον Ιανουάριο του 1957, γινόμενο αυτομάτως κλασικό και σφραγίζοντας με τον ιδανικότερο τρόπο τα λογοτεχνικά κελεύσματα του κινήματος των Μπιτ. Όπως το ήθελε και η τότε σύντροφός του, Joyce Johnson, για τον αντίκτυπο του βιβλίου στη ζωή του Κέρουακ, «ο Τζακ πήγε στο κρεβάτι άσημος και ξύπνησε διάσημος!».

Ο Κέρουακ είχε δώσει εξάλλου το περίεργο όνομα «Μπιτ» στη νέα λογοτεχνική παράδοση: όταν ο Γκίνσμπεργκ αναρωτήθηκε τι ήταν το «Μπιτ», πήρε την απάντηση από τον εμπνευστή του όρου, Τζακ Κέρουακ, ότι το Μπιτ (Βeat) παραπέμπει παράλληλα στην ήττα, την παραίτηση και την εξόντωση, αλλά και στη μακαριότητα, την καθαγίαση. Περιγράφοντας τη Γενιά των Μπιτ, ο Κέρουακ συλλαμβάνει τη μυστική αγιότητα των κοινωνικά απόβλητων: «Aς πιούμε στην υγειά των τρελών, των απροσάρμοστων, των επαναστατών, των ταραχοποιών. Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, που δεν τιμούν τους κανόνες, που δεν σέβονται την τάξη»…

Κατοπινά έργα



Στα 6 χρόνια που πέρασαν μέχρι να εκδοθεί τελικά το «Στο Δρόμο», ο Κέρουακ συνέχισε να βρίσκεται συνεχώς στον δρόμο, πειραματιζόμενος με το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τον βουδισμό! Ταυτοχρόνως, συνέχισε να γράφει πυρετωδώς, αν και τα μυθιστορήματα αυτά θα έβλεπαν τον δρόμο της έκδοσης μετά την αναγνωρισιμότητα που του έφερε η «Βίβλος» των Μπιτ.

Κι έτσι το 1958 θα εκδοθούν οι «Αλήτες του Ντάρμα», που απαθανατίζει τις αδέξιες περιπέτειές του με τον βουδιστικό διαφωτισμό, και οι «Υποχθόνιοι», ενώ το 1959 θα κυκλοφορήσει άλλο ένα πακέτο μυθιστορημάτων: «Dr. Sax», «Mexico City Blues» και «Maggie Cassidy».

Ο πολυγραφότατος Κέρουακ θα χαρίσει στο παγκόσμιο κοινό του πολλά ακόμα μυθιστορήματα, από τα οποία ξεχωρίζουν «Τα Όνειρά μου» (1961), «Μπιγκ Σερ» (1962), «Visions of Gerard» (1963), «Μοναχικός Ταξιδιώτης» (1960), «Σατόρι στο Παρίσι» (1966) και «Η Ματαιοδοξία του Ντουλουόζ» (1968).

Σε μια πιο άγνωστη πλευρά της λογοτεχνικής του καριέρας, ο Κέρουακ έγραψε επίσης μακροσκελή ποιήματα με ελεύθερο στίχο, αλλά και τη δική του εκδοχή για τα ιαπωνικά χαϊκού.

Ταυτοχρόνως, κυκλοφόρησε ακόμα και δίσκους και με τον ίδιο να διαβάζει την ποίησή του…

Τελευταία χρόνια

Παρά το γεγονός ότι διατήρησε τον φρενιασμένο συγγραφικό ρυθμό σε όλη του τη σχετικά σύντομη ζωή, ο Κέρουακ δεν κατάφερε ποτέ να αποδεχτεί τη φήμη και την αναγνωρισιμότητα που απέσπασε για το «Στο Δρόμο». Αυτά εξάλλου ήταν εκ διαμέτρου αντίθετα με όσα πρέσβευε ο αντικαταναλωτισμός των Μπίτνικ και η επίθεση που εκτόξευσαν στις παραδοσιακές κοινωνικές αξίες.

Κι έτσι ο «αλήτης» βουτήχτηκε ακόμα περισσότερο στο ποτό και τα ναρκωτικά, τα μεγάλα του πάθη, από τα οποία δεν ξέφυγε ποτέ. Στην προσωπική του ζωή, παντρεύτηκε για πρώτη φορά το 1944, αν και ο γάμος του με την Edie Parker θα κρατούσε μόλις λίγες εβδομάδες. Το 1950 ο Κέρουακ θα κάνει το μεγάλο βήμα για δεύτερη φορά, τώρα με την Joan Haverty, από την οποία θα χωρίσει ωστόσο την επόμενη χρονιά, όχι βέβαια προτού του χαρίσει τη μοναχοκόρη του.

Το 1966, ο Κέρουακ θα παντρευτεί για τρίτη φορά, με τη Stella Sampas, μια κοπέλα από τη γενέτειρά του στη Μασαχουσέτη. Ο γάμος έμελλε να μην κρατήσει επίσης, αν και για ελαφρώς διαφορετικό λόγο: τρία χρόνια αργότερα, στις 21 Οκτωβρίου 1969, ο ανατρεπτικός συγγραφέας θα έφευγε από τη ζωή, από αιμορραγία που προκλήθηκε από την κίρρωση του ήπατος που έπασχε. Ήταν μόλις 47 ετών.

Ο Τζαζ Κέρουακ πέτυχε το παιδικό του όνειρο του «μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος», καθώς το «Στο Δρόμο» φιγουράρει σε όλες τις λίστες με τα 100 κορυφαία αμερικανικά μυθιστορήματα όλων των εποχών! Η άρνηση στον κομφορμισμό της μορφής και η συνεχής πραγμάτευση των ορίων της έκφρασης, της ελευθεριότητας, του αυθορμητισμού και της λογοτεχνικής υποκειμενικότητας αρκούν για να το συμπεριλάβουν στα κορυφαία σύγχρονα λογοτεχνήματα.

Στα τελευταία του ο Κέρουακ ήταν ξεχασμένος, κλεισμένος στο σπίτι του μπροστά στην τηλεόραση, και απογοητευμένος παρ’ όλη του τη δόξα. «Αυτό θα πει Μπιτ», όπως το έλεγε ο ίδιος, «Ζήστε τη ζωή σας; Όχι, αγαπήστε τη ζωή σας. Όταν θα ‘ρθουν να σε πετροβολήσουν, δεν θα ‘χεις τουλάχιστον γυάλινο σπίτι, θα ‘χεις μονάχα το γυάλινο κορμί σου»…

Δείτε όλα τα πρόσωπα που φιλοξενούνται στη στήλη «Πορτραίτα» του newsbeast.gr