Όσο περνούν οι μέρες, όλο και πιο συγκεκριμένο γίνεται το χρονικό πλαίσιο της επικείμενης συνάντησης που θα έχει στην Άγκυρα ο Έλληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, με τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Όπως φαίνεται από τις τελευταίες πληροφορίες, η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών προγραμματίζεται πιθανότατα να πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα μέσα στην εβδομάδα από Δευτέρα 9 έως και Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου.
Αν και η ατζέντα δεν έχει οριστικοποιηθεί και μπορεί να υπάρξουν αλλαγές μέσα στις επόμενες ημέρες, η προσδοκία και των δύο πλευρών, όπως προκύπτει από επίσημες δηλώσεις αξιωματούχων των δύο πλευρών του Αιγαίου, είναι να αποφευχθούν νέες εντάσεις και να διατηρηθεί η τρέχουσα ισορροπία στις διμερείς σχέσεις.
Ωστόσο, η γείτονα χώρα τον τελευταίο καιρό έχει στείλει παράλληλα και αρκετά σήματα που δείχνουν τις προθέσεις της. Τον Δεκέμβριο, για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, υπήρξαν εμπλοκές στον εναέριο χώρο του Αιγαίου, γεγονός που εννοείται ότι δεν πέρασε απαρατήρητο από την Αθήνα. Πρόσφατα επίσης, η Τουρκία εξέδωσε NAVTEX διάρκειας δύο ετών, επαναφέροντας επίσημα τις θέσεις της για το αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς 23 νησιών και για την αρμοδιότητά της σε περιοχές ανατολικά του 25ου μεσημβρινού. Παρά το ότι πρόκειται για θέσεις γνωστές, η χρονική συγκυρία της υπενθύμισής τους, λίγο πριν τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, αποκτά διαφορετικό νόημα.
Η Τουρκία, παρότι ασχολείται έντονα με τα θέματα που έχουν ανακύψει στα ανατολικά σύνορά της, και ειδικά με τη βόρεια Συρία, θέλει παράλληλα να στείλει σήματα προς τη Δύση ότι είναι έτοιμη για διάλογο με τη χώρα μας. Άλλωστε, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, έχει εκφράσει πρόθεση να συζητηθούν με την Ελλάδα όλα τα εκκρεμή, κατά τον ίδιο και την κυβέρνησή του, ζητήματα. «Όλες οι εκκρεμότητες στο Αιγαίο θα πρέπει να εξεταστούν συνολικά» τόνισε με νόημα. Ο ίδιος επισήμανε πως η Άγκυρα θεωρεί αναγκαίο τον «ουσιαστικό και εποικοδομητικό διάλογο», με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και τις σχέσεις καλής γειτονίας, προκειμένου να επιτευχθεί μια βιώσιμη λύση.
Περιέγραψε δε ως στόχο της Τουρκίας τη μετατροπή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου σε «περιοχή σταθερότητας και ευημερίας», προσθέτοντας ότι αυτή η κατεύθυνση αντανακλά «ξεκάθαρη βούληση του Προέδρου» της χώρας. Κι αφού επανέλαβε τη διάθεση για ανάπτυξη θετικής ατζέντας με την Ελλάδα, αναφέρθηκε και στη Δυτική Θράκη, επισημαίνοντας ότι οι «πρωτοβουλίες για την προστασία των δικαιωμάτων της “τουρκικής” μειονότητας θα συνεχιστούν όποτε χρειάζεται».
Παράλληλα, η Άγκυρα φαίνεται να προετοιμάζει την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, ένα ζήτημα που απασχολεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο και δίνει μια προσωρινή ανακούφιση, χωρίς να προσφέρει οριστική λύση. Η πιθανή επαναλειτουργία της Σχολής, ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρηθεί απλώς κίνηση καλής θέλησης. Αντιπροσωπεύει μέρος της στρατηγικής του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να αναδείξει μια εικόνα ανεκτικότητας απέναντι σε θρησκευτικές κοινότητες εκτός του μουσουλμανικού πληθυσμού, κάτι που εντάσσεται στη συνολική αντίληψη του για την αναβίωση στοιχείων της οθωμανικής κληρονομιάς.