Από τη Θεσσαλονίκη έστειλε σήμα πολιτικής επανεκκίνησης ο Αλέξης Τσίπρας, δηλώνοντας αποφασισμένος να αναλάβει την προσπάθεια να «πείσει μία απογοητευμένη κοινωνία».
«Το ταξίδι ξανάρχισε», σημείωσε χαρακτηριστικά, μιλώντας στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου του «Ιθάκη».
«Έχουμε πυξίδα. Αρκεί να πείσουμε μια απογοητευμένη κοινωνία να υπερβεί το στερεότυπο, ότι σε αυτή τη χώρα τίποτε δεν κινείται. Και όμως κινείται! Κερδίζει έδαφος καθημερινά η ιδέα μιας μεγάλης προοδευτικής παράταξης, που θα μπορέσει να βάλει τέλος στο κράτος της απολυταρχίας, της ολιγαρχίας, της αδικίας και της διαφθοράς. Ο προοδευτικός κόσμος αναζητά μια ισχυρή κυβερνώσα προοδευτική δύναμη, κι όχι μικρά και ανίσχυρα να κυβερνήσουν κόμματα», ανέφερε, δίνοντας το στίγμα της παρέμβασής του και συνέχισε:
«Ούτε μια ακόμη δύναμη διαμαρτυρίας, αλλά εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Η ανασύνθεση της δημοκρατικής παράταξης λοιπόν, που θα γεννήσει την εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και μαζί τη νέα ελπίδα, είναι αναγκαία και επιβεβλημένη. Και θα γίνει πέρα και πάνω από ιδιοτέλειες και σκοπιμότητες. Θα γίνει όμως με σχέδιο, θα γίνει μεθοδικά, όχι βιαστικά και πρόχειρα», υπογράμμισε ο Αλέξης Τσίπρας.
Στη συνέχεια ανέπτυξε το πολιτικό όραμα που περιγράφει, λέγοντας:
«Συνδυάζοντας την αισιοδοξία της βούλησης με το ρεαλισμό της εμπειρίας και της πράξης. Τη μεγάλη και νικηφόρα προοδευτική παράταξη, αποφασισμένη, ριζοσπαστική, έμπειρη, έτοιμη να αναλάβει τα ηνία της χώρας, με πυξίδα την εντιμότητα, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, θα γίνει πράξη, όσο κι αν τη διαβάλλουν, την πολεμούν, τη συκοφαντούν, οι αυτουργοί του σημερινού καθεστώτος, πριν καν ακόμα εμφανιστεί. Και το ταξίδι ξανάρχισε».
«Η κυβέρνηση έχει μετατρέψει το κράτος σε εργαλείο εκμετάλλευσης των πολλών»
Παράλληλα, ο Αλέξης Τσίπρας άσκησε δριμεία κριτική στην κυβέρνηση για τη διαχείριση κρίσιμων καταστάσεων, όπως το δυστύχημα στα Τέμπη αλλά και το πρόσφατο μπλακάουτ στο FIR.
Όπως ανέφερε, η σημερινή κυβέρνηση «έχει μετατρέψει το κράτος σε εργαλείο στυγνής εκμετάλλευσης των πολλών, κοινωνικής αδικίας, ανεντιμότητας, περιφρόνησης και καταδίωξης της δικαιοσύνης».
«Πρόκεται για ένα κράτος λάφυρο. Που καταρρέει σε κάθε κρίση. Που δεν προστατεύει. Δεν προβλέπει. Δεν λογοδοτεί. Αλλά Δεν έχουμε μόνο ένα κράτος παράλυτο, αλλά ένα κράτος επικίνδυνο. Για τις ίδιες τις ζωές των ανθρώπων. Το είδαμε στις φυσικές καταστροφές. Στην πολιτική προστασία. Στις υποδομές. Το είδαμε τραγικά στα Τέμπη. Και το είδαμε ξανά, τις τελευταίες μέρες, στο FIR Αθηνών», σημείωσε κατά την ομιλία του.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η χώρα χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο, δημοκρατικό και προοδευτικό σχέδιο διακυβέρνησης, ικανό να αποδομήσει τις παγιωμένες δομές αναξιοκρατίας, γραφειοκρατίας και διαπλοκής. Ένα σχέδιο που δεν θα περιοριστεί σε αλλαγές προσώπων, αλλά θα μετασχηματίσει συνολικά την κουλτούρα άσκησης εξουσίας, δημιουργώντας ένα κράτος που υπηρετεί όλους και όχι προνομιούχες μειοψηφίες.
«Οι ανεξάρτητες αρχές, και πρώτα-πρώτα η Εθνική Αρχή Διαφάνειας να γίνουν πραγματικά ανεξάρτητες. Οι μηχανισμοί ελέγχου των δημοσίων συμβάσεων να αποκτήσουν τη θεσμική εξουσία και τα ψηφιακά εργαλεία για να κάνουν χωρίς παρεμβάσεις τη δουλειά τους. Είναι αναγκαίο στην Τοπική Αυτοδιοίκηση να μεταφερθούν πέρα από αρμοδιότητες και ουσιαστικοί πόροι. Είναι αναγκαία η εφαρμογή της ψηφιακής τεχνολογίας σε όλη την έκταση του κράτους και στην επαφή με τους πολίτες. Είναι αναγκαία η πραγματική διαφάνεια σε κάθε δημόσια δαπάνη. Και δεσμεύομαι στο επόμενο διάστημα να δοθεί στη δημοσιότητα σχετική μελέτη του ινστιτούτου μας για μια νέα διαδικτυακή πλατφόρμα-εξέλιξη της Διαύγειας που θα το διασφαλίζει», ανέφερε.
«Η κοινωνία των πολιτών να συμμετέχει στον έλεγχο του κράτους»
Κλείνοντας, υποστήριξε την ανάγκη ριζικού εκδημοκρατισμού του κράτους, βάζοντας τέλος στο «βαθύ κράτος» των μετακλητών και προωθώντας αλλαγές σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας του. Όπως είπε, απαιτείται ένας πιο δημοκρατικός και αντιπροσωπευτικός τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, αλλά και των προαγωγών των δικαστικών λειτουργών, ενώ τόνισε πως είναι απαραίτητο «η κοινωνία των πολιτών με τους εκπροσώπους της θεσμικά να συμμετέχει στον έλεγχο του κράτους».
Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του κ. Τσίπρα:
Φίλες και φίλοι,
Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλες και όλους σας που βρίσκεστε σήμερα εδώ. Να συζητήσουμε για την Ιθάκη. Ένα μεγάλο ευχαριστώ και σε όσους συμμετείχαν στο πάνελ της σημερινής παρουσίασης. Στη Φαίη Κοκκινοπούλου που συντονίζει την εκδήλωσή μας.
Στον Άρη Στυλιανού, τον Διονύση Τεμπονέρα, την Κωνσταντίνα Σπυροπούλου, τον Κώστα Τούμπουρο και τον Αντώνη Σαουλίδη, που σήμερα γιορτάζει και του ευχόμαστε χρόνια πολλά, όπως και σε όλους τους Αντώνηδες και τις Αντωνίες. Είχε άλλωστε την τιμητική του τις προηγούμενες ημέρες, όχι για τη γιορτή του, αλλά για την επιλογή του να συμμετάσχει στην παρουσίαση της Ιθάκης. Και θαρρώ πρώτη φορά η συμμετοχή στην παρουσίαση ενός βιβλίου αποτελεί τόσο μεγάλο πολιτικό αμάρτημα.
Θέλω να σας πω ότι χαίρομαι κάθε φορά που βρίσκομαι στην πόλη σας. Στη Θεσσαλονίκη που αγκαλιάζει η θάλασσα και αγκαλιάζεται με την ιστορία της Ελλάδας. Κι αυτή η ιστορία, ξέρετε, δεν γράφτηκε και δεν γράφεται σε ένα περίκλειστο περιβάλλον. Επιτρέψτε μου λοιπόν σήμερα να ξεκινήσω την παρέμβασή μου από τις δραματικές αλλαγές που συντελούνται στη διεθνή σφαίρα.
Ο κόσμος όπως τον ξέραμε αλλάζει και δυστυχώς όχι προς το καλύτερο. Ο Αμερικανός Πρόεδρος επιλέγει να αντικαταστήσει το διεθνές δίκαιο με το δίκαιο του ισχυρού, ως το σημείο αναφοράς των διεθνών σχέσεων. Και διεκδικεί, χωρίς τα προσχήματα του παρελθόντος, εν ονόματι της μεγάλης Αμερικής, τα πετρέλαια της Βενεζουέλας και του Ιράν ή τις σπάνιες γαίες της Γροιλανδίας και της Ουκρανίας.
Ενώ η Ευρώπη παρακολουθεί και ακολουθεί, δυστυχώς αδύναμη. Με λάθος και επικίνδυνες ηγεσίες, που άνοιξαν τον δρόμο στην ακροδεξιά ακολουθώντας καταστροφικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές και εφαρμόζοντας δύο μέτρα και δύο σταθμά στην εξωτερική πολιτική. Και παντού, δυστυχώς, κερδίζει έδαφος ο αυταρχισμός.
Η ίδια η δημοκρατία περιορίζεται και αμφισβητείται σήμερα ακόμη και σε χώρες της Δύσης. Που κατά τα άλλα οργανώνουν επεμβάσεις κάθε είδους σε τρίτες χώρες, δήθεν για να την προστατεύσουν ή να την επιβάλλουν. Και δεν χωρούν υπεκφυγές και αστερίσκοι.
Οι δημοκρατικοί και προοδευτικοί άνθρωποι είμαστε και θα είμαστε πάντα αλληλέγγυοι, χωρίς καμία διάκριση, στον αγώνα κάθε λαού για ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία και ελευθερία. Είτε είναι στη Βενεζουέλα, είτε στο Ιράν, είτε στη Ρωσία, είτε στις ΗΠΑ. Στον αγώνα κάθε λαού για να καθορίζει το μέλλον του με βάση τις δικές του ανάγκες και επιλογές.
Αλλά είμαστε αποφασιστικά απέναντι στις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, με οποιοδήποτε πρόσχημα κι αν γίνονται. Απέναντι στη γενοκτονία της Γάζας και τις ένοπλες επεμβάσεις, είτε είναι στο Ιράκ, είτε στην Ουκρανία, είτε στη Βενεζουέλα, είτε βέβαια στην Κύπρο, όποιες δικαιολογίες κι αν επικαλούνται οι δράστες.
Απέναντι σε απάνθρωπες πρακτικές που επικαλούνται τον ανθρωπισμό. Όχι μόνο γιατί αυτό επιτάσσει η ιδεολογική και ηθική μας υπόσταση. Αλλά και γιατί η ιστορία έχει αποδείξει πού οδηγούν τέτοιου είδους παράνομες και αιματηρές επεμβάσεις.
Το ερώτημα, ωστόσο, που επικρατεί τούτες τις μέρες είναι το τι μας ξημερώνει αύριο. Τι πρέπει να κάνουμε για να μην επικρατήσει το σκοτάδι; Για να μη γίνει και η πατρίδα μας θύμα της βίας που περιφρονεί το διεθνές δίκαιο;
Το πρώτο που πρέπει να διασφαλίσουμε είναι ότι η Ελλάδα θα είναι ισχυρή. Αλλά μια Ελλάδα ισχυρή είναι μια Ελλάδα που οικοδομεί συμμαχίες. Όχι μια Ελλάδα που αναζητά προστάτες. Και θέτει σε κίνδυνο τη χώρα δικαιολογώντας τα αδικαιολόγητα, επιδιώκοντας την εύνοιά τους.
Ούτε μια Ελλάδα που μπλοκάρει κυρώσεις απέναντι στο Ισραήλ τη στιγμή που αυτό διαπράττει γενοκτονία. Και αύριο, άραγε, πώς θα ζητήσει κυρώσεις απέναντι στην Τουρκία;
Μια Ελλάδα που ο πρωθυπουργός της, αντί να υπερασπίζεται αταλάντευτα το διεθνές δίκαιο, ξεστομίζει, με αφορμή την απαράδεκτη επέμβαση στη Βενεζουέλα, ότι δεν είναι ώρα να σχολιάσουμε τη νομιμότητά της. Και αύριο τι θα απαντήσει στον επιθετικό γείτονα ή σε μια ισχυρή χώρα όταν πουν το ίδιο για την Κύπρο ή το Αιγαίο;
Μια Ελλάδα που δεν στηρίζει απλά τον ουκρανικό λαό απέναντι στη ρωσική εισβολή, αλλά πρωτοστατεί στην αντιρωσική υστερία, με όλους τους κινδύνους που αυτό επιφέρει.
Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν: η Ελλάδα είναι ισχυρή όταν ασκεί μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που προασπίζει το διεθνές δίκαιο και οικοδομεί συμμαχίες ως ευρωπαϊκός πυλώνας ειρήνης και σταθερότητας. Όπως έκανε η δική μας κυβέρνηση τόσο με τις παγκόσμιες δυνάμεις όσο και με τα πολυμερή σχήματα συνεργασίας στην ΕΕ, την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.
Όχι όπως κάνει η σημερινή, με την Ελλάδα προκεχωρημένο φυλάκιο, πότε των ΗΠΑ, πότε του ΝΑΤΟ, πότε του Ισραήλ. Μια κυβέρνηση δήθεν κεντροδεξιά, που τον τόνο όμως πάντα τον δίνουν τα ακροδεξιά δεκανίκια, που από τη μία μέρα στην άλλη, από αντισημίτες έγιναν υπερασπιστές των πιο ακραίων ισραηλινών θέσεων. Και από φιλορώσοι έγιναν υπέρμαχοι της δήθεν «σωστής πλευράς της ιστορίας». Και σήμερα, ως διά μαγείας, έγιναν Τραμπικότεροι του Τραμπ.
Ας αναλογιστούμε, όμως, γιατί όλοι οι πρωθυπουργοί της Μεταπολίτευσης αναγνώριζαν την ανάγκη να έχει η Ελλάδα πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, έχοντας ζήσει οι ίδιοι τα δεινά που έφερε στον λαό μας η άκριτη προσκόλληση σε προστάτες: τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Εμφύλιο, τη Χούντα, την εισβολή στην Κύπρο.
Και ας αναλογιστούμε τι θα γινόταν αν ο σημερινός πρωθυπουργός ήταν στο τιμόνι της χώρας την περίοδο των επιχειρήσεων στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν ή στη Λιβύη.
Η Ελλάδα, λοιπόν, είναι ισχυρή όταν συνδυάζει την πολιτική του διαλόγου με την πιο αποφασιστική υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Όπως κάναμε εμείς όταν αποτρέψαμε την είσοδο του Barbaros στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Κι όταν, μαζί με τη Λευκωσία, εξασφαλίσαμε για πρώτη φορά ευρωπαϊκές κυρώσεις στην Τουρκία για τις έρευνες στην ΑΟΖ της Κύπρου.
Δεν είναι ισχυρή όταν αφήνει τουρκικά ερευνητικά να αλωνίζουν μέχρι το Καστελόριζο και την Κρήτη, επικαλούμενη πότε ότι «τα παίρνει ο άνεμος» και πότε ότι «δεν μπορούν να κάνουν έρευνες λόγω θορύβου». Δεν είναι ισχυρή όταν αρνείται να διεκδικήσει ευρωπαϊκές κυρώσεις για παραβιάσεις των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Δεν είναι ισχυρή όταν δίνει τα πάντα στις ΗΠΑ και, σε αντάλλαγμα, η Ουάσινγκτον ακυρώνει τον αγωγό Eastmed, πουλάει F16 χωρίς όρους στην Τουρκία και σφυρίζει αδιάφορα όταν αυτή εμποδίζει το ηλεκτρικό καλώδιο στο Αιγαίο.
Η Ελλάδα είναι ισχυρή όχι όταν απλά αγοράζει εξοπλιστικά δισεκατομμυρίων, αλλά όταν μπορεί να ενισχύσει και να χτίσει τη δική της αμυντική βιομηχανία. Και κυρίως όταν, με βάση το διεθνές δίκαιο, λύνει προβλήματα και δεν τα μεταφέρει στις επόμενες γενιές εν ονόματι του πολιτικού κόστους.
Όπως κάναμε εμείς με τη Συμφωνία των Πρεσπών, για την οποία, επιτρέψτε μου να ξαναπώ, είμαι και είμαστε υπερήφανοι. Γιατί ωφέλησε την πατρίδα μας, κυρίως όμως γιατί αποδείξαμε τι σημαίνει πατριωτισμός: να βάζεις το εθνικό συμφέρον πάνω από το πολιτικό και το κομματικό.
Όταν οι πολιτικοί μας αντίπαλοι, ενώ το γνώριζαν αυτό, μας έλεγαν προδότες για να κερδίσουν τις εκλογές. Και μετά το ξέχασαν. Αλλά για πέντε χρόνια, πριν αλλάξει η κυβέρνηση στα Σκόπια, αντί να θωρακίσουν την επιρροή και τα συμφέροντα της Ελλάδας με δεκάδες συμφωνίες, δεν κούνησαν το δαχτυλάκι τους από τον φόβο του πολιτικού κόστους.
Αυτή είναι η πραγματικότητα. Τους παραδώσαμε την αστυνόμευση του FIR της Βόρειας Μακεδονίας και αυτοί σήμερα δεν μπορούν να διαχειριστούν ούτε το FIR της Ελλάδας.
Να, λοιπόν, γιατί είναι αναγκαία μια νέα εθνική πυξίδα και ένας νέος πατριωτισμός. Ένας νέος πατριωτισμός κοινωνικής δικαιοσύνης και ευθύνης. Ευθύνης του πολίτη να προσφέρει ανάλογα με τις δυνατότητές του στο κράτος και, κυρίως, ευθύνης ενός ισχυρού και δίκαιου κράτους να στηρίζει τον πολίτη. Να απελευθερώνει τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου και την υγιή επιχειρηματικότητα.
Σε αντίθεση με την ασυδοσία και την ανευθυνότητα του επιτελικού κράτους που βλέπουμε σήμερα. Όπου πολλοί έχοντες και κατέχοντες ξεχνούν τον πατριωτισμό μπροστά στην εφορία και τον θυμούνται μόνο στις παρελάσεις. Όπου πρώτο μέλημα είναι να στηριχθεί μια κρατικοδίαιτη, παρασιτική οικονομία, τα μεγάλα συμφέροντα, οι μηχανισμοί και η κομματική πελατεία.
Με συνέπειες που τις βλέπουμε καθημερινά: την ακρίβεια, τη διαφθορά, τα σκάνδαλα, την παράλυση του κράτους.
Ένας νέος πατριωτισμός για την προάσπιση των συμφερόντων του ελληνικού λαού, πράγμα που απαιτεί και συγκρούσεις και δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις. Για την εξωτερική μας πολιτική, για την οικονομία και την κοινωνία, για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.
Δείτε, για παράδειγμα, τη στάση της χώρας στη συμφωνία MERCOSUR. Την υπερψήφισε η ελληνική κυβέρνηση. Η ίδια κυβέρνηση που εξευτέλισε κάθε ιδέα εντιμότητας με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Που εμπαίζει τους απελπισμένους αγρότες και οργανώνει θεατρικές συναντήσεις με τους «δικούς της» για να διασπάσει τον αγώνα τους στα μπλόκα.
Σε τι ακριβώς όμως ψήφισε ΝΑΙ; Και πόσο προστατεύει τα συμφέροντα της Ελλάδας και του ελληνικού λαού; Σε μια συμφωνία που, μετά από 25 χρόνια διαπραγμάτευσης, δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες και προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι αγρότες. Και ανοίγει διάπλατα την ευρωπαϊκή αγορά σε αθρόες εισαγωγές από τη Λατινική Αμερική.
Σε προϊόντα παραγόμενα σε γιγαντιαίες εκμεταλλεύσεις, με χαμηλότερα υγειονομικά, περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Σε έναν αθέμιτο ανταγωνισμό που συνθλίβει τον Έλληνα αγρότη και κτηνοτρόφο. Λυπάμαι, αλλά αυτή δεν είναι πολιτική προστασίας των εθνικών συμφερόντων. Είναι πολιτική εγκατάλειψης των εθνικών συμφερόντων.
Μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον γεμάτο παγίδες και κινδύνους, δυστυχώς η χώρα μας έχει τη χειρότερη κυβέρνηση στη μεταπολιτευτική της ιστορία. Μια κυβέρνηση που έχει μετατρέψει το κράτος σε εργαλείο στυγνής εκμετάλλευσης των πολλών, κοινωνικής αδικίας, ανεντιμότητας, περιφρόνησης και καταδίωξης της δικαιοσύνης.
Και έχει φέρει τη χώρα στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης σε μισθούς, αγοραστική δύναμη, παραγωγικές δυνατότητες, επενδύσεις και προοπτικές. Αλλά στις πρώτες θέσεις στη διαφθορά, την καταπάτηση του κράτους δικαίου, τη διαπλοκή και την καταλήστευση ακόμη και των ευρωπαϊκών πόρων.
Ήρθαν στην εξουσία μιλώντας για «αριστεία» και «αξιοκρατία». Με τον πρώτο τους νόμο για το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» έταξαν αποτελεσματικότητα, διαφάνεια, ασφάλεια. Ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.
Και τι έχουμε σήμερα; Ένα κράτος κομματικό. Ένα κράτος συγκεντρωτικό. Ένα κράτος λάφυρο. Ένα κράτος αναποτελεσματικό. Που καταρρέει σε κάθε κρίση. Που δεν προστατεύει. Δεν προβλέπει. Δεν λογοδοτεί.
Κι αυτά δεν είναι δικά μας μόνο συμπεράσματα. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας και άλλων διεθνών φορέων, είναι πολύ χαμηλά στους βασικούς δείκτες αποτελεσματικότητας του κράτους. Επιπλέον, είναι τελευταία στην ΕΕ και 71η παγκοσμίως στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, ενώ κατατάσσεται 29η σε 31 ευρωπαϊκές χώρες σε ζητήματα διαφάνειας και ανοικτής διακυβέρνησης. Θα το επαναλάβω: 29η σε 31. Στη διαφάνεια.
Στο σκότος, δηλαδή, το επιτελικό κράτος πάει καλά. Και παίρνει άριστα στη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος μέσω της αδιαφάνειας.
Και όλα αυτά συνηγορούν σε μια ακόμη χειρότερη διαπίστωση: δεν έχουμε μόνο ένα κράτος παράλυτο, αλλά ένα κράτος επικίνδυνο. Για τις ίδιες τις ζωές των ανθρώπων. Το είδαμε στις φυσικές καταστροφές, στην πολιτική προστασία, στις υποδομές. Το είδαμε τραγικά στα Τέμπη. Και το είδαμε ξανά, τις τελευταίες μέρες, στο FIR Αθηνών.
Την πρώτη Κυριακή του χρόνου, για ώρες, το σύστημα επικοινωνίας και ασφαλούς πλοήγησης κατέρρευσε. Αεροσκάφη πετούσαν σχεδόν στα τυφλά. Και είναι ευτύχημα που δεν θρηνήσαμε θύματα.
Αλλά ας είμαστε καθαροί. Αυτό δεν ήταν μια ακόμη άτυχη στιγμή. Ήταν αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής. Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας προειδοποιούσαν εδώ και χρόνια. Τα συστήματα είναι παλιά, επικίνδυνα, ανεπαρκή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις προάλλες παρέπεμψε την Ελλάδα στο Δικαστήριο, γιατί δεν κάναμε όσα προβλέπει το ευρωπαϊκό δίκαιο για την ασφάλεια των αεροδρομίων.
Κι όμως, η σύμβαση για ένα νέο, υπερσύγχρονο σύστημα είχε υπογραφεί από το 2019, από τη δική μας κυβέρνηση. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη την παρέλαβε έτοιμη. Εμείς, σε συνθήκες μνημονιακής ασφυξίας, είχαμε την έγνοια και προχωρήσαμε στη σχετική σύμβαση για την ασφάλεια των πτήσεων. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη την παρέλαβε και την έβαλε στον πάγο για επτά ολόκληρα χρόνια.
Από αμέλεια; Όχι από αμέλεια. Από επιλογή. Όπως από επιλογή πάγωσαν, ακύρωσαν ή ξανασχεδίασαν δεκάδες έργα. Από τους δασικούς χάρτες και την αγορά αστικών λεωφορείων μέχρι οδικούς και σιδηροδρομικούς άξονες και συστήματα τηλεπικοινωνιών σε κρίσιμες υποδομές. Γιατί; Γιατί δεν τα ήλεγχαν. Γιατί δεν τα είχαν «στήσει». Γιατί δεν τα έφτιαξε το γνωστό κλειστό επιτελείο.
Για τη σημερινή κυβέρνηση, δυστυχώς, δεν υπάρχει θεσμική μνήμη, διοικητική συνέχεια, στρατηγικό σχέδιο για την ενίσχυση των κρίσιμων υποδομών. Το είδαμε άλλωστε και με τη μεγάλη χαμένη ευκαιρία για τη χώρα: την κατασπατάληση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διαφθορά και η ανικανότητα. Είναι και η εκτροπή. Το επιτελικό κράτος δεν απέτυχε απλώς. Παραβίασε κάθε θεσμικό κανόνα, εκθέτοντας τη χώρα διεθνώς.
Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν ήταν «λάθος». Δεν ήταν «παρακολούθηση που ξέφυγε». Ήταν μοντέλο εξουσίας. Ένα μοντέλο όπου το κράτος παρακολουθεί πολιτικούς αντιπάλους, δημοσιογράφους, στελέχη των ενόπλων δυνάμεων. Ένα μοντέλο όπου η ΕΥΠ υπάγεται απευθείας στο γραφείο του Πρωθυπουργού. Όπου τα απόρρητα γίνονται προσωπικό εργαλείο.
Και όταν το κράτος γίνεται εργαλείο ελέγχου, γίνεται και εργαλείο λεηλασίας. Την οποία παρακολουθούμε τώρα στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ένα σύστημα επιδοτήσεων χωρίς διαφάνεια, χωρίς επαρκείς ελέγχους, χωρίς θεσμική θωράκιση. Με το κράτος, αντί να προστατεύει τον αγρότη, να προστατεύει μηχανισμούς. Αντί να διασφαλίζει το δημόσιο συμφέρον, να διαχειρίζεται δημόσιους πόρους σαν κομματικό απόθεμα.
Αυτό όμως δεν είναι κράτος επιτελικό. Είναι κράτος λάφυρο. Και όταν το κράτος γίνεται λάφυρο, η διαφθορά δεν είναι εξαίρεση. Είναι τρόπος λειτουργίας.
Κι επειδή μας προκαλούν για συγκρίσεις, ας συγκρίνουμε λοιπόν: το 2015 παραλάβαμε ένα Δημόσιο κυριολεκτικά διαλυμένο. Με δραματική μείωση προσωπικού, διαλυμένο κοινωνικό κράτος, εσωτερικές διαδικασίες βουτηγμένες στην αναξιοκρατία και την αδιαφάνεια.
Με τοξικό κλίμα που είχαν προκαλέσει οι αναιτιολόγητες και εκδικητικές απολύσεις και διαθεσιμότητες. Οι συνέπειες ήταν βαριές για την κοινωνία, πρώτα απ’ όλα για τους πιο ευάλωτους συμπολίτες μας. Υγεία, Πρόνοια, Παιδεία, κοινωνικό κράτος συνολικά — όλα είχαν υποβαθμιστεί δραματικά.
Δεν κλείσαμε όμως τα μάτια. Αποκαταστήσαμε αδικίες. Για πρώτη φορά μπήκαν κανόνες. Με το Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας τερματίστηκε μια παλιά, σκοτεινή πρακτική πελατειακών μετακινήσεων. Για πρώτη φορά οι μετακινήσεις έγιναν με διαφάνεια και αντικειμενικά κριτήρια. Για πρώτη φορά έγιναν κρίσεις προϊσταμένων με πραγματικά αξιοκρατικά κριτήρια και με την εποπτεία του ΑΣΕΠ.
Μπήκε επίσης τάξη στις δημόσιες συμβάσεις με ένα σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο. Θεσπίστηκε, μετά από σκληρή διαπραγμάτευση, ο κανόνας 1 προς 1 στο λόγο προσλήψεων / αποχωρήσεων. Σταμάτησε έτσι η αιμορραγία ανθρώπινου δυναμικού που είχε επιβληθεί με τον καταστροφικό κανόνα 1 προς 5.
Δεν ισχυρίζομαι ότι όλα έγιναν τέλεια. Μπορώ όμως χωρίς σκιά αμφιβολίας να σας πω ένα πράγμα: το δικό μας όπλο δεν ήταν η εμπειρία της διακυβέρνησης. Το δικό μας όπλο ήταν η εντιμότητα. Εμείς ούτε ένα ευρώ δεν σφετεριστήκαμε από τις θυσίες του ελληνικού λαού. Η αφοσίωση στα συμφέροντα της μονίμως αδικημένης πλειοψηφίας ήταν το κίνητρό μας. Η ισονομία και η προστασία όλων η επιδίωξή μας.
Και για να επανέλθω στο σήμερα, παίρνω το θάρρος να ρωτήσω: αυτό το κράτος θέλουμε; Το κράτος της ολιγαρχίας του Μαξίμου, του Φραπέ, του Predator, των Τεμπών και των μπάζων; Αυτό το κράτος αξίζει στην πατρίδα μας; Αυτό το κράτος αξίζει στους νέους ανθρώπους αυτού του τόπου;
Η απάντηση, που ξεπηδά από κάθε πόρο της κοινωνίας και καταγράφεται σε κάθε μέτρηση της κοινής γνώμης, είναι ένα κατηγορηματικό, οργισμένο ΟΧΙ. Αυτό το ΟΧΙ είναι βέβαια η αρχή του παντός. Αλλά δεν αρκεί, όταν χειραγωγείται από τη δημαγωγία και οδηγεί τελικά στην αντιπολιτική, την απογοήτευση και την άκρα Δεξιά.
Πριν από πολλά χρόνια, εδώ στη Θεσσαλονίκη, ακούσατε για πρώτη φορά το σύνθημα για την επανίδρυση του κράτους. Το κράτος τελικά, δύο δεκαετίες μετά, όχι μόνο δεν επανιδρύθηκε αλλά αναπαλαιώθηκε. Έγινε μικρότερο για να μη χωρά τις ανάγκες των πολιτών, έγινε πελατειακό για να χωρά τα ρουσφέτια των ημετέρων, έγινε επιτελικό για να χωρά μόνο τη μικρή παρέα της εξουσίας που καθορίζει τη ροή του δημόσιου χρήματος και τις επιστροφές του.
Από αυτό το κράτος χρειαζόμαστε ρήξη. Όχι διαχείριση. Χρειαζόμαστε μια νέα μεταπολίτευση και ένα νέο, ισχυρό και δίκαιο κράτος. Ένα κράτος που θα παρέχει ασφάλεια στους πολίτες, θα λειτουργεί με αξιοκρατικούς κανόνες και θα συντονίζει με κοινωνική ευαισθησία την οικονομική ανάπτυξη.
Γι’ αυτό χρειαζόμαστε σχέδιο ριζικών αλλαγών στους θεσμούς: στο σύστημα εκτελεστικής εξουσίας, στη Βουλή και στη Δικαιοσύνη, στην κοινωνική προστασία και στην προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Χρειαζόμαστε, με δυο λόγια, ένα συνεκτικό, δημοκρατικό, προοδευτικό σχέδιο διακυβέρνησης, που δεν θα αφήσει τίποτε όρθιο από τις δομές της αναξιοκρατίας, της γραφειοκρατίας και της διαπλοκής και που θα αλλάξει όχι μόνο το κράτος αλλά και την κουλτούρα εξουσίας. Ένα κράτος για όλους και όχι ένα εργαλείο για λίγους.
Το πρώτο και πιο δύσκολο βήμα μιας τέτοιας προσπάθειας είναι να αρχίσει να αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη του πολίτη στο κράτος. Μια εμπιστοσύνη που απαιτεί διαφάνεια, ισονομία, αποτελεσματικότητα και δικαιοσύνη. Αυτό συνδέεται με το ποιοι και πώς επιλέγονται δημοκρατικά να κυβερνήσουν τον τόπο, αλλά και με τα θεσμικά θεμέλια της κοινωνίας.
Είναι αναγκαίο οι ανεξάρτητες αρχές — και πρώτα απ’ όλα η Εθνική Αρχή Διαφάνειας — να γίνουν πραγματικά ανεξάρτητες. Οι μηχανισμοί ελέγχου των δημοσίων συμβάσεων πρέπει να αποκτήσουν τη θεσμική εξουσία και τα ψηφιακά εργαλεία ώστε να κάνουν τη δουλειά τους χωρίς παρεμβάσεις. Είναι αναγκαίο στην Τοπική Αυτοδιοίκηση να μεταφερθούν, πέρα από αρμοδιότητες, και ουσιαστικοί πόροι.
Είναι αναγκαία η εφαρμογή της ψηφιακής τεχνολογίας σε όλη την έκταση του κράτους και στην επαφή με τους πολίτες. Είναι αναγκαία η πραγματική διαφάνεια σε κάθε δημόσια δαπάνη. Και δεσμεύομαι ότι στο επόμενο διάστημα θα δοθεί στη δημοσιότητα σχετική μελέτη του ινστιτούτου μας για μια νέα διαδικτυακή πλατφόρμα — εξέλιξη της «Διαύγειας» — που θα το διασφαλίζει.
Είναι αναγκαίο, επίσης, να τελειώνουμε με το βαθύ κράτος των μετακλητών και το κράτος να εκδημοκρατιστεί από κάτω μέχρι πάνω, σε όλες τις δομές και τις εκφάνσεις του. Είναι αναγκαίος ένας άλλος, πιο δημοκρατικός και αντιπροσωπευτικός τρόπος για την εκλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και για τις προαγωγές των δικαστικών. Είναι αναγκαίο, τέλος, η κοινωνία των πολιτών, με τους εκπροσώπους της θεσμικά, να συμμετέχει στον έλεγχο του κράτους.
Φίλες και φίλοι, συντρόφισσες και σύντροφοι, ξέρω ότι σήμερα δεν ήρθατε μόνο για να ακούσετε για την Ιθάκη, για τα διεθνή και για το κράτος. Όμως αυτό που λείπει δεν είναι το περιτύλιγμα, αλλά το περιεχόμενο. Στο περιεχόμενο πρέπει να δουλέψουμε.
Η επόμενη μέρα για τον τόπο θα είναι διαφορετική μόνο αν έχουμε το σχέδιο να επουλώσουμε τις μεγάλες πληγές και να υλοποιήσουμε τις μεγάλες και αναγκαίες προοδευτικές τομές. Και σας διαβεβαιώνω ότι δουλεύω και δουλεύουμε εντατικά και μεθοδικά πάνω σε αυτό το σχέδιο.
Η χώρα μας έχει ανάγκη από πολιτική αλλαγή και ο τόπος από μια ριζικά διαφορετική πορεία. Ξέρουμε ποια είναι η ρότα που πρέπει να χαράξει η χώρα. Έχουμε πυξίδα. Αρκεί να πείσουμε μια απογοητευμένη κοινωνία να υπερβεί το στερεότυπο ότι σε αυτή τη χώρα τίποτε δεν γίνεται, ότι αυτό το κράτος δεν αλλάζει ποτέ, ότι τίποτε δεν κινείται.
Θέλω λοιπόν να μεταφέρω από εδώ, από τη Θεσσαλονίκη, ένα μήνυμα σε όλες τις Ελληνίδες και όλους τους Έλληνες: και όμως κινείται. Κινείται η κοινωνία μας και αναζητά εναλλακτική. Γι’ αυτό κερδίζει έδαφος καθημερινά η ιδέα μιας μεγάλης προοδευτικής παράταξης που θα βάλει τέλος στο κράτος της απολυταρχίας, της ολιγαρχίας, της αδικίας και της διαφθοράς.
Ο προοδευτικός κόσμος αναζητά μια ισχυρή κυβερνώσα προοδευτική δύναμη και όχι μικρά και ανίσχυρα κόμματα διαμαρτυρίας. Αναζητά μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Η ανασύνθεση της δημοκρατικής παράταξης, που θα γεννήσει αυτή την εναλλακτική και μαζί τη νέα ελπίδα, είναι αναγκαία και επιβεβλημένη. Και θα γίνει πέρα και πάνω από ιδιοτέλειες και σκοπιμότητες. Θα γίνει με σχέδιο, μεθοδικά, όχι βιαστικά και πρόχειρα.
Συνδυάζοντας την αισιοδοξία της βούλησης με τον ρεαλισμό της εμπειρίας και της πράξης. Με τους πολίτες πρωταγωνιστές, για να δώσουμε ανάσα, διέξοδο και ρεαλιστική εναλλακτική λύση στα σημερινά αδιέξοδα. Αυτή τη μεγάλη και νικηφόρα προοδευτική παράταξη, αποφασισμένη, ριζοσπαστική, έμπειρη και έτοιμη να αναλάβει τα ηνία της χώρας, με πυξίδα την εντιμότητα, τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία, την αποζητά σήμερα η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία.
Την αναζητούν οι μη έχοντες που δοκιμάζονται από τις πολιτικές της Δεξιάς. Τη χρειάζεται η πατρίδα. Και γι’ αυτό θα γίνει πράξη, όσο κι αν τη διαβάλλουν, την πολεμούν και τη συκοφαντούν οι αυτουργοί του σημερινού καθεστώτος, πριν καν ακόμη εμφανιστεί.
Θα γίνει πράξη με τα πρόσωπα, τις αξίες, το όραμα, το ρεαλιστικό της πρόγραμμα και τους χιλιάδες δημοκρατικούς πολίτες που θα τη σηκώσουν στις δικές τους πλάτες. Άνθρωποι της δουλειάς και της παραγωγής, που σηκώνουν το βάρος της κοινωνίας χωρίς να ζητούν προνόμια. Που πιστεύουν ότι η πολιτική είναι ευθύνη απέναντι στο κοινό μέλλον.
Νέες και νέοι που απαιτούν χώρο να ζήσουν, να δημιουργήσουν, να ελπίσουν. Που ζητούν δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και προκοπή. Όλοι όσοι δεν συμβιβάζονται με τον φόβο, την ανασφάλεια και τον κυνισμό, αλλά επιμένουν να μιλούν για αξίες: για την ειρήνη, την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη.
Με αυτούς μαζί θα πορευτούμε προς τη νέα Ιθάκη μας. Και το ταξίδι ξανάρχισε.
Σας ευχαριστώ.
Αποδοκιμασίες για τη συμφωνία των Πρεσπών
Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από την εκδήλωση, ομάδα πολιτών αποδοκίμασε τον πρώην πρωθυπουργό με επίκεντρο τη συμφωνία των Πρεσπών. Για λίγα λεπτά προκλήθηκε ένταση, η αστυνομία προέβη σε προσαγωγές, αλλά το επεισόδιο έληξε γρήγορα.