Τα Σεπτά – Άγια- Πάθη του Χριστού με τα βασανιστήρια, την ταπείνωση και τον θάνατο του, όπως περιγράφονται στα Ευαγγέλια, κατά τις τελευταίες ημέρες της επίγειας ζωής Του, αλλά και η Ανάσταση Του, αποτελούν ισχυρές πηγές έμπνευσης στην ζωγραφική αλλά και σε όλες τις μορφές Τέχνης και έχουν απεικονιστεί από Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες, μέσα στους αιώνες.

Εκείνο που θα λέγαμε απλοϊκά πως αλλάζει στις απεικονίσεις μέσα στα χρόνια είναι η τεχνοτροπία, αλλά και τα προσωπικά βιώματα του κάθε καλλιτέχνη με τις δημιουργίες του να τον οδηγούν θα λέγαμε στη λύτρωση και στην υπαρξιακή αναγέννηση.

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την Τέχνη και το πως αυτή «αφηγείται» μέσα στους αιώνες το θείο Δράμα το Newsbeast συνομίλησε με την ιστορικό Τέχνης Ντόρα Λεοντοπούλου της «Sianti Gallery» προκειμένου να μας δώσει ένα γενικότερο πλαίσιο των ζωγράφων, κλασικών και σύγχρονων, Ελλήνων και ξένων, των Σχολών, των «ρευμάτων» που επικράτησαν καθώς και να μας μιλήσει για την διαφοροποίηση της ζωγραφικής από την αγιογραφία.

Πώς η Τέχνη «αφηγείται» -παρουσιάζει- το θείο Δράμα ;

Γενικότερα το θείο Δράμα και όλα τα Πάθη του Χριστού και η Σταύρωση του, ήταν μια από τις πιο ισχυρές πηγές έμπνευσης στην ζωγραφική αλλά και σε όλες τις μορφές Τέχνης και στους ξένους καλλιτέχνες και στους Έλληνες. Οι ξένοι ζωγράφοι όπως γνωρίζουμε οι πιο σημαντικοί ή οι πιο διάσημοι θα λέγαμε, που είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό, όπως ο Καραβάτζιο και ο Ρούμπενς επί παραδείγματι, απεικόνισαν το θείο Δράμα με πολύ έντονο ρεαλισμό, με βαθειά συγκίνηση βέβαια και με ένα δραματικό φως. Ανέδειξαν με αυτό τον τρόπο τον ανθρώπινο πόνο και τη θεϊκή διάσταση.

Από την άλλη πλευρά οι Έλληνες ζωγράφοι, δηλαδή στην ελληνική παράδοση, έχουμε από τον Θεοφάνη ο Κρη – (Θεοφάνης ο Κρητικός ή Μπαθάς ή Στρελίτζας) μέχρι τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο -Ελ Γκρέκο- και την βυζαντινή αγιογραφία όλο αυτό το θείο Δράμα αποδίδεται περισσότερο με έναν συμβολισμό και μια πραγματικότητα ταυτόχρονα . Δηλαδή η εμφάνιση δεν δίνεται μόνο στον πόνο αλλά και στην ελπίδα της Ανάστασης. Γι’ αυτό και λοιπόν όλο αυτό το θείο Δράμα ενέπνευσε την ζωγραφική φυσικά παγκοσμίως και από την μια πλευρά η Δύση το εξέφρασε με έντονο ρεαλισμό και συναίσθημα και από την άλλη μεριά η Ελλάδα και το Βυζάντιο με μια πνευματικότητα και ένα συμβολισμό.

Το θείο Δράμα και οι σύγχρονοι ζωγράφοι

Οι σύγχρονοι ζωγράφοι έχουν μια διαφορετική προσέγγιση που είναι λιγότερο παραδοσιακή και φυσικά είναι πιο προσωπική και πιο έντονα συναισθηματική. Κάποιους από αυτούς τους ξένους, όπως είναι ο Νταλί, επί παραδείγματι, παρουσιάζει έναν πιο μεταφυσικό Χριστό. Συνδέει δηλαδή τη θρησκεία με την επιστήμη και το όνειρο. Η ο Σαγκάλ που χρησιμοποιεί περισσότερο έντονα χρώματα και συμβολισμούς για να εκφράσει το Δράμα και την Ελπίδα.

Από την άλλη πλευρά οι Έλληνες σύγχρονοι καλλιτέχνες, όπως ο Τσαρούχης που ενσωματώνει στοιχεία της παράδοσης με τη σύγχρονη αισθητική, ή ο Εγγονόπουλος που στην Τέχνη του το «θείο» προσεγγίζεται με έναν υπερρεαλισμό καθώς και όλοι εκείνοι οι σύγχρονοι αγιογράφοι που συνεχίζουν αυτή την βυζαντινή παράδοση αλλά εστιάζουν περισσότερο στο συναίσθημα, στο συμβολισμό και κυρίως στην προσωπική ερμηνεία. Με αυτό τον τρόπο το θείο Δράμα γίνεται η εικόνα του ανθρώπινου πόνου της ελπίδας της πίστης.

Η αγιογραφία σε σχέση με την ζωγραφική στην απεικόνιση του θείου Δράματος

Εδώ έχουμε να κάνουμε περισσότερο με την εξέλιξη της Βυζαντινής και της μετά Βυζαντινής Τέχνης. Κυρίως αυτές διακρίνονται και μπορούμε να τις ξεχωρίσουμε από το ύφος, την τεχνική και φυσικά από την περιοχή στην οποία αναπτύσσονται. Αν πάμε πιο παλιά και για να ξεχωρίσουμε την αγιογραφία που έχει να κάνει με τη βυζαντινή παράδοση από τη ζωγραφική που έχει να κάνει με τη Δυτική και τη σύγχρονη Τέχνη συναντούμε :

Από την μια μεριά την Αγιογραφία που έχει το θρησκευτικό και όλο αυτό τον χαρακτήρα τον λατρευτικό. Σε αυτή, οι μορφές είναι περισσότερο στατικές, μετωπικές ή εξιδανικευμένες και φυσικά χρησιμοποιούν τις περισσότερες φορές το έντονο χρυσό βάθος για να δείξουν ότι υπάρχει αυτό το θείο φως. Ενώ από την άλλη πλευρά η ζωγραφική έχει να κάνει περισσότερο με μια καλλιτεχνική προσέγγιση και έναν εκφραστικό χαρακτήρα γι’ αυτό και αποτυπώνεται όλο το θείο Δράμα με ρεαλισμό και συναίσθημα. Οι μορφές για παράδειγμα, ανάλογα πάντα και με την εποχή, είναι πιο φυσικές με κίνηση, άλλες είναι ραδινές αλλά έχουν έντονη την έκφραση του πόνου.

Υπάρχουν επίσης άλλες προσεγγίσεις που χρησιμοποιούν τεχνικές του κιαροσκούρο, του φωτός και της σκιάς για να δηλώσουν την δραματικότητα. Όπως και να έχει υπήρξαν όντως διάφορες σχολές στην Αγιογραφία. Αυτές έχουν να κάνουν περισσότερο όπως σας είπα με την εποχή. Και έχουν να κάνουν με την συνέχιση της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής Τέχνης. Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε από τη «Μακεδονική Σχολή» από τον 11ο αιώνα μέχρι και τον 14ο αιώνα όπου εκεί οι μορφές έχουν περισσότερο κίνηση και είναι πιο φυσικές και χρησιμοποιούν ζωντανά χρώματα, έχουν εκφραστικότητα. Με αλλά λόγια η προσέγγιση εδώ είναι περισσότερο ανθρώπινη των μορφών.

Ακολούθως περνάμε στην «Κρητική Σχολή» από τον 15ο αιώνα μέχρι και τον 17ο αιώνα όπου εκεί φυσικά έχουμε τον συνδυασμό της Βυζαντινής παράδοσης και των Δυτικών επιρροών. Εκεί είναι που εντάσσεται και ο Ελ Γκρέκο με τα πρώτα του έργα, ως ο κύριος εκπρόσωπος δηλαδή. Στη «Κρητική Σχολή» υπάρχει ακρίβεια στις λεπτομέρειες.

Συνεχίζουμε με την επίσης γνωστή «Επτανησιακή Σχολή» μέχρι τον 18ο αιώνα με ισχυρή επίδραση από την Αναγέννηση και τη Δύση. Εξού και η Επτανησιακή Σχολή που αναπτύχθηκε στο Ιόνιο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τους πρώτους εκπροσώπους που βρίσκονται πιο κοντά στη ζωγραφική παρά στην αγιογραφία.

Οι σχολές αγιογραφίας μαρτυρούν πως η Τέχνη αφενός εξελίσσεται μέσα στο χρόνο, πάντα να ξέρετε και όπως συμβαίνει αντίστοιχα και στην ζωγραφική επηρεάζονται από την ιστορία και τον πολιτισμό και σαφώς διατηρώντας αυτόν τον πνευματικό χαρακτήρα που μπορεί να έχουν, έχουν επίδραση και εντάσσονται σε ένα ιστορικό πλαίσιο και γι αυτό αναλογικά μπορούμε να τις αξιολογήσουμε.

Η Μεγάλη Εβδομάδα μέσα από την Τέχνη

Η Μεγάλη Εβδομάδα αποτελεί μία από τις πιο κατανυκτικές περιόδους της Ορθοδοξίας, γεμάτη συγκίνηση, σιωπή και στοχασμό. Τα γεγονότα της, από την είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα μέχρι τη Σταύρωση και την Ταφή Του, έχουν αποτελέσει πηγή έμπνευσης για σπουδαίους ζωγράφους ανά τους αιώνες.

Τη Μεγάλη Δευτέρα το συμβολικό περιστατικό της κάθαρσης της εκκλησίας απεικονίζεται στην «Εκδίωξη των εμπόρων από το Ναό» π. 1570, του Ελ Γκρέκο στον πίνακα που εκτίθεται στη «National Gallery of Art» στην Ουάσιγκτον.

Στον εν λόγω πίνακα ο Χριστός με αποφασιστικότητα και δυναμισμό, εκδιώκει τους εμπόρους από το Ναό, ανατρέποντας τα τραπέζια τους. Η σκηνή αποδίδεται με έντονη κίνηση και δραματικότητα, υπογραμμίζοντας την αγανάκτηση του Χριστού για την εμπορευματοποίηση του ιερού χώρου.

Η Μεγάλη Τρίτη αποτυπώνεται μέσα από τον πίνακα «Η παραβολή των 10 Παρθένων», π 1799-1800, του William Blake που βρίσκεται στο «Metropolitan Museum of Art» της Νέας Υόρκης.

Ο Blake με τον χαρακτηριστικό του μυστικισμό, παρουσιάζει την παραβολή των δέκα παρθένων.

Οι σοφές παρθένες, φωτισμένες και γαλήνιες, αντιπαραβάλλονται με τις μωρές, που εμφανίζονται ανήσυχες και σκοτεινές τονίζοντας το μήνυμα της πνευματικής ενότητας.

Η Μεγάλη Τετάρτη με την Μαγδαληνή ως σύμβολο του έρωτα αλλά και υπόδειγμα μεταμέλειας στον πίνακα «Μετανοούσα Μαγδαληνή» , π. 1640, του Georges de La Tour. Έναν πίνακα που εκτίθεται στο «Metropolitan Museum of Art».

Σε αυτό το έργο, γνωστό και ως «Μαγδαληνή με Δύο Φλόγες» , η Μαρία Μαγδαληνή παρουσιάζεται σε βαθιά περισυλλογή, με το φως των κεριών να τονίζει την εσωτερική της μεταμόρφωση και μετάνοια.

Η Μεγάλη Πέμπτη με τον Μυστικό Δείπνο και την ομότιτλη τοιχογραφία «Ο Μυστικός Δείπνος», π. 1495, του Leonardo da Vinci, στο μοναστήρι της Santa Maria delle Grazie, στο Μιλάνο Ιταλίας.

Το εμβληματικό αυτό έργο αποτυπώνει τη στιγμή που ο Ιησούς ανακοινώνει την προδοσία του. Η σύνθεση και η έκφραση των Αποστόλων αποκαλύπτουν την ψυχολογική ένταση της σκηνής.

Την Μεγάλη Παρασκευή με την κορύφωση του Θείου Δράματος με τη Σταύρωση, μέσα από το έργο «Ο Εσταυρωμένος Χριστός», π. 1780, του Francisco Goya, έναν πίνακα που ανήκει στη μόνιμη συλλογή του μουσείου Πράδο της Μαδρίτης.

Φόντο μαύρο, τέσσερα καρφιά σε πόδια και παλάμες και μια επιγραφή με αναγραφή του «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων» σε τρεις γλώσσες. Το βλέμμα του Ιησού γέρνει πάνω και αριστερά. Κι αριστερά είναι η καρδιά και πάνω ο ουρανός. Το στόμα μισάνοιχτο, μόλις ψέλλισε το «Ηλί Ηλί λαμά σαβαχθανί – Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες ;» Ή σχεδόν ετοιμάζεται να το κάνει.

Το Μεγάλο Σάββατο Της Ταφής και της Καθόδου του Χριστού στον Άδη με τον πίνακα
«Η Ταφή του Ιησού» , 1602-1604, του Caravaggio, στην Πινακοθήκη του Πάπα Πίου VII , στο Μουσείο του Βατικανού.

Ο Καραβάτζιο χρησιμοποιεί το παιχνίδι του φωτός με το σκοτάδι, το «chiaroscuro» που χαρακτηρίζει το έργο του καθώς και τη γεωμετρία με την οποία δομεί το έργο του, με τρόπο αριστοτεχνικό. Ο ρεαλισμός του έργου είναι μοναδικός καθώς χρησιμοποιούσε ως μοντέλα ανθρώπους καθημερινούς. Οι μορφές του δεν είναι ηρωικές, εξιδανικευμένες, αλλά η δραματικότητα της σύνθεσης απογειώνεται καθώς ο Καραβάτζιο επιτρέπει στον θεατή να βιώσει την στιγμή που το άψυχο σώμα του ιησού κατεβαίνει στον Τάφο.

Η Κυριακή του Πάσχα με την Ανάσταση που συμβολίζει την ήττα του θανάτου και της φθοράς με τον πίνακα «Η Ανάσταση», 1917-1919, του Κωνσταντίνου Παρθένη, έργο της Εθνικής Πινακοθήκης, στην Αθήνα.

Η «Ανάσταση» του Παρθένη είναι αποκαλυπτική της ικανότητας του να αποδίδει στους πίνακες του, το πνευματικό και γενικά το αιθέριο. Η πνευματικότητα καθίσταται ορατή με το χρώμα, την λεπτότητα της πινελιάς και τις εξαϋλωμένες φιγούρες. Το σώμα του Χριστού τυλιγμένο με το σάβανο είναι εξαιρετικά σχηματοποιημένο συνδυάζοντας θερμά και ψυχρά χρώματα, όπως και οι άλλες μορφές και ο περιβάλλον χώρος.