Η εξόδιος ακολουθία της πριγκίπισσας Ειρήνης στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών αποτέλεσε μια στιγμή βαθιάς συγκίνησης, με τους ανιψιούς της, Παύλο και Νικόλαο Ντε Γκρες, να εκφωνούν επικήδειους που επικεντρώθηκαν στην πνευματική της διαδρομή και τη στενή σχέση με την οικογένειά της.
Η αναχώρησή της από τη ζωή συνέπεσε με μια ιδιαίτερη στιγμή, καθώς όπως ανέφερε ο Παύλος Ντε Γκρες, «έφυγες την ώρα που τελούσαμε το τρίτο μνημόσυνο στη μνήμη του αγαπημένου σου αδελφού – λες και ένα θεϊκό χέρι πήρε απαλά την τελευταία σου ανάσα και σε οδήγησε κοντά του».

Η «πριγκίπισσα των φτωχών» και η προσφορά στην Ινδία
Η πριγκίπισσα Ειρήνη υπήρξε το τρίτο παιδί του Βασιλιά Παύλου και της Βασίλισσας Φρειδερίκης, διατηρώντας σε όλη της τη ζωή έναν αδιάρρηκτο δεσμό με την αδελφή της, Βασίλισσα Σοφία, η οποία «σε κράτησε κοντά της όλα αυτά τα χρόνια και σε φρόντισε με στοργή και αφοσίωση μέχρι την τελευταία στιγμή». Η προσωπικότητά της σφυρηλατήθηκε μέσα από την Ορθόδοξη πίστη, τη μουσική και τη φιλοσοφία σημείωσε ο Παύλος. «Συχνά έλεγες πως “όταν όλα τα άλλα χαθούν, στο τέλος μας απομένουν η μουσική και η πίστη μας”» είπε.
Η πνευματική της αναζήτηση την οδήγησε για πολλά χρόνια στην Ινδία, όπου συνδέθηκε βαθιά με τον λαό της και βοήθησε όσους είχαν ανάγκη. «Αφιέρωσες τη ζωή σου στους άλλους. Δεν παντρεύτηκες και δεν απέκτησες δικά σου παιδιά, όμως αμέτρητα παιδιά, αμέτρητα ζώα και τόσοι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο που αλλιώς θα είχαν ξεχαστεί – ευεργετήθηκαν από τη συμπόνια σου. Πολλοί σε αποκάλεσαν Πριγκίπισσα των Φτωχών, γιατί έκανες σκοπό ζωής σου την ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου».
«Η πίστη σου, η φιλοσοφία ζωής σου και η εσωτερική σου δύναμη σου επέτρεψαν να ζεις με ελευθερία και φως – πάντα δοτική, πάντα γελαστή, πάντα με καλή διάθεση» ανέφερε ο Παύλος, τονίζοντας πως «ο στόχος δεν είναι να σωθεί ο κόσμος αλλά να προσφερθεί λίγη ανακούφιση, λίγη ελπίδα, λίγη αρμονία εκεί όπου υπάρχει πόνος»
Νικόλαος Ντε Γκρές: Ο συγκλονιστικός επικήδειος για την πριγκίπισσα Ειρήνη
Ο ανιψιός και βαφτισιμιός της, Νικόλαος Ντε Γκρές, αποχαιρέτησε επίσης τη «Θεία Ειρήνη» με λόγια που ξέφυγαν από τα συνηθισμένα πρωτόκολλα, εστιάζοντας στην ουσία του χαρακτήρα της.
Στον επικήδειο λόγο για την Πριγκίπισσα Ειρήνη που εκφώνησε ο Νικόλαος Ντε Γκρές, περιέγραψε έναν άνθρωπο που επέλεξε συνειδητά τον δρόμο της διακριτικότητας. «Έζησες τη ζωή σου με έναν τρόπο σπάνιο, ζηλευτό. Με σιωπή που δεν ήταν απουσία, με διακριτικότητα που δεν ήταν απόσταση, με αγάπη χωρίς προβολή» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Συνέχισε περιγράφοντας την εσωτερική της δύναμη, τονίζοντας πως «ήσουν ένας άνθρωπος βαθιά εσωτερικός, με έντονη πνευματικότητα και μια έμφυτη καλοσύνη. Είχες την ικανότητα να καταλαβαίνεις τους άλλους χωρίς να ρωτάς, να συμπονάς χωρίς να εκθέτεις, να προσφέρεις χωρίς ποτέ να ζητάς τίποτα πίσω. Σαν να ήξερες πως το καλό, όταν είναι αληθινό, δεν χρειάζεται μάρτυρες».

Η αθόρυβη φιλανθρωπία και η σχέση με τη Βασίλισσα Σοφία
Η δράση της Ειρήνης ήταν πάντα επικεντρωμένη στον συνάνθρωπο και το περιβάλλον, χωρίς όμως ποτέ να επιζητά τα φώτα της δημοσιότητας. Ο Νικόλαος υπογράμμισε αυτή την πτυχή λέγοντας: «Η ζωή σου ήταν αφιερωμένη στην προσφορά: Στους ανθρώπους που είχαν ανάγκη, στα παιδιά, στους αδύναμους, στα ζώα, σε καθετί που χρειαζόταν φροντίδα και προστασία. Και το έκανες πάντα αθόρυβα – σχεδόν κρυφά, σαν να φοβόσουν μην πάρεις χώρο από κάποιον άλλον».
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον ρόλο της ως το σταθερό στήριγμα της αδελφής της, Βασίλισσας Σοφίας, καθώς και στον αποχωρισμό που αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό. «Σήμερα, νονά μου, νιώθω ότι ο κόσμος είναι λίγο πιο άδειος. Όχι θορυβωδώς, αλλά όπως λείπει κάτι πολύτιμο που δεν έκανε ποτέ φασαρία. Υπήρξες το πιο ουσιαστικό στήριγμα και υπόδειγμα αδερφής στην αδελφή σου, τη θεία Σοφία» σημείωσε ο Νικόλαος.
Το κλείσιμο του λόγου ήταν μια προσωπική κατάθεση ψυχής για την πνευματική κληρονομιά που αφήνει η Ειρήνη. «Μου έδειξες τι σημαίνει δύναμη χωρίς θόρυβο, τι σημαίνει αξιοπρέπεια χωρίς έπαρση, τι σημαίνει αγάπη που δεν απαιτεί, αλλά απλώς υπάρχει» σημείωσε ο Νικόλαος Ντε Γκρές.
Αναφερόμενος στην ελπίδα της μεταθανάτιας συνάντησής της με τον πατέρα του, είπε: «Θέλω να πιστεύω πως ταξιδεύεις προς τον πατέρα μου, τον αδελφό σου. Να σταθείς πάλι δίπλα του, να του χαμογελάσεις με αυτό το βλέμμα σου που υποδηλώνει κάποια σκανταλιά».