Τα νέα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας υπόσχονται απώλεια βάρους σε επίπεδα που μέχρι χθες έμοιαζαν αδιανόητα, αλλά οι ειδικοί προειδοποιούν: τι θα συμβεί αν τελικά δουλεύουν «πολύ καλά»; Η παχυσαρκία αντιμετωπίζεται πλέον όχι μόνο ως παράγοντας κινδύνου για σοβαρές ασθένειες, αλλά και ως πεδίο σφοδρού ανταγωνισμού ανάμεσα σε φαρμακευτικούς κολοσσούς που επενδύουν δισεκατομμύρια σε καινοτόμες θεραπείες.

Το νέο πειραματικό φάρμακο retatrutide της Eli Lilly ανήκει στη νέα γενιά φαρμάκων κατά της παχυσαρκίας που στοχεύουν σε πολλαπλές ορμόνες του εντέρου, προσφέροντας πολύ μεγαλύτερη απώλεια βάρους από τα ήδη γνωστά σκευάσματα τύπου Wegovy και Zepbound. Σε κλινική δοκιμή διάρκειας 68 εβδομάδων σε άτομα με παχυσαρκία και οστεοαρθρίτιδα γόνατος, οι συμμετέχοντες που λάμβαναν την υψηλότερη δόση έχασαν κατά μέσο όρο 28,7% του σωματικού τους βάρους – περίπου 71 κιλά – ποσοστό που ξεπερνά σημαντικά το περίπου 20% των σημερινών φαρμάκων. Οι ειδικοί μιλούν για μια εντυπωσιακή «αναβάθμιση» της φαρμακολογικής αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, που αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού στην ιατρική της παχυσαρκίας.

Η παχυσαρκία συνδέεται με καρδιοπάθειες, διαβήτη τύπου 2, υπέρταση και οστεοαρθρίτιδα, και η δραματική μείωση βάρους που προσφέρει το retatrutide φαίνεται να βελτιώνει ταυτόχρονα τον πόνο στο γόνατο και τη λειτουργικότητα των ασθενών, σύμφωνα με τις μετρήσεις στη διεθνώς χρησιμοποιούμενη κλίμακα WOMAC. Ωστόσο, η πολύ μεγάλη απώλεια βάρους φέρνει και νέα διλήμματα για το πώς θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας: σε ποιους, για πόσο χρονικό διάστημα και με ποια κριτήρια θα θεωρείται ότι «φτάσαμε αρκετά χαμηλά» στη ζυγαριά;

Φάρμακα κατά της παχυσαρκίας: Η σκοτεινή πλευρά της επιτυχίας

Τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας όπως τα GLP‑1 (semaglutide, tirzepatide) έχουν ήδη δείξει ότι η μεγάλη απώλεια βάρους συνοδεύεται συχνά από ναυτία, διάρροια και γαστρεντερικές διαταραχές, και το retatrutide φαίνεται να μην αποτελεί εξαίρεση, με αυξημένα ποσοστά ανεπιθύμητων ενεργειών. Στη δοκιμή της Eli Lilly, κάποιοι ασθενείς διέκοψαν τη θεραπεία επειδή έχασαν «υπερβολικά πολύ» βάρος, κάτι που θέτει ηθικά και ιατρικά ερωτήματα για το πότε η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας μετατρέπεται σε επικίνδυνη υπερβολή.

Παράλληλα, προηγούμενα δεδομένα για τα υπάρχοντα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας δείχνουν ότι η απώλεια βάρους διατηρείται μόνο όσο συνεχίζεται η αγωγή, ενώ η διακοπή οδηγεί σχεδόν πάντα σε επανάκτηση των κιλών, κάτι που αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο οι ασθενείς να χρειάζονται δια βίου θεραπεία. Αυτό ενισχύει τις ανησυχίες ότι η παχυσαρκία κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως χρόνια φαρμακοεξαρτώμενη νόσος, με τους ασθενείς «δεμένους» σε μια ενέσιμη θεραπεία που ίσως χρειαστεί να συνεχίσουν επ’ αόριστον.

Παχυσαρκία, οικονομικά συμφέροντα και το μέλλον των θεραπειών

Η εκρηκτική ανάπτυξη της αγοράς για φάρμακα κατά της παχυσαρκίας έχει ήδη απογειώσει τη χρηματιστηριακή αξία εταιρειών όπως η Eli Lilly, που αναδείχθηκε σε πρώτη φαρμακευτική εταιρεία με αποτίμηση άνω του τρισεκατομμυρίου δολαρίων λόγω των σκευασμάτων για παχυσαρκία και διαβήτη. Με τα νέα δεδομένα για το retatrutide και άλλες υπό ανάπτυξη θεραπείες πολλαπλής δράσης, ο ανταγωνισμός με τη Novo Nordisk για την «πρωτοκαθεδρία» στα φάρμακα της παχυσαρκίας αναμένεται να κλιμακωθεί, ενώ οι κυβερνήσεις και τα ασφαλιστικά ταμεία θα κληθούν να αποφασίσουν τι και σε ποιο κόστος θα καλύπτουν, σύμφωνα με τους New York Times.

Την ίδια στιγμή, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η παχυσαρκία παραμένει πολυπαραγοντική νόσος που σχετίζεται με διατροφή, τρόπο ζωής, κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες, και προειδοποιούν ότι κανένα φάρμακο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για ολοκληρωμένες πολιτικές πρόληψης και δημόσιας υγείας. Το μεγάλο στοίχημα για τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας θα είναι αν θα αξιοποιηθούν ως ισχυρό ιατρικό εργαλείο για όσους το έχουν πραγματικά ανάγκη ή αν θα εξελιχθούν στο νέο «χρυσό εισιτήριο» μιας βιομηχανίας που ποντάρει στην αγωνία της κοινωνίας για το βάρος και την εικόνα του σώματος.