Η απόφαση του Φρίντριχ Μερτς να αμφισβητήσει ανοιχτά τη σκοπιμότητα του γαλλογερμανικού προγράμματος νέου μαχητικού αεροσκάφους FCAS κλονίζει έναν από τους πιο εμβληματικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας. Ο Γερμανός καγκελάριος ξεκαθαρίζει πως το υπό ανάπτυξη «μαχητικό του μέλλοντος» δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες της Μπούντεσβερ, ανοίγοντας ακόμη και σενάριο διάλυσης του κοινού πρότζεκτ με Γαλλία και Ισπανία.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις του στο γερμανικό πολιτικό podcast «Machtwechsel», ο Μερτς υπογράμμισε ότι το αεροσκάφος-ναυαρχίδα του Future Combat Air System έχει σχεδιαστεί πρωτίστως πάνω στις απαιτήσεις του γαλλικού στρατού, με έμφαση στη δυνατότητα πυρηνικής κρούσης. «Οι Γάλλοι χρειάζονται ένα πυρηνοφόρο μαχητικό στην επόμενη γενιά, εμείς δεν το χρειαζόμαστε αυτή τη στιγμή στη γερμανική Μπούντεσβερ», τόνισε, αναδεικνύοντας το χάσμα μεταξύ των επιχειρησιακών προφίλ των δύο χωρών. Ο ίδιος μάλιστα περιέγραψε το δίλημμα ως τεχνικό και όχι πολιτικό: αν η Ευρώπη έχει τη βούληση και τη δυνατότητα να κατασκευάσει δύο διαφορετικά μαχητικά για δύο διαφορετικές ανάγκες ή θα επιμείνει σε ένα κοινό, αλλά συμβιβασμένο, σχέδιο.

Το «μαχητικό» FCAS στον αέρα από τον Μερτς

Ο Μερτς προειδοποίησε ευθέως ότι, εάν δεν γεφυρωθούν οι διαφορές στο «προφίλ απαιτήσεων», το πρόγραμμα FCAS δεν μπορεί να διασωθεί. Η παρέμβασή του έρχεται σε μία στιγμή όπου οι τριμερείς εταίροι –Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία– καλούνται να αποφασίσουν αν θα περάσουν στην επόμενη φάση ανάπτυξης ή αν θα «κουτσουρέψουν» το σχέδιο, ακόμη και εγκαταλείποντας το κοινό μαχητικό στοιχείο. Το project, αξίας περί τα 100 δισ. ευρώ, ήδη ταλαιπωρείται από χρόνιες έριδες μεταξύ των βιομηχανικών κολοσσών Dassault Aviation και Airbus σχετικά με το ποιος θα έχει τον ηγετικό ρόλο στον σχεδιασμό του αεροσκάφους.

Η γαλλική πλευρά επιμένει σε ένα πολυλειτουργικό μαχητικό, ελαφρύ ώστε να επιχειρεί από το αεροπλανοφόρο και ικανό να φέρει το γαλλικό πυρηνικό οπλοστάσιο, κάτι που το Παρίσι θεωρεί αδιαπραγμάτευτο για την αξιοπιστία της δικής του αποτροπής. Το Ελιζέ, απαντώντας στις δηλώσεις Μερτς, υπενθύμισε ότι οι στρατιωτικές απαιτήσεις των τριών χωρών δεν έχουν μεταβληθεί από την ανακοίνωση του προγράμματος το 2017 και ότι η γαλλική πυρηνική αποτροπή αποτελούσε εξαρχής συστατικό της σχεδίασης. Ο Εμανουέλ Μακρόν, σε πρόσφατη συνέντευξή του σε ευρωπαϊκά ΜΜΕ αλλά και από το βήμα της Διάσκεψης Ασφάλειας του Μονάχου, επέμεινε πως οι αεροπορίες έχουν συμφωνήσει σε κοινές προδιαγραφές, με μέγεθος και βάρος γύρω στους 15 τόνους και επιβεβαιωμένη γερμανική ανάγκη για το πρόγραμμα.

Ο Μερτς, το «μαχητικό» και η ευρωπαϊκή άμυνα

Παρά την προσπάθειά του να παρουσιάσει το αδιέξοδο ως καθαρά τεχνικό, οι δηλώσεις Μερτς φωτίζουν το βάθος της γαλλογερμανικής ρήξης σε μια περίοδο που η ΕΕ αναζητεί κοινή στρατηγική για άμυνα, προϋπολογισμό και πυρηνική αποτροπή. Ο ίδιος έχει ήδη ξεκινήσει συνομιλίες με τον Μακρόν για το πώς θα μπορούσε να ενισχυθεί ο ευρωπαϊκός πυρηνικός αποτρεπτικός παράγοντας, την ώρα που αμφισβητεί την αναγκαιότητα ενός νέου πυρηνοφόρου μαχητικού για τη Γερμανία. Ταυτόχρονα, η γερμανική αεροπορία στηρίζεται σήμερα κυρίως στα Eurofighter Typhoon, ενώ το Βερολίνο έχει ήδη παραγγείλει αμερικανικά F‑35, τα οποία, με τις παραδόσεις να ξεκινούν φέτος, αναμένεται να παραμείνουν στην πρώτη γραμμή για δεκαετίες, όπως γράφουν οι Financial Times.

Η Γαλλία, από την πλευρά της, επενδύει στη συνεχή αναβάθμιση των Rafale ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικά, ενώ βλέπει στο FCAS όχι μόνο ένα «μαχητικό του μέλλοντος» αλλά και ένα σύμβολο στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης. «Δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς θα χτίσουμε νέες κοινές λύσεις αν καταστρέψουμε τις λίγες που έχουμε», προειδοποίησε ο Μακρόν από το Μόναχο, καλώντας ουσιαστικά τον Μερτς να μην τραβήξει τη σκανδάλη διάλυσης του προγράμματος. Στο φόντο αυτό, η κόντρα για το μαχητικό FCAS λειτουργεί ως crash test για το κατά πόσο Παρίσι και Βερολίνο μπορούν ακόμη να συμπλεύσουν σε ένα κοινό όραμα ευρωπαϊκής άμυνας.