Η πολιτική κυριαρχία του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία τερματίστηκε έπειτα από 16 χρόνια στην εξουσία, με την εκλογική νίκη του Πέτερ Μάγιαρ να συνοδεύεται από μια άνευ προηγουμένου δημόσιες καταγγελίες του τρόπου με τον οποίο κυβερνήθηκε η χώρα. Κατά την ορκωμοσία του νέου πρωθυπουργού, αλλά και σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, η διαφθορά βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, με τον Μάγιαρ να παρουσιάζει το καθεστώς Όρμπαν όχι απλώς ως μια διεφθαρμένη κυβέρνηση αλλά ως ένα σύστημα εξουσίας που λειτουργούσε με τρόπο οργανωμένο και βαθιά ριζωμένο στους κρατικούς μηχανισμούς.
Παρότι για χρόνια ο Όρμπαν φαινόταν πολιτικά ανίκητος, έχοντας εξασφαλίσει τον έλεγχο του πολιτικού σκηνικού, των μέσων ενημέρωσης και των εκλογικών κανόνων σύμφωνα με τους επικριτές του, η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι στη διακυβέρνησή του οδήγησε τελικά στην ανατροπή. Σε άρθρο των New York Times περιγράφεται ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η κυβέρνηση κυριαρχούσε στα μέσα ενημέρωσης, στοχοποιούσε πολιτικούς αντιπάλους και προχωρούσε σε αλλαγές της εκλογικής νομοθεσίας που ευνοούσαν το κυβερνών κόμμα Φίντες. Η κατάσταση αυτή είχε οδηγήσει πολλούς αναλυτές στο συμπέρασμα ότι η Ουγγαρία είχε φτάσει σε σημείο όπου η απομάκρυνση του Όρμπαν μέσω δημοκρατικών εκλογών έμοιαζε σχεδόν αδύνατη.
Καθοριστικό στοιχείο της εκλογικής αναμέτρησης ήταν η ένταση με την οποία ο Πέτερ Μάγιαρ επέλεξε να αναδείξει το ζήτημα της διαφθοράς. Σε αντίθεση με προηγούμενους πολιτικούς αντιπάλους του Όρμπαν, οι οποίοι περιορίζονταν να μιλούν για ένα «διεφθαρμένο» σύστημα, ο νέος πρωθυπουργός υιοθέτησε τον όρο «μαφιόζικο κράτος», έναν χαρακτηρισμό που είχε διατυπώσει ο κοινωνιολόγος και πολιτικός θεωρητικός Μπάλιντ Μάγιαρ. Με αυτόν τον τρόπο παρουσίασε το καθεστώς Όρμπαν όχι ως μια κυβέρνηση που εμφάνιζε φαινόμενα διαφθοράς, αλλά ως ένα πολιτικό σύστημα που, κατά την άποψή του, είχε οργανωθεί γύρω από την κατάχρηση εξουσίας και τη συστηματική εκμετάλλευση του κράτους.
Στην πρώτη του ομιλία ενώπιον του Κοινοβουλίου, ο Πέτερ Μάγιαρ εξαπέλυσε μία από τις πιο σκληρές επιθέσεις που έχουν διατυπωθεί ποτέ εναντίον του Βίκτορ Όρμπαν. Υποστήριξε ότι η προηγούμενη διακυβέρνηση είχε οδηγήσει τη χώρα σε οικονομική στασιμότητα, με περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού να ζει σε συνθήκες φτώχειας, ενώ έκανε λόγο για ανεπαρκείς υπηρεσίες υγείας, υποβαθμισμένα σχολεία, προβληματικά ιδρύματα παιδικής πρόνοιας και μια κοινωνία που είχε εγκλωβιστεί σε ένα κλίμα φόβου και μίσους. Το πιο βαρύ σημείο της κατηγορίας του αφορούσε τα δημόσια οικονομικά, καθώς ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της δεκαπενταετούς περιόδου διακυβέρνησης Όρμπαν αφαιρέθηκαν από το κοινό καλό της χώρας περίπου 20 τρισεκατομμύρια φιορίνια, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 65 δισεκατομμύρια δολάρια.
Οι καταγγελίες αυτές βρήκαν απήχηση σε μεγάλο μέρος της ουγγρικής κοινωνίας. Σύμφωνα με μετεκλογικές δημοσκοπήσεις που αναφέρονται στο άρθρο, η διαφθορά αναδείχθηκε ως ο σημαντικότερος λόγος της ήττας του Όρμπαν. Το 49% των ερωτηθέντων απάντησε ότι θεωρεί τη διαφθορά βασική αιτία της εκλογικής του κατάρρευσης, ποσοστό πολύ υψηλότερο από εκείνο που απέδιδε την ήττα στην επιδείνωση της οικονομίας και στην αύξηση του κόστους ζωής. Οι πολίτες ανέφεραν επίσης ως λόγους τις ανακρίβειες της κυβέρνησης, τη συνεχή κινδυνολογία και τη γενικότερη κόπωση που είχε προκαλέσει η μακροχρόνια παραμονή του ίδιου πολιτικού συστήματος στην εξουσία.
Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην πολιτική φθορά του Όρμπαν διαδραμάτισε και το σκάνδαλο που αφορούσε υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών σε κρατική δομή. Ο Πέτερ Μάγιαρ κατηγόρησε δημόσια την κυβέρνηση ότι επιχείρησε να συγκαλύψει την υπόθεση μέσω απονομής χάρης σε πρόσωπα που συνδέονταν με αυτήν. Η υπόθεση προκάλεσε σοβαρούς πολιτικούς τριγμούς και οδήγησε τελικά σε παραίτηση τόσο την Πρόεδρο Καταλίν Νόβακ όσο και την τότε υπουργό Δικαιοσύνης Γιούντιτ Βάργκα. Ο ίδιος ο Μαγιάρ κατηγόρησε το καθεστώς ότι προσπαθούσε να προστατευθεί πολιτικά αντί να λογοδοτήσει για όσα είχαν συμβεί.
Παράλληλα, οι σχέσεις της κυβέρνησης Όρμπαν με την Ευρωπαϊκή Ένωση επιβαρύνθηκαν σημαντικά εξαιτίας των ανησυχιών για τη διαφθορά. Όπως αναφέρεται στο άρθρο, η Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε το 2022 να παρακρατεί χρηματοδοτήσεις προς την Ουγγαρία επικαλούμενη ζητήματα διαφάνειας και διαφθοράς. Στη συνέχεια επιβλήθηκαν οικονομικές κυρώσεις που συνδέονταν με την άρνηση της κυβέρνησης να συμμορφωθεί με αποφάσεις ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Οι εξελίξεις αυτές επέτρεψαν στον Πέτερ Μάγιαρ να συνδέσει ευθέως τις πολιτικές του Όρμπαν με τις οικονομικές απώλειες που υπέστη η χώρα και με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι πολίτες στην καθημερινότητά τους.
Μετά την εκλογική του νίκη, ο νέος πρωθυπουργός ανακοίνωσε τη δημιουργία του Εθνικού Γραφείου Ανάκτησης και Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων, το οποίο παρουσίασε ως βασικό εργαλείο για τη διερεύνηση των καταγγελιών που αφορούν την προηγούμενη περίοδο διακυβέρνησης. Σύμφωνα με το άρθρο, πολλοί από όσους συμμετείχαν στην πολιτική αλλαγή θεωρούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική μετάβαση χωρίς πλήρη καταγραφή των καταχρήσεων εξουσίας, διερεύνηση των καταγγελιών για διαφθορά και λογοδοσία όσων ενδεχομένως εμπλέκονται σε παράνομες πράξεις.
Η πτώση του Βίκτορ Όρμπαν είναι αποτέλεσμα μιας μακράς συσσώρευσης πολιτικής φθοράς, στην οποία κυριάρχησαν οι κατηγορίες για διαφθορά, η αμφισβήτηση της λειτουργίας των θεσμών, η συγκέντρωση εξουσίας, οι συνεχείς εκστρατείες φόβου και η αυξανόμενη πεποίθηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας ότι το κράτος λειτουργούσε προς όφελος ενός περιορισμένου κύκλου εξουσίας. Η εκλογική επικράτηση του Πέτερ Μάγιαρ σηματοδότησε το τέλος αυτής της περιόδου και άνοιξε έναν νέο κύκλο πολιτικών εξελίξεων στην Ουγγαρία, με κεντρικό αίτημα την πλήρη διερεύνηση όσων συνέβησαν κατά τα 16 χρόνια της διακυβέρνησης Όρμπαν.