Στις 16 Φεβρουαρίου, ο Δήμος Ζωγράφου έβαλε κορδέλες στην οδό Μυκόνου, μαζί με χαρτιά που ζητούσαν να απομακρυνθούν τα αυτοκίνητα, επειδή στις 19 Φεβρουαρίου θα ξεκινούσε η ασφαλτόστρωση της οδού. Για τους κατοίκους αυτό έμοιαζε επιτέλους με μια ανακούφιση, γιατί λόγω των βροχών η άσφαλτος εδώ και πάνω από δέκα χρόνια ήταν σε κακή κατάσταση.
Η ανηφόρα είχε γίνει καθημερινή δοκιμασία: ακόμα και ολοκαίνουργια αυτοκίνητα με ολόφρεσκα λάστιχα δεν μπορούσαν να ανέβουν, ενώ σε άλλες περιπτώσεις πιο παλιά αυτοκίνητα γλιστρούσαν κι έπεφταν πάνω σε παρκαρισμένα. Υπήρχαν και στιγμές που πιο άπειροι οδηγοί τραβούσαν χειρόφρενο στη μέση της ανηφόρας γιατί δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν το αυτοκίνητό τους.
Δημότες λένε ότι έκαναν χαρτί, μάζεψαν υπογραφές και ισχυρίζονται ότι πήγαιναν αρκετές φορές στον δήμο το τελευταίο τρίμηνο για να πιέσουν να γίνει κάτι. Όταν λοιπόν ανακοινώθηκε ότι το έργο θα ξεκινούσε στις 19 Φεβρουαρίου, περίμεναν πως έστω αυτή τη φορά θα υπήρχε μια στοιχειώδης οργάνωση και ένας καθαρός χρονικός ορίζοντας.
Τελικά, στις 19 Φεβρουαρίου το πρωί εμφανίστηκε μια μπουλντόζα και δύο άτομα που αναστάτωσαν όλη τη γειτονιά. Χτυπούσαν κουδούνια και έψαχναν τους ιδιοκτήτες αυτοκινήτων να τα βγάλουν, ακόμα και από τα γκαράζ. Όπως είπαν οι ίδιοι οι εργάτες, σκόπευαν να ξεκινήσουν από την κορυφή της ανηφόρας, όμως οι διαμαρτυρίες των κατοίκων πολυκατοικίας, που στο γκαράζ της βρίσκονται δεκάδες αυτοκίνητα, και οι απειλές για κλήση εισαγγελέα, τους ώθησε στην απόφαση να πάνε σε άλλο σημείο του δρόμου, κι έτσι ξεκίνησαν από χαμηλά.

Δημότες πήραν άρον άρον τα αυτοκίνητά τους, νιώθοντας μάλιστα και τύψεις, ότι ίσως καθυστερούν ένα έργο από το να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα. Περί το μεσημεράκι εμφανίστηκε άτομο του Δήμου, όταν αρκετοί έψαχναν απαντήσεις γι’ αυτό το μπέρδεμα και το «έτσι θέλω» χωρίς προγραμματισμό. Σε δημότες ειπώθηκε ότι «το είχαμε στο πρόγραμμα και είπαμε να το φτιάξουμε τώρα, για να το χαρείτε τον χειμώνα».
Όσοι δεν το έπαιρναν ως απάντηση, άκουγαν το «εμείς σας ειδοποιήσαμε, το αυτοκίνητό σας θα εγκλωβιστεί», μια φράση που για κάποιους λειτούργησε σαν πρόσθετη πίεση ή ακόμα και απειλή, όχι σαν ενημέρωση.
Στις 19 Φεβρουαρίου στάλθηκε και σχετικό μέιλ που ζητούσε πληροφορίες, υπεύθυνο και χρονικό ορίζοντα του έργου. Από όσους εμφανίστηκαν στο έργο από τις 19 Φεβρουαρίου, οι δημότες άκουγαν ότι είναι γύρω στις 10 μέρες δουλειά. Μέχρι τις 2 Μαρτίου, απάντηση στο μέιλ δεν είχε δοθεί.
Από τις 27 Φεβρουαρίου, οι εργάτες άρχισαν να λένε στους δημότες ότι το έργο έχει ορίζοντα ενός μήνα και ότι θα περάσουν και άλλα συνεργεία για σωλήνες ή οπτικές ίνες, κάτι που αύξησε ακόμα περισσότερο την αβεβαιότητα.
Σαν να μην έφτανε αυτό, υπάρχει και το πρακτικό κομμάτι της επικοινωνίας: δημότες αναφέρουν ότι τα τηλέφωνα του δημαρχείου δεν λειτουργούν, και όταν ακόμα λειτουργήσουν, οι απαντήσεις που λαμβάνουν είναι του τύπου «εγώ δεν είμαι υπεύθυνος». Έτσι, στην πράξη δεν βρίσκεις ποτέ κάποιον υπεύθυνο να απαντήσει στις ερωτήσεις σου, και η κατάσταση μοιάζει να κυλάει χωρίς κανείς να μπορεί να πει με σιγουριά τι ισχύει.
Η εικόνα των εργασιών, όπως την έζησαν οι κάτοικοι, τους άφησε με την αίσθηση ότι ο χρόνος δεν «τρέχει» όπως είχαν ακούσει αρχικά. Στις 19 Φεβρουαρίου το συνεργείο έσπασε περί τα πέντε μέτρα άσφαλτο. Στις 20 Φεβρουαρίου έσπασε άλλα 1-2 μέτρα. Στις 21 Φεβρουαρίου εμφανίστηκε για 2-3 ώρες, μάζεψε τα σπασμένα μπετά και μετά εξαφανίστηκε.
Την Κυριακή και την Καθαρά Δευτέρα δεν δούλεψε κανείς. Αλλά και την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου, την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου, το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου και τη Δευτέρα 2 Μαρτίου δεν έχει εμφανιστεί κανείς. Έτσι, η καθημερινότητα έμεινε με κορδέλες, αβεβαιότητα, σπασμένη άσφαλτο και μια μόνιμη αναμονή για το «πότε θα συνεχίσουν».

Μέσα σε όλα αυτά, οι δημότες νιώθουν ότι συνεχώς καλούνται να υπακούουν σε κανόνες και να τηρούν όσα πρέπει, αλλά όταν χρειάζονται βοήθεια ή έστω καθαρή ενημέρωση, δεν υπάρχει κανείς να σταθεί απέναντί τους με συνέπεια. Αυτό που τους βαραίνει περισσότερο δεν είναι μόνο η ταλαιπωρία, αλλά η αίσθηση ότι βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους χωρίς να υπάρχει ένας σαφής χρονικός ορίζοντας και χωρίς να δίνεται πρακτική λύση.
Υπάρχουν άνθρωποι που βασίζονται στα πάρκινγκ για να μετακινούν αρρώστους, άνθρωποι που γυρνούν πολύ αργά από τη δουλειά, άνθρωποι που δουλεύουν νύχτα, και γενικώς περιπτώσεις που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, οι οποίες δεν χωράνε σε ένα γενικό «βρείτε άκρη».
Όπως το περιγράφουν οι ίδιοι, το πιο εξουθενωτικό είναι ότι αναγκάζονται ξανά να ψάχνουν μόνοι τους λύση σε ένα πρόβλημα για το οποίο δεν ευθύνονται, ενώ εκείνοι που θα μπορούσαν να απαντήσουν ή να οργανώσουν μια καθαρή ενημέρωση μεταφέρουν διαρκώς το θέμα αλλού, με φράσεις του τύπου «δεν είναι δική μου δουλειά». Και κάπως έτσι, η ιστορία της οδού Μυκόνου δεν γίνεται μόνο μια ιστορία για την άσφαλτο, αλλά μια ιστορία για την καθημερινή απόγνωση που γεννά η αβεβαιότητα, η έλλειψη ενημέρωσης και η αίσθηση ότι κανείς δεν είναι πραγματικά διαθέσιμος να εξηγήσει τι συμβαίνει και πότε θα τελειώσει, ή και το γιατί για ένα έργο που θα μπορούσε να τελειώσει σε μία εβδομάδα, υποτίθεται ότι έγινε σύμβαση ενός μήνα. Τα προβλήματα πολλά, όπως και οι ερωτήσεις, αλλά οι λύσεις και οι απαντήσεις αγνοούνται…