Σε προχωρημένο στάδιο βρίσκονται οι διαβουλεύσεις μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ για την ανάπτυξη της επονομαζόμενης «Ασπίδας του Αχιλλέα» πάνω από τη χώρα μας, του ολοκληρωμένου δηλαδή πλέγματος αεράμυνας που φιλοδοξεί να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο η χώρα μας προστατεύει τον εναέριο χώρο της. Στην «καρδιά» του σχεδίου αυτής της αντιαεροπορικής, αντιπυραυλικής και αντι-drone ομπρέλας θα βρίσκεται ένα προηγμένο λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης, ισραηλινής προέλευσης, το οποίο θα λειτουργεί ως «εγκέφαλος» του συστήματος και θα παίρνει κρίσιμες αποφάσεις μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.

Με απλά λόγια, θα υπάρχει ένα ψηφιακό σύστημα που θα εντοπίζει άμεσα κάθε απειλή που πλησιάζει (είτε πρόκειται για πύραυλο, είτε για drone, είτε για μαχητικό αεροσκάφος), θα αναγνωρίζει τι ακριβώς είναι και θα επιλέγει αυτόματα ποιο όπλο είναι καταλληλότερο για να το εξουδετερώσει. Μέχρι σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις, απαιτείται ανθρώπινη αξιολόγηση πριν δοθεί μια εντολή αναχαίτισης. Με τη νέα αρχιτεκτονική άμυνας που αναπτύσσουν αυτή την περίοδο οι Ένοπλες Δυνάμεις, η διαδικασία θα γίνεται σε μεγάλο βαθμό αυτοματοποιημένα, μειώνοντας δραστικά τον χρόνο αντίδρασης.

Όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά επιτελείς από το υπουργείο Άμυνας, στο σύγχρονο πεδίο μάχης, οι απειλές κινούνται πολλές φορές με τεράστιες ταχύτητες, ειδικά όταν πρόκειται για βαλλιστικούς πυραύλους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, κάθε δευτερόλεπτο είναι κρίσιμο. Ένα σύστημα που μπορεί να αναλύει δεδομένα και να επιλέγει λύση σχεδόν στιγμιαία, προσφέρει πράγματι σημαντικό πλεονέκτημα.

Το λογισμικό που συζητείται να αποκτήσει η Ελλάδα, δεν ανήκει σε ιδιωτική εταιρεία, αλλά στο ισραηλινό υπουργείο Άμυνας, γεγονός που εξηγεί γιατί οι διαπραγματεύσεις γίνονται σε διακρατικό επίπεδο. Το θέμα έχει ήδη τεθεί στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ισραηλινό ομόλογό του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ενώ αντίστοιχες επαφές έχουν πραγματοποιηθεί και μεταξύ των υπουργών Άμυνας των δύο χωρών, του Νίκου Δένδια και του Ίσραελ Κατζ. Πλέον, οι συζητήσεις έχουν περάσει σε τεχνικό επίπεδο, όπου εξετάζονται οι λεπτομέρειες της διασύνδεσης και της εφαρμογής.

Να σημειωθεί ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα είναι ένα πολύπλοκο δίκτυο διαφορετικών συστημάτων που θα λειτουργούν συντονισμένα. Τη ραχοκοκαλιά του θα αποτελούν τα αμερικανικής προέλευσης αντιαεροπορικά Patriot, τα οποία ήδη διαθέτει η Ελλάδα. Τα συστήματα αυτά είναι σχεδιασμένα για να αντιμετωπίζουν αεροσκάφη και πυραύλους σε μεγάλες αποστάσεις. Παράλληλα, έχουν ήδη αναπτυχθεί μέσα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε νησιά και σε κρίσιμες εγκαταστάσεις της ηπειρωτικής χώρας, ώστε να προστατεύονται στρατηγικοί στόχοι από επιθέσεις με drones.

Πύραυλοι PATRIOT

Στο νέο σχήμα προβλέπεται η ένταξη των ισραηλινών αντιαεροπορικών μικρού βεληνεκούς Spyder της Rafael Advanced Defense Systems. Πρόκειται για ευέλικτα συστήματα που μπορούν να μετακινούνται γρήγορα και να καλύπτουν περιοχές όπου απαιτείται άμεση προστασία. Τα Spyder αναμένεται να αντικαταστήσουν παλαιότερα ρωσικής προέλευσης συστήματα, όπως τα OSA-AK και TOR M1, τα οποία παρουσιάζουν εδώ και χρόνια δυσκολίες στη συντήρηση και την υποστήριξη.

Παράλληλα εξετάζεται η απόκτηση πιο εξελιγμένων λύσεων για μεγαλύτερες αποστάσεις. Μεταξύ αυτών είναι το Barak MX της Israel Aerospace Industries, που καλύπτει απειλές μέσου βεληνεκούς, καθώς και το David’s Sling, σχεδιασμένο για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων και άλλων στόχων μεγάλου βεληνεκούς. Τα συστήματα αυτά αποτελούν βασικά στοιχεία της ισραηλινής αεράμυνας, η οποία είναι γνωστή διεθνώς μέσω του Iron Dome, του θόλου που καλύπτει τον ουρανό του κράτους της Μέσης Ανατολής. Η ελληνική εκδοχή, ωστόσο, θα προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες γεωγραφικές και επιχειρησιακές ανάγκες της χώρας.

Σημαντικό ρόλο θα έχουν και τα συστήματα πυραυλικού πυροβολικού PULS της Elbit Systems. Τα συστήματα αυτά εκτοξεύουν κατευθυνόμενους πυραύλους και ενισχύουν την αποτρεπτική ικανότητα των Ενόπλων Δυνάμεων. Η προμήθειά τους προχωρά ανεξάρτητα από το ενδεχόμενο αναβάθμισης των υφιστάμενων MLRS που ήδη διαθέτει ο ελληνικός στρατός.

Η μεγάλη διαφορά που εισάγει η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι η ενοποίηση όλων αυτών των μέσων κάτω από ένα κοινό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Σήμερα, διαφορετικά οπλικά συστήματα μπορεί να λειτουργούν παράλληλα, αλλά όχι πάντα με πλήρη διασύνδεση. Με το νέο μοντέλο, όλα θα «μιλούν» μεταξύ τους ψηφιακά. Το κεντρικό λογισμικό θα λαμβάνει δεδομένα από ραντάρ και αισθητήρες, θα τα επεξεργάζεται και θα κατευθύνει την κατάλληλη απάντηση. Αυτό αναμένεται να αναβαθμίσει συνολικά και τη λειτουργία του Εθνικού Κέντρου Επιχειρήσεων, όπου συγκεντρώνεται και αξιολογείται η επιχειρησιακή εικόνα.

Ένα ακόμη πρακτικό όφελος αφορά το κόστος. Οι σύγχρονοι αντιαεροπορικοί πύραυλοι είναι εξαιρετικά ακριβοί. Η χρήση τους για την κατάρριψη ενός φθηνού drone μπορεί να θεωρηθεί οικονομικά ασύμφορη. Με την τεχνητή νοημοσύνη να επιλέγει το κατάλληλο μέσο – για παράδειγμα ένα σύστημα ηλεκτρονικής παρεμβολής αντί για πύραυλο – αποφεύγεται η άσκοπη σπατάλη πολύτιμων αποθεμάτων.

Τέλος, για την Ελλάδα, το πρόγραμμα αυτό δεν αφορά μόνο την ενίσχυση της άμυνας, αλλά και την απόκτηση τεχνογνωσίας σε έναν τομέα που βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας τεχνολογικής κούρσας: την τεχνητή νοημοσύνη. Η μεταφορά τεχνολογίας και η ενσωμάτωσή της στις Ένοπλες Δυνάμεις θεωρείται στρατηγική επένδυση για τα επόμενα χρόνια, καθώς τα σύγχρονα οπλικά συστήματα βασίζονται όλο και περισσότερο σε αλγορίθμους, αυτοματοποίηση και ταχύτατη επεξεργασία δεδομένων.