Αλλαγές στη διαδικασία δήλωσης εισοδημάτων από ακίνητα φέρνει το φετινό έντυπο Ε2, το οποίο καλούνται να υποβάλουν περίπου 3,4 εκατομμύρια ιδιοκτήτες που απέκτησαν εισοδήματα από μισθώσεις μέσα στο 2025. Στο νέο έντυπο ενσωματώνονται πρόσθετοι κωδικοί που συνδέονται με φορολογικά κίνητρα για όσους επέλεξαν να διαθέσουν κενές κατοικίες ή ακίνητα που λειτουργούσαν ως βραχυχρόνιες μισθώσεις στη μακροχρόνια αγορά.

Όπως και τα προηγούμενα χρόνια, τα ποσά από μισθώματα θα εμφανίζονται προσυμπληρωμένα στο σύστημα της ΑΑΔΕ. Τα στοιχεία προέρχονται από τα δηλωμένα μισθωτήρια συμβόλαια αλλά και από δεδομένα που συλλέγονται από ψηφιακές πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, όπως η Airbnb και η Booking. Η διαδικασία αυτή έχει στόχο να περιορίσει τα λάθη και να απλοποιήσει την υποβολή της δήλωσης.

Παρότι τα στοιχεία θα εμφανίζονται αυτόματα καταχωρημένα, οι φορολογούμενοι διατηρούν τη δυνατότητα να τα διορθώσουν εφόσον εντοπίσουν διαφορές σε σχέση με τα πραγματικά εισοδήματα που εισέπραξαν.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η εισαγωγή νέων κωδικών που σχετίζονται με την τριετή απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για ιδιοκτήτες οι οποίοι μετέτρεψαν ακίνητα σε μακροχρόνιες μισθώσεις. Η ρύθμιση θεσπίστηκε για να ενισχυθεί η διαθεσιμότητα κατοικιών στη μακροχρόνια αγορά ενοικίων.

Συγκεκριμένα, στη στήλη 17 του εντύπου προστέθηκαν οι κωδικοί 64 και 65. Μέσω αυτών δηλώνεται το εισόδημα που προκύπτει από κατοικίες οι οποίες είτε παρέμεναν κενές τα προηγούμενα χρόνια είτε αξιοποιούνταν μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Ο κωδικός 64 αφορά εισόδημα που αποκτήθηκε το 2025 από κατοικίες οι οποίες είχαν παραμείνει κενές κατά την περίοδο 2022–2024 και στη συνέχεια μισθώθηκαν με μακροχρόνια σύμβαση διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών. Το ποσό αυτό μεταφέρεται στο έντυπο Ε1 στους κωδικούς 119-120 και απαλλάσσεται πλήρως από τη φορολογία.

Ο κωδικός 65 αφορά ακίνητα που το 2024 ήταν εγγεγραμμένα στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής και μέσα στο 2025 μετατράπηκαν σε μακροχρόνιες μισθώσεις. Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της τριετούς σύμβασης, και σε αυτή την περίπτωση το εισόδημα δεν φορολογείται.

Το έντυπο Ε2 περιλαμβάνει επίσης ειδικούς κωδικούς για τη δήλωση ανείσπρακτων ενοικίων. Τα ποσά αυτά μπορούν να δηλωθούν μόνο εφόσον μέχρι την προθεσμία υποβολής της φορολογικής δήλωσης έχουν κινηθεί οι απαραίτητες νομικές ενέργειες, όπως η έκδοση διαταγής πληρωμής ή η κατάθεση αγωγής για αποβολή του μισθωτή ή επιδίκαση μισθωμάτων.

Παράλληλα δηλώνονται και τα εισοδήματα που προέκυψαν από βραχυχρόνιες μισθώσεις μέσω ψηφιακών πλατφορμών, τα οποία εμφανίζονται συγκεντρωτικά ανά ακίνητο. Προβλέπεται επίσης ξεχωριστή καταγραφή σε περιπτώσεις υπεκμίσθωσης.

Στο έντυπο καταγράφεται συνολικά η οικοδομημένη ακίνητη περιουσία κάθε φορολογουμένου, ακόμη κι αν δεν απέφερε εισόδημα. Αντίθετα, τα μη οικοδομημένα ακίνητα δηλώνονται μόνο όταν από αυτά προκύπτει πραγματικό ή τεκμαρτό εισόδημα. Αν κάποιο ακίνητο παρέμεινε κενό για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αυτό πρέπει να αναφερθεί ρητά.

Μετά την υποβολή του Ε2, τα στοιχεία των μισθωμάτων μεταφέρονται αυτόματα στο βασικό έντυπο της φορολογικής δήλωσης (Ε1), όπου υπολογίζεται ο τελικός φόρος.

Υπενθυμίζεται ότι τα εισοδήματα από ακίνητα φορολογούνται αυτοτελώς από το πρώτο ευρώ, αφού πρώτα αφαιρεθεί ποσοστό 5% που θεωρείται δαπάνη συντήρησης και διαχείρισης των ακινήτων.

Η φορολογία υπολογίζεται με βάση κλίμακα: 15% για εισόδημα έως 12.000 ευρώ, 35% για το τμήμα από 12.001 έως 35.000 ευρώ και 45% για το ποσό που υπερβαίνει τις 35.000 ευρώ.

Οι αλλαγές στο έντυπο Ε2 εντάσσονται στη γενικότερη προσπάθεια της φορολογικής διοίκησης να ενισχύσει τη διαφάνεια στις μισθώσεις και να αποτυπώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τα εισοδήματα που προκύπτουν από την ακίνητη περιουσία.