Ένα δραματικό τηλεφώνημα στις Αρχές φέρνει στο φως τις στιγμές πανικού που εκτυλίχθηκαν κατά τη διάρκεια επιχείρησης της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) στο Λος Άντζελες, με στόχο μέλη οικογένειας του πρώην στρατιωτικού διοικητή των ειδικών δυνάμεων των Φρουρών της Επανάστασης, Κασέμ Σουλεϊμανί και συγκεκριμένα την 25χρονη, Σαρινασάδατ Χοσεϊνί, και την 47χρονη μητέρα της, Χαμιντέ Σουλεϊμανί Αφσάρ.
Ο σύντροφος της 25χρονης Χοσεϊνί κάλεσε σε κατάσταση πανικού τον αριθμό έκτακτης ανάγκης στις ΗΠΑ «911», κάνοντας λόγο για «απαγωγή», καθώς -όπως περιέγραψε- τρία μαύρα οχήματα περικύκλωσαν το αυτοκίνητο του ζευγαριού και πέντε έως έξι ένοπλοι άνδρες αποβιβάστηκαν, απαιτώντας πληροφορίες για το πού βρίσκεται η μητέρα της. «Πήραν τη φίλη μου!» ακούγεται να φωνάζει έντρομος.
Στο σημείο έσπευσαν αστυνομικοί, οι οποίοι συνομίλησαν με πράκτορα της ICE. Εκείνος επιβεβαίωσε ότι η Χοσεϊνί είχε ήδη τεθεί υπό κράτηση και ότι οι ομοσπονδιακοί πράκτορες «προσπαθούσαν να συλλάβουν τη μητέρα της μέσα από ένα σπίτι», σύμφωνα με υπηρεσιακές σημειώσεις. Είχε προηγηθεί προειδοποίηση προς τον αξιωματικό υπηρεσίας του LAPD από την υπηρεσία «Homeland Security Investigations» ότι ενδέχεται να βρίσκεται σε εξέλιξη επιχείρηση. Οι αστυνομικοί παρέμειναν σε κοντινή απόσταση, παρακολουθώντας διακριτικά την κατάσταση για την αποτροπή επεισοδίων.
Η επιχείρηση εκτυλίχθηκε σε μια γειτονιά περίπου 20 μίλια βόρεια από το κέντρο του Λος Άντζελες, όπου -σύμφωνα με γείτονες- η Αφσάρ διέμενε σε μικρή κατοικία στην πίσω αυλή του οικοπέδου. Την ίδια ώρα, η Χοσεϊνί συνελήφθη ενώ οδηγούσε, όπως ανέφερε ο 50χρονος καθηγητής πιάνου, Χαλάσιους Μπράντφορντ, γείτονας των γυναικών. «Ο φίλος της μου είπε ότι αυτός και η Σαρίνα οδηγούσαν έξω από το σπίτι, όταν τους περικύκλωσαν οχήματα της ICE. Είπε ότι οι πράκτορες απαιτούσαν να μάθουν πού βρίσκεται η μητέρα», δήλωσε. Λίγο αργότερα, οι Αρχές πέρασαν χειροπέδες και στην 47χρονη Αφσάρ μέσα στο σπίτι της.
Οι δύο γυναίκες, ανιψιά και εγγονή του Ιρανού στρατηγού, Κασέμ Σουλεϊμανί, είδαν τις πράσινες κάρτες τους να ανακαλούνται λόγω των φερόμενων δεσμών τους με το ιρανικό καθεστώς. «Η απόκτηση πράσινης κάρτας για να ζει κανείς στις ΗΠΑ είναι προνόμιο», δήλωσε η υπηρεσιακή βοηθός υπουργού του DHS, Λόρεν Μπις, προσθέτοντας: «Αν έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι ένας κάτοχος πράσινης κάρτας αποτελεί απειλή για τις ΗΠΑ, η πράσινη κάρτα θα ανακαλείται». Υπενθυμίζεται ότι ο Σουλεϊμανί ήταν επικεφαλής της επίλεκτης δύναμης Quds και σκοτώθηκε το 2020 σε επιχείρηση με drone κατόπιν εντολής του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του DHS, η Ασφάρ και η Χοσεϊνί είχαν εισέλθει στις ΗΠΑ το 2015, με τουριστική και φοιτητική βίζα αντίστοιχα, ενώ απέκτησαν πράσινη κάρτα το 2021 και το 2023. Ωστόσο, η Αφσάρ φέρεται να είχε εκφράσει δημόσια ακραίες θέσεις, πανηγυρίζοντας επιθέσεις κατά Αμερικανών στρατιωτών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Όπως αναφέρεται σε επιστολή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ: «Ενώ ζούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, προωθούσε την προπαγάνδα του ιρανικού καθεστώτος, πανηγύριζε επιθέσεις κατά Αμερικανών στρατιωτών και στρατιωτικών εγκαταστάσεων στη Μέση Ανατολή, επαινούσε τον νέο ανώτατο ηγέτη του Ιράν, κατήγγελλε την Αμερική ως τον «Μεγάλο Σατανά» και εξέφραζε αταλάντευτη υποστήριξη στους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης». Παράλληλα, είχε ταξιδέψει τουλάχιστον τέσσερις φορές στο Ιράν μετά την απόκτηση της άδειας παραμονής.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η εικόνα που προέβαλλαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς οι δύο γυναίκες εμφάνιζαν έναν ιδιαίτερα πολυτελή τρόπο ζωής, σε εμφανή αντίθεση με το καθεστώς που φέρονται να υποστήριζαν. Οι -πλέον διαγραμμένοι- λογαριασμοί της Χοσεϊνί την έδειχναν να ποζάρει με αποκαλυπτικά μπικίνι, να απολαμβάνει βόλτες με γιοτ, ταξίδια με ιδιωτικά τζετ και συμμετοχή σε μουσικά φεστιβάλ, ενώ άλλες αναρτήσεις την εμφάνιζαν να διασκεδάζει στο Μαϊάμι και το Λας Βέγκας ή να ταξιδεύει στην Αλάσκα, σύμφωνα με τη New York Post. Από την πλευρά της, η Αφσάρ συνδύαζε την επίδειξη πολυτέλειας με έντονη ρητορική κατά των ΗΠΑ, αποκαλώντας τη χώρα «Μεγάλο Σατανά». Σε μία χαρακτηριστική ανάρτησή της στα social media έγραφε: «Το να παίρνεις πολεμικές αποζημιώσεις από τα αποβράσματα που πρόδωσαν την πατρίδα τους είναι πολύ ικανοποιητικό… Τώρα, τρέξτε να βρείτε τα χρήματα και τα περιουσιακά σας στοιχεία».
Την ίδια στιγμή, νέα στοιχεία σκιαγραφούν και το προσωπικό προφίλ της Αφσάρ. Ο 54χρονος πρώην κομμωτής της, Ζάρε Μαντάνι, είχε κάνει το 2024 περιοριστικά μέτρα για πέντε χρόνια εναντίον της, καταγγέλλοντας συστηματική παρενόχληση τόσο στον χώρο εργασίας όσο και στην κατοικία του. Όταν πληροφορήθηκε τη σύλληψή της, σχολίασε: «Δόξα τω Θεώ. Αυτό είναι καλό. Είναι stalker». Στα δικαστικά έγγραφα περιλαμβάνονται πληροφορίες για «συναισθηματική κακοποίηση, παρενόχληση, επαναλαμβανόμενες ανεπιθύμητες κλήσεις, παρεμπόδιση κίνησης, με εμπόδιζε να εργαστώ στον χώρο εργασίας», ενώ αναφέρεται επίσης ότι η Αφσάρ «απείλησε να βλάψει τον εαυτό της».
Η υπόθεση παραμένει σε εξέλιξη, ενώ οι αμερικανικές αρχές εξετάζουν τόσο τις διασυνδέσεις των δύο γυναικών με το ιρανικό καθεστώς όσο και το εύρος των δραστηριοτήτων τους εντός των Ηνωμένων Πολιτειών.