Η Τουρκία επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο απόλυτος ρυθμιστής της «επόμενης μέρας» στη Μέση Ανατολή, την ώρα που η αντιπαράθεση Ιράν‑Ισραήλ αναδιαμορφώνει τον γεωπολιτικό χάρτη και ανοίγει παράθυρο ευκαιρίας για νέα κέντρα ισχύος. Στο επίκεντρο αυτής της φιλοδοξίας βρίσκεται ο επικεφαλής της ΜΙΤ, Ιμπραήμ Καλίν, ο οποίος, σε συνέχεια της παρουσίασης του νέου δόγματος της ΜΙΤ που είχε παρουσιάσει το Newsbeast, περιγράφει ένα δόγμα όπου η Άγκυρα εμφανίζεται ως μοναδικός δρών με πρόσβαση σε όλες τις πλευρές: Τεχεράνη, Τελ Αβίβ, Ουάσιγκτον, Μόσχα και αραβικές πρωτεύουσες.

Ο Καλίν, σε πρόσφατη ομιλία του στο συνέδριο STRATCOM προβάλλει την Τουρκία ως δύναμη «ισορροπίας» σε έναν άξονα που ξεκινά από τον Καύκασο και φτάνει μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, επιχειρώντας να αξιοποιήσει κάθε κενό που αφήνει η σταδιακή φθορά της ιρανικής επιρροής. Η Άγκυρα αποφεύγει την άμεση εμπλοκή στη σύγκρουση Ιράν‑Ισραήλ, αλλά καλλιεργεί το προφίλ του μεσολαβητή που μπορεί να συνομιλεί ταυτόχρονα με Ισραηλινούς, Ιρανούς και Αμερικανούς, επενδύοντας στην εικόνα της ως «αναγκαίου κακού» για όλους.

Την ίδια στιγμή, η τουρκική ηγεσία υιοθετεί σκληρή ρητορική απέναντι στο Ισραήλ, με τον Ερντογάν να κατηγορεί την κυβέρνηση Νετανιάχου για εγκλήματα κατά των Παλαιστινίων, επιχειρώντας να ανακτήσει χαμένο έδαφος στην αραβική κοινή γνώμη. Αυτή η γραμμή επιτρέπει στην Άγκυρα να εμφανίζεται ως προστάτιδα δύναμη του παλαιστινιακού ζητήματος, χωρίς όμως να διαρρήξει οριστικά τις γέφυρες με τη Δύση, όπου διατηρεί κρίσιμες οικονομικές, ενεργειακές και αμυντικές σχέσεις.

Στο κείμενό του ο Καλίν περιγράφει έναν πολυκεντρικό κόσμο, όπου η Τουρκία φιλοδοξεί να είναι όχι απλώς περιφερειακή αλλά και παγκόσμια δύναμη, με ρόλο από την Αφρική μέχρι τον Ειρηνικό. Η ΜΙΤ εμφανίζεται ως εργαλείο «ήπιας ισχύος» και ταυτόχρονα ως βραχίονας επιχειρησιακής παρουσίας, μέσω δικτύων πληροφοριών, επαφών με μη κρατικούς δρώντες και αξιοποίησης κρίσεων για την προώθηση της τουρκικής ατζέντας.

Η Άγκυρα επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει τη φθίνουσα απήχηση του Ιράν σε αραβικές κοινωνίες που έχουν κουραστεί από τις παρατεταμένες συγκρούσεις δι’ αντιπροσώπων και τις οικονομικές συνέπειες των κυρώσεων. Προβάλλοντας ένα πιο «ευέλικτο» και οικονομικά ελκυστικό μοντέλο συνεργασίας, η Τουρκία επιχειρεί να αντικαταστήσει σταδιακά την Τεχεράνη ως βασική αναφορά για ισλαμιστικά και εθνικιστικά ρεύματα στην περιοχή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ανάγνωση της τουρκικής ηγεσίας για την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, όπου ο Καλίν εμφανίζει την Τουρκία ως αναντικατάστατο εταίρο σε ζητήματα ασφάλειας, μεταναστευτικών ροών και ενεργειακών διαδρόμων. Η Άγκυρα «πουλάει» στην Ουάσιγκτον και στις Βρυξέλλες τον ρόλο του αναχώματος απέναντι στη ρωσική, ιρανική και τζιχαντιστική επιρροή, διεκδικώντας μεγαλύτερα ανταλλάγματα σε εξοπλισμούς, επενδύσεις και πολιτική ανοχή σε αυταρχικές πρακτικές στο εσωτερικό.

Η τουρκική στρατηγική, όπως σκιαγραφείται από τον αρχι‑κατάσκοπο, στηρίζεται σε τρεις άξονες: αυτονομία στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, ενεργητική χρήση στρατιωτικής ισχύος και μυστικών υπηρεσιών, και επιθετική διπλωματία σε όλα τα μέτωπα. Από τον Καύκασο και τη Λιβύη μέχρι τη Συρία και την Ανατολική Μεσόγειο, η ΜΙΤ προσφέρει στο προεδρικό σύστημα του Ερντογάν την πληροφορία, τα δίκτυα και το «βαθύ κράτος» που απαιτούνται για ταχύτατες αναπροσαρμογές πορείας.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η ανάγνωση αυτής της «νέας Οθωμανικής τάξης» έχει άμεσες συνέπειες. Μια Τουρκία που νιώθει ότι αναβαθμίζεται στη Μέση Ανατολή και έχει «πλάτη» από μεγάλες δυνάμεις, είναι πιθανό να πιέσει πιο δυναμικά σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και κυπριακό, αξιοποιώντας την αυτοπεποίθηση και τη διεθνή της ορατότητα.

Τέλος, η φιγούρα του ίδιου του Καλίν – πρώην διπλωματικός σύμβουλος και εκπρόσωπος του Ερντογάν, με άνεση στη γλώσσα της Δύσης – υπογραμμίζει τη σύζευξη προπαγάνδας, διπλωματίας και πληροφοριών στη σημερινή Τουρκία. Η ΜΙΤ δεν είναι πλέον μια «σιωπηλή» υπηρεσία στο παρασκήνιο, αλλά κομμάτι της πολιτικής αφήγησης της Άγκυρας, με τον αρχηγό της να διαμορφώνει και να επικοινωνεί δημόσια το όραμα για τον ρόλο της Τουρκίας στον κόσμο.