Ο Έπστιν δεν ήταν απλώς ένας καταδικασμένος σεξουαλικός δράστης, αλλά ένας άτυπος «κόμβος» εμπιστευτικών πληροφοριών που του άνοιγαν τον δρόμο για κερδοσκοπικά στοιχήματα σε μετοχές, startups και μεγάλα deals. Μέσα από ένα δίκτυο επιστημόνων, τραπεζιτών, πολιτικών και δισεκατομμυριούχων, αντλούσε υλικό που συχνά άγγιζε τα όρια της εσωτερικής πληροφόρησης, θολώνοντας σκόπιμα τη γραμμή ανάμεσα στην κοινωνική συναναστροφή και στους κανόνες της αγοράς.
Το email signature του Έπστιν ήταν η επιτομή της πρόκλησης: μια προειδοποίηση ότι το περιεχόμενο «μπορεί να συνιστά εσωτερική πληροφορία», περισσότερο ως επίδειξη ισχύος παρά ως νομική κάλυψη. Από τα νέα φάρμακα της βιοτεχνολογίας μέχρι τις πιο μυστικές διαπραγματεύσεις για εξαγορές, ο κύκλος των επαφών του του έστελνε ευαίσθητα έγγραφα, πίνακες, πρακτικά διοικητικών συμβουλίων και εκτιμήσεις για μελλοντικά κέρδη. Η περιουσία του, περί τα 577 εκατ. δολάρια, με ιδιωτικό νησί και ακίνητα, δεν είχε ως βασικό καύσιμο το trading, αλλά τις αμοιβές του ως «σύμβουλος» δισεκατομμυριούχων όπως ο Λεόν Μπλακ και ο Λες Γουέξνερ.
Στον χώρο της επιστήμης, ο Μπόρις Νικόλικ, επί χρόνια στενός επιστημονικός σύμβουλος του Μπιλ Γκέιτς, έδωσε στον Έπστιν πρόσβαση σε υλικό για τη Foundation Medicine, μια εταιρεία μοριακής διαγνωστικής, την περίοδο που ο Γκέιτς έμπαινε δυναμικά στο μετοχικό της κεφάλαιο. Ο Νικόλικ υποστηρίζει ότι όσα έστειλε ήταν δημόσια ή εξουσιοδοτημένα, όμως τα emails του 2013 δείχνουν να περιλαμβάνουν συζητήσεις για δικαιώματα πληροφόρησης και οικονομικούς όρους της επένδυσης, την ώρα που ο Έπστιν αγόραζε σταδιακά μετοχές. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν ο τίτλος ανέβηκε αμέσως μετά την IPO, ο Νικόλικ του έγραφε ότι «πιθανόν να έχεις κάνει 30% σε δύο μέρες» και ότι η εταιρεία «διπλασίαζε τα έσοδά της για 3-4 χρόνια στη σειρά», ενώ λίγα χρόνια αργότερα η Roche θα πρόσφερε 50 δολάρια ανά μετοχή, και τελικά 137 για το σύνολο των υπολοίπων μετοχών.
Ο Έπστιν κινήθηκε με παρόμοιο τρόπο και στην Editas Medicine, εταιρεία γονιδιακής επεξεργασίας όπου ο Νικόλικ ήταν μέλος Δ.Σ. και ο Γκέιτς μεγάλος επενδυτής μέσω fund του συμβούλου του. Την ημέρα της εισαγωγής της Editas στο χρηματιστήριο, ο Νικόλικ πανηγύριζε μέσω email ότι η έκδοση ήταν «6 φορές υπερκαλυμμένη», ενώ λίγες εβδομάδες αργότερα ο Έπστιν αγόραζε χιλιάδες μετοχές, προσδοκώντας να καβαλήσει το κύμα. Μέχρι τον θάνατό του το 2019, η Editas κινούνταν γύρω στα 25 δολάρια, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα πόσο πραγματικά κέρδισε ο Έπστιν από αυτή τη σχέση επιστημονικής πληροφόρησης και οικονομικής διαπλοκής.
Το τραπεζικό «κανάλι» του Έπστιν
Στον κόσμο της υψηλής χρηματοοικονομικής, ο πιο πολύτιμος αγωγός πληροφοριών για τον Έπστιν φαίνεται πως ήταν ο Τζες Στέιλι, κορυφαίο στέλεχος της JPMorgan μέχρι το 2013 και μετέπειτα CEO της Barclays. Τα emails δείχνουν ότι το 2009 ο Στέιλι του μετέφερε εσωτερικές συζητήσεις για τα μπόνους στη JPMorgan, από το πόσοι θα ξεπερνούσαν τα 10 εκατ. δολάρια έως τις σκέψεις του ίδιου του CEO, Τζέιμι Ντάιμον, εν μέσω κοινωνικής κατακραυγής για τις αμοιβές. Λίγο αργότερα, ο Έπστιν αγόρασε προνομιούχες μετοχές της JPMorgan, φτάνοντας να κατέχει τουλάχιστον 5,7 εκατ. δολάρια σε τέτοιους τίτλους το 2019, την ώρα που η τράπεζα δηλώνει ότι δεν γνώριζε τη διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών από τον Στέιλι πριν εκείνος αποχωρήσει.
Το πιο χαρακτηριστικό επεισόδιο αφορά την TransUnion και την πανίσχυρη οικογένεια Πρίτσκερ, που βρισκόταν στο τελικό στάδιο ενός πολυσύνθετου «διαζυγίου» περιουσιακών στοιχείων. Σε email του 2010 προς τον Στέιλι, ο Τόμας Πρίτσκερ –ο οποίος επίσης διατηρούσε επαφή με τον Έπστιν– περιέγραφε το σχέδιο να πουληθεί το 51% της TransUnion στη Madison Dearborn Partners κρατώντας το υπόλοιπο 49% στην οικογένεια, σχολιάζοντας μάλιστα πως αυτό θα επιδείνωνε το «προσωπικό πρόβλημα συσσώρευσης μετρητών» του. Ο Στέιλι προώθησε το μήνυμα στον Έπστιν με ένα ξερό «Fyi», και λιγότερο από τρεις εβδομάδες μετά, η συμφωνία ανακοινώθηκε δημόσια με ακριβώς τους ίδιους όρους – ένα στιγμιότυπο για το πώς ο Έπστιν μπορούσε να ξέρει πρώτος όσα η αγορά θα μάθαινε αργότερα.
Έπστιν, πολιτικοί και μυστικά συμβούλια
Η σχέση του Έπστιν με τον πρώην πρωθυπουργό του Ισραήλ Εχούντ Μπάρακ αποκαλύπτει άλλη μια όψη του ίδιου μηχανισμού: την πρόσβαση σε κλειστά boardrooms τεχνολογικών startups. Το 2015, ο Μπάρακ επένδυσε 1,5 εκατ. δολάρια στη Reporty, ισραηλινή εταιρεία τεχνολογίας, αλλά τα έγγραφα δείχνουν ότι το 1 εκατ. προήλθε από δάνειο του Έπστιν, το οποίο εν συνεχεία μετατράπηκε σε εταιρική συμμετοχή. Ως αποτέλεσμα, ο Έπστιν λάμβανε τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου: τον Ιανουάριο του 2016, ο Μπάρακ του έστειλε email με τα minutes συνεδρίασης που ενέκρινε αναζήτηση 10 εκατ. δολαρίων από venture capital, διαβεβαιώνοντάς τον πως η εταιρεία «προχωρά πολύ καλά».
Ο εκπρόσωπος του Μπάρακ υποστηρίζει ότι, ως επενδυτής μέσω εταιρικής δομής του πρώην πρωθυπουργού, ο Έπστιν είχε δικαίωμα σε τέτοια ενημέρωση και ότι όλα έγιναν «με προσεκτική νομική καθοδήγηση». Η Reporty μετονομάστηκε σε Carbyne το 2018, άντλησε νέα κεφάλαια και, τελικά, το 2025 εξαγοράστηκε από την Axon, κατασκευάστρια των taser, έναντι 625 εκατ. δολαρίων, χωρίς να είναι σαφές πόσο διατήρησε ο Έπστιν τη θέση του μέχρι τότε. Παράλληλα, τα «αρχεία Έπστιν» δείχνουν ότι ο κύκλος του δεν περιοριζόταν στα οικονομικά: ο Άντριου Μάουντμπάτεν-Γουίνδσορ, πρώην πρίγκιπας Άντριου, και ο πρώην Βρετανός διπλωμάτης Πίτερ Μάντελσον ελέγχονται για πιθανή διαρροή προς τον Έπστιν εμπιστευτικών βρετανικών κυβερνητικών αναφορών, με τον πρώτο να αρνείται παρανομία και τον δεύτερο να δηλώνει ότι μετανιώνει για τη σχέση του με εκείνον.
Ο «πελάτης» που ήξερε τα νούμερα πριν βγουν
Η σχέση του Έπστιν με τον Λεόν Μπλακ και την Apollo Global Management φανερώνει πώς η ιδιότητα του «φορολογικού και κληρονομικού συμβούλου» μπορεί να γίνει χρυσό εισιτήριο σε προνομιακή πληροφόρηση. Ο Έπστιν είχε επενδύσει στην IPO της Apollo το 2011, αγοράζοντας πάνω από 250.000 μετοχές με κόστος περίπου 5 εκατ. δολάρια, ενώ παράλληλα συμβούλευε την οικογενειακή εταιρεία του Μπλακ την περίοδο 2012-2017 βάσει συμφωνίας εμπιστευτικότητας. Τον Μάρτιο του 2015, ο οικονομικός διευθυντής του family office του Μπλακ έστειλε στον Έπστιν email επισημασμένο ως «Confidential. Material non-public info», προβλέποντας ότι η διανομή μετρητών ανά μετοχή για το πρώτο τρίμηνο θα διαμορφωνόταν περίπου στα 34 σεντ, όταν λίγους μήνες αργότερα η επίσημη ανακοίνωση έγραψε 33 σεντ, σύμφωνα με τη Wall Street Journal.
Η περιουσία του Έπστιν στην Apollo, λίγο πριν πεθάνει το 2019, ανερχόταν σε περίπου 7,7 εκατ. δολάρια, με κέρδος περί τα 2,7 εκατ. δολάρια – κέρδος που, με βάση τα emails, χτίστηκε έχοντας εκ των προτέρων εικόνα για τη μελλοντική ροή μερισμάτων. Το ερώτημα που πλανάται είναι αν αυτό ήταν «νόμιμη» πληροφόρηση στο πλαίσιο της συμβουλευτικής σχέσης ή αν ο Έπστιν αξιοποιούσε τη γκρίζα ζώνη ανάμεσα σε φορολογικό σχεδιασμό και εσωτερική γνώση εις ίδιον όφελος. Την ίδια στιγμή, η υπόθεση αναδεικνύει πόσο εύκολα ένας άνθρωπος με κοινωνικές προσβάσεις σε κορυφές τραπεζών, hedge funds, κυβερνήσεων και τεχνολογικών startups μπορεί να μετατρέψει εμπιστευτικά emails, πρακτικά και «προσωπικά προβλήματα συσσώρευσης μετρητών» σε μια σειρά από σιωπηλές, αλλά εξαιρετικά προσοδοφόρες κινήσεις στην αγορά.