Ο Κρις Κλομπ, ο άνθρωπος που ο Ντόναλντ Τραμπ αποκαλεί «αγαπημένο» ή και «killer Μορμόνο», έχει βρεθεί αιφνιδιαστικά στο τιμόνι ενός από τα πιο κρίσιμα χαρτοφυλάκια για την υγεία 330 εκατ. πολιτών: του ομοσπονδιακού υπουργείου Υγείας (HHS) με προϋπολογισμό 2,6 τρισ. δολαρίων.

Ως πρώην επιχειρηματίας στην υγεία και τώρα ως «επιτελάρχης» του υπουργείου, ο Μορμόνος τεχνοκράτης καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει το αφήγημα του Τραμπ για «μεγάλες νίκες στην υγεία» σε απτά αποτελέσματα για τον μέσο ασθενή.

Ο Κλομπ έγινε γνωστός στον Λευκό Οίκο όταν ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων με τις φαρμακευτικές για μειώσεις τιμών, κερδίζοντας την προσωπική εύνοια του Τραμπ και το παρατσούκλι «Where’s my Mormon?» σε συσκέψεις στο Οβάλ Γραφείο. Ο 45χρονος, μέλος της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών, είχε ιδρύσει και πουλήσει εταιρεία health-tech, ενώ συμμετείχε σε διοικητικά συμβούλια εταιρειών όπως η Maven Clinic και η Nomi Health, προβάλλοντας προφίλ τεχνοκράτη που υπόσχεται λιγότερη γραφειοκρατία και χαμηλότερο κόστος. Μετά τη νίκη του Τραμπ το 2024, ο Κλομπ προτάθηκε στην ομάδα μετάβασης από τον πρώην ανώτατο αξιωματούχο Άνταμ Μπέλερ και σύντομα ανέλαβε το Medicare, πριν προαχθεί σε κορυφαίο σύμβουλο του HHS, με κάθε υπηρεσία –από τον FDA έως τα Κέντρα Ελέγχου Νοσημάτων– να λογοδοτεί σε αυτόν.

Ο Μορμόνος, η υγεία και ο πόλεμος για τα εμβόλια

Η ανάδειξη του «Μορμόνου» Κλομπ συμπίπτει με βαθιά κρίση εμπιστοσύνης στις υγειονομικές αρχές, αποτέλεσμα των παρεμβάσεων του Ρόμπερτ Κένεντι τζούνιορ και των συνεργατών του στη γραμμή για τα εμβόλια. Η επιρροή του Κένεντι στην επιτροπή ACIP, που αναθεώρησε καθοριστικές συστάσεις για τον εμβολιασμό, οδήγησε διεθνή ιατρικά σώματα και πολιτείες να στήσουν δικούς τους μηχανισμούς ελέγχου ασφάλειας εμβολίων, καθώς δηλώνουν ότι πλέον δεν εμπιστεύονται πλήρως την καθοδήγηση του CDC.

Παράλληλα, ο Τραμπ έχει τοποθετήσει προσωρινά τον Τζέι Μπατατσάρια, επί κεφαλής των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας, και ως μεταβατικό διευθυντή του CDC, με τον Κλομπ να τον χαρακτηρίζει «σταθεροποιητικό χέρι» σε έναν οργανισμό που ταλανίζεται από παραιτήσεις, συγκρούσεις και μία έξαρση ιλαράς που απείλησε το καθεστώς «εξάλειψης» της νόσου στις ΗΠΑ.

Μορμόνος τεχνοκράτης ή «σερίφης» λιτότητας στην υγεία;

Ενώ ο Τραμπ ποντάρει στις «νίκες» σε μειώσεις τιμών φαρμάκων και στην καταπολέμηση της απάτης για να πουλήσει ένα success story στην υγεία, Δημοκρατικοί και ομάδες υπεράσπισης ασθενών περιγράφουν τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες ως «βάλτο χάους». Κορυφαίοι βουλευτές των Δημοκρατικών, όπως ο Ρον Γουάιντεν και ο Φρανκ Παλόουν, έχουν ανοίξει έρευνες για τη λειτουργία του HHS, υποστηρίζοντας ότι οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες υγείας δημιουργούν νέα εμπόδια πρόσβασης στη φροντίδα και υπονομεύουν την ικανότητα της χώρας να παράγει καινοτομία σε φάρμακα και εμβόλια.

Ο πρώην αξιωματούχος του HHS και νυν επικεφαλής της οργάνωσης Protect Our Care, Λέσλι Νταχ, περιγράφει μία διοίκηση χωρίς «ανεξάρτητο μυαλό» που να αντισταθεί στον πρόεδρο και τον υπουργό, με αποτέλεσμα, όπως λέει, «οι άνθρωποι να αρρωσταίνουν περισσότερο και η υγεία τους να χειροτερεύει».

Όταν ο Μορμόνος υπόσχεται να «θεραπεύσει» το σύστημα υγείας

Οι υποστηρικτές του Κλομπ βλέπουν στο πρόσωπο του «Μορμόνου» έναν σπάνιο συνδυασμό τεχνοκρατικής επάρκειας και ικανότητας διαπραγμάτευσης με την ισχυρή φαρμακοβιομηχανία – ο διευθύνων σύμβουλος της Pfizer Άλμπερτ Μπουρλά μιλά για «προσωπικότητα που εμπνέει εμπιστοσύνη» μετά τις συζητήσεις που οδήγησαν σε μειώσεις τιμών για ορισμένα σκευάσματα, σύμφωνα με τη Washington Post.

Στο εσωτερικό της κυβέρνησης έχει χτίσει φήμη «αφανούς fixer», που καλείται να σταθεροποιήσει οργανισμούς όπως ο FDA, να βάλει τάξη σε καθημερινές λειτουργίες και να ευθυγραμμίσει μηνύματα με το πολιτικό αφήγημα περί «Great Healthcare Plan», ενός μείγματος ιδεών για περιστολή κόστους και περιορισμό του ρόλου του κράτους χωρίς ξεκάθαρο πλάνο για καθολική πρόσβαση.

Ο ίδιος, επικαλούμενος και τη θρησκευτική του ταυτότητα, δηλώνει ότι πιστεύει πως είναι «ο φύλακας του αδελφού του» και ότι αποστολή του είναι να κάνει «το καλύτερο δυνατό για τον αμερικανικό λαό», τη στιγμή που για πολλούς ειδικούς το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η επόμενη ημέρα της αμερικανικής υγείας θα υπηρετεί τον ασθενή ή το πολιτικό brand του προέδρου.