Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κινούνται πυρετωδώς προκειμένου να καταλήξουν σε μια συμφωνία για το μέλλον της Γροιλανδίας, η οποία θα επιτρέψει στον Ντόναλντ Τραμπ να εμφανιστεί πολιτικά κερδισμένος στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς όμως να διαρραγεί η συμμαχία που αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Σύμφωνα με τρεις διπλωμάτες και έναν αξιωματούχο της ΕΕ που μίλησαν στο Politico, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξετάζουν σενάρια που κυμαίνονται από την ενίσχυση της ασφάλειας στην Αρκτική μέσω του ΝΑΤΟ έως την παραχώρηση αμερικανικών ωφελημάτων στην εξόρυξη ορυκτών πόρων, επιλέγοντας ξεκάθαρα τη γραμμή του κατευνασμού αντί της μετωπικής σύγκρουσης με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Η κινητικότητα αυτή εντάθηκε μετά τις ανανεωμένες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «χρειάζονται» τη Γροιλανδία, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο απόκτησής της διά της βίας. «Στο τέλος, καταλήγαμε πάντα σε ένα κοινό συμπέρασμα με την Ουάσινγκτον», δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γιόχαν Βάντεφουλ, μετά τη συνάντησή του με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, προσθέτοντας ότι οι συνομιλίες για το αρκτικό έδαφος ήταν «ενθαρρυντικές». Στο ίδιο πνεύμα, ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, εξέφρασε την ελπίδα να βρεθεί «μια αμοιβαία αποδεκτή λύση» στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Σήμερα, οι υπουργοί Εξωτερικών της Γροιλανδίας και της Δανίας αναμένεται να συναντηθούν στον Λευκό Οίκο με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, και τον Μάρκο Ρούμπιο. Σύμφωνα με διπλωμάτη της ΕΕ που γνωρίζει τον σχεδιασμό, οι δύο πλευρές προσβλέπουν σε «μια ειλικρινή συζήτηση με την κυβέρνηση».

Ilulissat, Γροιλανδία

Σε ό,τι αφορά το πιθανό τελικό σενάριο, Ευρωπαίος διπλωμάτης ανέφερε ότι αυτό θα μπορούσε να λάβει τη μορφή μιας συμφωνίας που θα έδινε στον Ντόναλντ Τραμπ μια νίκη αξιοποιήσιμη στο εσωτερικό ακροατήριο, όπως η δέσμευση των ευρωπαϊκών χωρών για αυξημένες επενδύσεις στην ασφάλεια της Αρκτικής, σε συνδυασμό με την υπόσχεση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποκομίσουν κέρδη από τον ορυκτό πλούτο της Γροιλανδίας. Όπως σημείωσε, ο Αμερικανός πρόεδρος ενδιαφέρεται πρωτίστως για μια πολιτική επιτυχία στο ζήτημα της Γροιλανδίας. «Αν επανασυσκευάσεις έξυπνα την αρκτική ασφάλεια, τη συνδυάσεις με τα κρίσιμα ορυκτά και το παρουσιάσεις εντυπωσιακά, υπάρχει πιθανότητα να συμφωνήσει», είπε, προσθέτοντας ότι η μέχρι σήμερα εμπειρία, όπως η δέσμευση των συμμάχων της ΕΕ να δαπανούν το 5% του ΑΕΠ για την άμυνα, δείχνει πως «έτσι εξελίσσονται πάντα τα πράγματα».

Στο πεδίο της άμυνας, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, προετοίμασε το έδαφος για μια τέτοια συμφωνία, δηλώνοντας τη Δευτέρα ότι οι χώρες της Συμμαχίας συζητούν τρόπους ενίσχυσης της ασφάλειας στην Αρκτική. Αν και τα «επόμενα βήματα» που ανέφερε παραμένουν ασαφή, μια αύξηση των επενδύσεων από τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ θεωρείται πιθανό σενάριο, σε ευθυγράμμιση με την επιθυμία του Τραμπ να αναλάβει η Ευρώπη μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την ασφάλειά της.

Τραμπ

Πιο θολό παραμένει το τοπίο σε ό,τι αφορά την εξόρυξη ορυκτών. Ωστόσο, σύμφωνα με αξιωματούχο της ΕΕ, εξετάζεται το ενδεχόμενο μιας συμφωνίας που θα εγγυάται στις Ηνωμένες Πολιτείες μερίδιο από τα κέρδη της εξόρυξης κρίσιμων πρώτων υλών. Προς το παρόν, η δυνατότητα εξόρυξης στη Γροιλανδία είναι περιορισμένη. Η Δανία έχει δαπανήσει χρόνια αναζητώντας επενδυτές για μακροπρόθεσμα έργα, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, καθώς τα κράτη προτιμούν να προμηθεύονται ορυκτά σε χαμηλότερες τιμές από τις διεθνείς αγορές.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει να υπερδιπλασιάσει τις επενδύσεις της στη Γροιλανδία στον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της, συμπεριλαμβάνοντας κονδύλια για έργα κρίσιμων πρώτων υλών, κάτι που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως δέλεαρ για μια συμφωνία συν-επένδυσης με τις ΗΠΑ. Παρ’ όλα αυτά, διπλωμάτες επισημαίνουν ότι αν ο πραγματικός στόχος του Τραμπ είναι τα ορυκτά του νησιού, η Δανία προσφέρει εδώ και χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δυνατότητα επενδύσεων στη Γροιλανδία, πρόταση που έχει επανειλημμένα απορριφθεί από Αμερικανούς αξιωματούχους. Αντίστοιχα, εάν το ενδιαφέρον του Τραμπ συνδέεται με την Κίνα και τη Ρωσία, θα μπορούσε απλώς να ζητήσει από την Κοπεγχάγη την αύξηση της παρουσίας αμερικανικών στρατευμάτων στο νησί.

Τρίτος Ευρωπαίος διπλωμάτης αμφισβήτησε τα κίνητρα του Αμερικανού προέδρου, εκτιμώντας ότι επιδιώκει να περάσει στην Ιστορία. Όπως ανέφερε, το σύνθημα «Make America Great Again» έχει μετατραπεί σε «γεωγραφική έννοια», καθώς ο Τραμπ θέλει να καταγραφεί ως ο άνθρωπος που έκανε τις Ηνωμένες Πολιτείες «μεγαλύτερες» και σε εδαφικό επίπεδο.

Νατο

Κοινός παρονομαστής όλων των ευρωπαϊκών πρωτευουσών παραμένει η αποφυγή στρατιωτικής σύγκρουσης. Σύμφωνα με τους διπλωμάτες και τον αξιωματούχο της ΕΕ, μια άμεση αμερικανική επέμβαση στη Γροιλανδία, έδαφος που ανήκει σε κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, θα σήμαινε πρακτικά το τέλος της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. «Θα ήταν μια πρωτοφανής κατάσταση στην ιστορία του ΝΑΤΟ και οποιασδήποτε αμυντικής συμμαχίας», δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, σημειώνοντας ότι το Βερολίνο βρίσκεται σε διαβουλεύσεις με την Κοπεγχάγη για τις επιλογές της Ευρώπης σε περίπτωση αμερικανικής κατάληψης. Ο επίτροπος Άμυνας της ΕΕ, Άντριους Κουμπίλιους, και η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, τόνισαν ότι μια στρατιωτική επέμβαση θα σήμαινε το τέλος του ΝΑΤΟ, με τη Φρεντέρικσεν να δηλώνει χαρακτηριστικά ότι «όλα θα σταματούσαν».

Διπλωμάτης του ΝΑΤΟ, μιλώντας ανώνυμα, επεσήμανε ότι καμία πρόβλεψη της ιδρυτικής συνθήκης του 1949 δεν καλύπτει επίθεση ενός συμμάχου εναντίον άλλου, κάτι που θα ισοδυναμούσε με «το τέλος της Συμμαχίας». Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι «ενδέχεται να είναι επιλογή» για τις Ηνωμένες Πολιτείες να διαλέξουν ανάμεσα στην επιδίωξη ελέγχου της Γροιλανδίας και τη διατήρηση της Συμμαχίας.

Η διατήρηση του ΝΑΤΟ αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα για την ΕΕ, σύμφωνα με Ευρωπαίο διπλωμάτη, παρότι τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά οι αξιωματούχοι απορρίπτουν κατηγορηματικά το ενδεχόμενο η Ευρώπη να «παραδώσει» τη Γροιλανδία. Οι δηλώσεις αυτές αποτυπώνουν το μέγεθος της ανησυχίας στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για την αποφυγή μιας άμεσης σύγκρουσης με την Ουάσινγκτον. «Η κατάσταση είναι σοβαρή – και η Ευρώπη φοβάται», δήλωσε τέταρτος διπλωμάτης που συμμετέχει στις συζητήσεις στις Βρυξέλλες, ενώ πέμπτος χαρακτήρισε τη συγκυρία «σεισμική», καθώς σηματοδοτεί την ετοιμότητα των ΗΠΑ να ανατρέψουν έναν αιώνα στενών σχέσεων.

Παρά το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφωνούν πως μια στρατιωτική σύγκρουση είναι αδιανόητη, η επίτευξη μιας διαπραγματευτικής λύσης αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη. Μέχρι το αμερικανικό στρατιωτικό πλήγμα στη Βενεζουέλα στις 3 Ιανουαρίου και τις νέες δηλώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία, οι Ευρωπαίοι απέφευγαν συνειδητά να καταρτίσουν σχέδιο προστασίας του νησιού, φοβούμενοι ότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε την απειλή πραγματική.

Όπως δήλωσε ο Τόμας Κρόσμπι, ειδικός σε στρατιωτικά ζητήματα των ΗΠΑ στο Βασιλικό Δανικό Κολέγιο Άμυνας, «ήταν κάτι που θεωρούσαμε ως πιθανό κίνδυνο, αλλά για το οποίο μπορούσαμε να κάνουμε ελάχιστα». Σύμφωνα με τον ίδιο, η κυρίαρχη αντίληψη ήταν ότι όσο περισσότερο εστίαζαν στο ενδεχόμενο αντίστασης, τόσο αυξανόταν ο κίνδυνος κλιμάκωσης. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, ήταν ότι έπειτα από έξι χρόνια αποφυγής σχεδιασμού, η Ευρώπη βρέθηκε απροετοίμαστη.

Πλέον, οι Ευρωπαίοι καλούνται να εντοπίσουν τα εργαλεία που διαθέτουν για να απαντήσουν στην Ουάσινγκτον, με πρώην Δανό βουλευτή να επισημαίνει ότι «το συνηθισμένο εγχειρίδιο κανόνων δεν λειτουργεί πια». Αξιωματούχοι χαρακτηρίζουν την κατάσταση ως τη μεγαλύτερη πρόκληση για την Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παραδεχόμενοι ότι δεν γνωρίζουν πώς να αντιδράσουν. «Ξέρουμε πώς θα αντιδρούσαμε αν η Ρωσία συμπεριφερόταν έτσι», ανέφερε διπλωμάτης, προσθέτοντας ότι με τις Ηνωμένες Πολιτείες «αυτό απλώς δεν είναι κάτι στο οποίο είμαστε συνηθισμένοι».