Στο μεσοαστικό σαλόνι της οικογένειας Λομ στο βόρειο Λονδίνο, η καθημερινότητα είναι ένα καλοκουρδισμένο καθεστώς τρόμου. Ο πατέρας, Άμνετ Λομ, εξουσιάζει ως απόλυτος δυνάστης, επιβάλλοντας τη διαστρεβλωμένη πίστη του σε μια οικογένεια που έχει μάθει να υπακούει.

Η μητέρα, Τζούλι, υποτάσσεται σε ό,τι ο πατριάρχης Άμνετ προστάζει και οι κόρες, Ανν και Μπεθ, πιστεύουν ότι «τους αξίζει το χειρότερο». Η κακοποίηση διαβρώνει κάθε πτυχή της ύπαρξής τους και τις καθιστά σιωπηλές μάρτυρες και θύματα της βίας που συμβαίνει μακριά από τα βλέμματα των θεατών, όπως στην αρχαία τραγωδία. Μέρος αυτού του ασφυκτικού σύμπαντος, ο εξουσιαζόμενος γιος Λέλο, που ζει ακόμη στο βρεφικό του καρότσι, αναλαμβάνει να δώσει τη δική του απάντηση στο Aμλετικό δίλημμα «να ζεις ή να μη ζεις».

Αντιστρέφοντας τον αρχαίο μύθο, ο Φαέθων του Δημήτρη Δημητριάδη δεν θα πέσει καιόμενος στη γη, αλλά θα αναληφθεί με το άρμα του Ήλιου στον ουρανό. Στη σκηνοθεσία της Χρύσας Καψούλη, το σαλόνι του σπιτιού μετατρέπεται σε πεδίο πυρηνικής αναμέτρησης του Καλού και του Κακού. Του Εξουσιαστή και του Εξουσιαζόμενου. Της Υποταγής και της Ανυπακοής.

Με αφορμή το ανέβασμα της παράστασης, «Φαέθων» στο θέατρο Φούρνος, η σκηνοθέτιδα Χρύσα Καψούλη μίλησε στο Newsbeast.

– Τι θα δούμε στην παράσταση;

Καταρχάς, θα ήθελα να πω ότι αυτό το κείμενο είναι πολύ σημαντικό. Να μην ξεχνάμε ότι ο Δημήτρης Δημητριάδης είναι ένας σπουδαίος Έλληνας θεατρικός συγγραφέας και όχι μόνο, έχει μια δική του δομή ως προς το τι είναι θέατρο και τι είναι θεατρικό κείμενο. Βαθιά φιλοσοφικό, υπαρξιακό, άρα οικουμενικό. Η ιστορία μπορεί να πει κανείς ότι είναι πάρα πολύ απλή: ένας πατέρας πατριάρχης μεσοαστός επιστρέφει στο σπίτι του μια νύχτα μετά τη δουλειά. Η οικογένεια τον περιμένει με αγωνία και φόβο, με στρωμένο το οικογενειακό δείπνο. Ο πατέρας αυτός (Χριστόφορος Κώνστας) από την εμφάνισή του μέσα στο καθιστικό και την τραπεζαρία του σπιτιού έχει έναν ακατάληπτο, κακοποιητικό λόγο. Κακοποιεί λεκτικά και τους εντός του σπιτιού -τις κόρες του Ανν (Κλέλια Μαμουνάκη) και Μπεθ (Κατερίνα Κέντρου), τη γυναικα του Τζούλι (Μάγδα Κατσιπάνου) και με μια εντελώς ανοιχτή σύγκρουση τον γιο του Λέλο (Δημήτρης Βουτσής)- και τους εκτός του σπιτιού. Από την αφήγησή του καταλαβαίνουμε ότι κακοποιεί τους συνεργάτες του, τους φίλους του και έχει έναν αρνητικό λόγο για όλους και για όλα. Δυστυχώς χρησιμοποιεί μια θεολογικού τύπου ρητορική και για να μην αποκαλύψω το φινάλε της παράστασης, θα πω ότι αυτή η νύχτα είναι μια νύχτα καταλυτική που εν τέλει ο γιος της οικογένειας αναλαμβάνει ως «ανυπάκουος» να απελευθερώσει τον εαυτό του πρωτίστως και έπειτα τις αδερφές του. Το νόημα είναι ότι τελικά για να συνεχίσουμε στη ζωή, ίσως στις μέρες μας η ανυπακοή είναι το πιο σημαντικό.

Χρύσα Καψούλη
φωτο: Κώστας Παπαντωνίου

– Τι είναι αυτό που σας ιντριγκάρει περισσότερο ως σκηνοθέτιδα στο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη;

Η ποίηση, αυτό που λέμε ποιητικό θέατρο, η σύγχρονη δομή, η διακειμενικότητα, η φιλοσοφία. Μέσα στον Δημητριάδη βρίσκω όλο το σύγχρονο θέατρο. Συνομιλεί με τον Howard Barker, με τον Jean Genet‎‎, με τον Bernard-Marie Koltès, με τον Jean-Luc Lagarce. Είναι το πέμπτο κείμενο του Δημητριάδη που κάνω και κάθε φορά για μένα είναι μια πρόκληση για το πως αναπαρίσταται αυτό το κείμενο στη σκηνή. Και εδώ θέλω να σημειώσω ότι στη συγκεκριμένη παράσταση είμαι πολύ ευτυχής γιατί έχει κατακτηθεί η θεατρικότητα και το έργο συνομιλεί με τους θεατές.

– Αν καθίσετε στη θέση του θεατή, τι είναι αυτό που σας ιντριγκάρει περισσότερο στο έργο;

Θα απαντήσω αυτό που με ιντριγκάρει εμένα όταν βλέπω μια παράσταση, γιατί βλέπω και τις παραστάσεις των άλλων. Το πάθος των ηθοποιών, η καθαρή γλώσσα του σκηνοθέτη, η εικαστικότητα, η φαντασία και το νόημα του έργου. Είναι πολύ σημαντικό να φεύγεις από μία παράσταση, να περπατάς στο δρόμο και να τη σκέφτεσαι. Να τη σκέφτεσαι για μέρες. Όταν βλέπω εγώ μία παράσταση θέλω να περπατήσω όλη την Αθήνα. Πολλές φορές έχω περπατήσει μέχρι το σπίτι μου με τα πόδια -και δε μένω στο κέντρο- γιατί είναι τέτοιο το αίσθημα και η σκέψη. Θέλω να πιστεύω, επειδή πηγαίνω σε όλες τις παραστάσεις, είμαι κάθε βράδυ εκεί όταν παίζουμε (και όχι μόνο τώρα αλλά σε όλες τις δουλειές που έχω κάνει), ότι και οι θεατές που βγαίνουν από τη δική μας παράσταση κάπως έτσι νιώθουν. Και επειδή τους παρατηρώ, το βλέπω πολλές φορές στα μάτια τους και στα λόγια τους. Δηλαδή η παράσταση να μη σε αφήνει ήσυχο, να σε αναστατώνει.

Το έργο πώς συνδέεται με τον μύθο του Φαέθοντα;

Θα πω αυτό που λέει ο ίδιος ο Δημητριάδης. Ο Φαέθων της μυθολογίας δεν υπάκουσε τον πατέρα. Στη δική του περίπτωση ο Φαέθων κάηκε μαζί με το άρμα του. Ο Λέλο Λομ με το παιδικό του καρότσι (στα αγγλικά φαέθων/phaeton σημαίνει το καροτσάκι του μωρού), λυτρώνεται, δεν καταστρέφεται, περνάει σε μια άλλη διάσταση κι ακόμη παραπέρα. Άρα το ζήτημα, επιστρέφω σε αυτό που σας είπα παραπάνω, είναι η ανυπακοή.

Πώς θα χαρακτηρίζετε τον κεντρικό ήρωα, τον πατέρα της οικογένειας; Το «πα-Τέρας» είναι αυτό που μου έρχεται πρώτο στο μυαλό, αλλά είναι και κάτι περισσότερο πίσω από αυτό;

Αυτές τις μέρες έγινε η δίκη της Χρυσής Αυγής όπου το ελληνικό δικαστήριο αποφάσισε ότι είναι εγκληματική οργάνωση. Γιατί σας το λέω αυτό; Γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι ανάμεσά μας. Είναι πατέρες, αδελφοί, σύντροφοι. Τι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Τέρατα; Θα σας απαντήσω ότι η διαστρεβλωμένη ιδεολογία, ο φασισμός, ο ναζισμός, μόνο τέρατα γεννάει. Ένα τέτοιο θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι και ο Άμνετ Λομ, ο πατέρας της δικής μας ιστορίας. Έχει διαστρεβλώσει τις θρησκείες, τις ιδεολογίες και προφανώς ό,τι στρεβλά κουβαλάει κι εκείνος από τον δικό του πατέρα. Αυτό ακριβώς δεν είναι η πατριαρχία;

Χρύσα Καψούλη

– Ο πατέρας πολύ συχνά επικαλείται τον Θεό, δηλώνει -αν δεν κάνω λάθος – ο ίδιος «θρήσκος». Γιατί επιλέχτηκε αυτή η σύνδεση του κεντρικού ήρωα με την πίστη; Εξυπηρετεί σε κάτι; Θα μπορούσε κάποιος να αντιδράσει, θεωρώντας ότι γίνεται μια γενίκευση; Πώς χειρίζεστε αυτό το κομμάτι στην παράσταση;

Θα ανατρέξω στο ναζισμό, το οποίο είναι και το πιο πρόσφατο τραύμα της Ευρώπης και του κόσμου όλου, όπου μιλούσαν για μια καθαρότητα, για την πίστη στα ευαγγέλια, για το ότι κατέχουν την αλήθεια και κατέστρεψαν την Ευρώπη, τους Εβραίους, τους Ρομά, τους ομοφυλόφιλους. Εκεί είναι όλη η ουσία. Ο Άμνετ Λομ κρατιέται από σαθρές ιδεολογίες, από ερμηνείες που έχει δώσει αυτός (δηλαδή από ό,τι τον βολεύει και όποτε τον βολεύει), από ένα βαθύ μίσος για το συνάνθρωπο, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό. Κάποια στιγμή -και όχι τυχαία- στο έργο λέει «Μυρίζουν τα πόδια μου; Οι μασχάλες μου; Τ’ αρ@@α μου είναι; Ολόκληρος βρωμάω. Και το στόμα μου σαν βόθρος. Χρειάζομαι ένα μπάνιο» γιατί χρειάζεται να ξεπλυθεί ολόκληρος. Και την ίδια στιγμή έχει τέτοιο φόβο του θανάτου και δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του ως πεπερασμένο ον. Έχει εφιάλτες. Ένας κακός άνθρωπος που έχει το φόβο του θανάτου, έχει εφιάλτες και προσπαθεί να τα βρει με τον Θεό Του για την Δευτέρα Παρουσία και μια δεύτερη ευκαιρία ζωής. Εν κατακλείδι, όλες οι ιδεολογίες είναι μέσα στον εγκέφαλό του αχταρμάς.

– Τι σας τρομάζει περισσότερο: ότι ο μύθος του Φαέθοντα είναι επίκαιρος ή η ανατριχιαστική συχνότητα με την οποία ακούμε για σεξουαλικά εγκλήματα, κακοποιήσεις παιδιών και νοσηρά οικογενειακά περιβάλλοντα;

Όταν είχε παιχτεί πριν 11 χρόνια αυτό το έργο, ο Περικλής Μουστάκης που είχε παίξει τότε τον πατέρα, μου ανέφερε ότι αναρωτιόντουσαν «μήπως η πραγματικότητα του έργου είναι υπερβολική» όμως πλέον στην καθημερινότητα -και όχι μόνο την ελληνική αλλά και την παγκόσμια- έχουμε παιδιά που παίρνουν όπλα και σκοτώνουν τους συμμαθητές του και τους καθηγητές τους στην Αμερική, έχουμε συμμορίες που παιδιά σκοτώνουν άλλα παιδιά στην Ελλάδα, έχουμε έναν γιο ο οποίος σκότωσε τον πατέρα του που τον κακοποιούσε από μικρό. Άρα η κοινωνία όλη, ο πολιτισμός είναι σε τεράστια κρίση και μέσα σε αυτό βάζω και τον πόλεμο που συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Θέλω να έχω εμπιστοσύνη και αισιοδοξία ότι τέτοια έργα όπως ο Φαέθων θα μπορέσουν να μετακινήσουν τη σκέψη και την ιδεολογία μιας ολόκληρης κοινωνίας. Στο μικρόκοσμό μας αυτό ελπίζουμε και προσπαθούμε. Στη μεγάλη εικόνα δυστυχώς υπάρχουν δυνάμεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε.

– Φεύγοντας ο θεατής από το θέατρο, τι θα θέλατε ιδανικά να πάρει μαζί του από την παράσταση;

Χαίρομαι που στην παράσταση βλέπω πάρα πολλούς νέους ανθρώπους. Αυτό για μένα σημαίνει ότι κάτι αναζητούν. Μια παράσταση που είναι ενάντια στη βία, όπως και αν αυτή εκδηλώνεται. Επανέρχομαι στο ότι μερικές φορές η ανυπακοή είναι σωτήρια. Για να ξαναγυρίσω και στο Αμλετικό δίλημμα «να ζει κανείς ή να μη ζει», ο Λέλο Λομ στο έργο, μας λέει να ζει κανείς και να χαράζει το δικό του δρόμο σύμφωνα με τα δικά του πιστεύω.

Ταυτότητα παράστασης

Συγγραφέας: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνοθεσία: Χρύσα Καψούλη
Μουσική επιμέλεια: Χρύσα Καψούλη, Κατερίνα Κέντρου
Ερμηνεύουν:
Χριστόφορος Κώνστας (Άμνετ Λομ)
Μάγδα Κατσιπάνου (Τζούλι)
Κατερίνα Κέντρου (Μπεθ)
Κλέλια Μαμουνάκη (Ανν)
Δημήτρης Βουτσής (Λέλο)

Παραστάσεις: κάθε Δευτέρα και Τρίτη μέχρι και 7 Απριλίου 2026
Ώρα έναρξης: 21:00
Διάρκεια: 80 λεπτά
Προπώληση Εισιτηρίων: more.com
Θέατρο Φούρνος: Μαυρομιχάλη 168, Νεάπολη Εξαρχείων