Μία εβδομάδα μένει μέχρι το κρίσιμο δημοψήφισμα που ανακοίνωσε ο Αλέξης Τσίπρας. Μπορεί τα ξημερώματα του Σαββάτου ο χρόνος να φαινόταν λίγος, όμως πλέον φαίνεται ότι ο χρόνος είναι πολύς και κρίνει το μέλλον ενός ολόκληρου λαού.

Μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές το μεγάλο ερώτημα παρέμενε ένα. Ποιο είναι το κείμενο πάνω στο οποίο καλούνται να πουν ναι ή όχι οι Έλληνες. Αυτό το κείμενο δεν το έχει δει ο ελληνικός λαός, ενώ δεν είναι σίγουρο ότι θα βρίσκεται στο τραπέζι και δεν θα το αποσύρουν οι δανειστές.

Όπως και να έχει ο χρόνος είναι πολύς μέχρι την Κυριακή 5 Ιουλίου και οι εξελίξεις ραγδαίες.

Ο πρωθυπουργός αναμένεται να πάρει πάνω του την εκστρατεία για το «όχι», ενώ αντιδρά η αντιπολίτευση για την κίνηση του κ. Τσίπρα.

Αναλυτικά η ημερήσια διάταξη για τη σημερινή συνεδρίαση της Βουλής

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΞΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΞΕ’
Σάββατο 27 Ιουνίου 2015
Ώρα 12.00

Συζήτηση και διεξαγωγή ονομαστικής ψηφοφορίας για τη λήψη απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α’ του Συντάγματος και 115 του Κανονισμού της Βουλής, επί της από 26/6/2015 Απόφασης και πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου για Διεξαγωγή Δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα.

Σύμφωνα με την σχετική απόφαση και πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου προς τη Βουλή, κατόπιν εισήγησης του Πρωθυπουργού, κατά την διαδικασία του προτεινόμενου δημοψηφίσματος, ο ελληνικός λαός καλείται να αποφασίσει με την ψήφο του εάν πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25/6/2015 και αποτελείται από 2 έγγραφα, τα οποία συγκροτούν την πρόταση επί της οποίας προτείνεται το δημοψήφισμα: το πρώτο έγγραφο τιτλοφορείται «Reforms for the completion of the Current Program and Beyond» (Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού) και το δεύτερο «Preliminary Debt sustainability analysis» (προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους).

Όσοι πολίτες απορρίπτουν την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν ΔΕΝ ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ/ΟΧΙ

Όσοι πολίτες συμφωνούν με την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ/ΝΑΙ

Το Δημοψήφισμα προτείνεται να διεξαχθεί την Κυριακή 5 Ιουλίου 2015

Αθήνα, 27 Ιουνίου 2015 (ώρα 00.30)
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
ΖΩΗ Ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Πώς φτάσαμε ως εδώ

Για τη μητέρα των μαχών ετοιμάζονται τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και η πλευρά των δανειστών στο έκτακτο Eurogroup του Σαββάτου, το οποίο αποφασίστηκε μετά το νέο ναυάγιο της συνεδρίασης των υπουργών Οικονομικών την Πέμπτη και πλέον γίνεται στη σκιά του δημοψηφίσματος. Τι ακριβώς θα συζητηθεί στο Eurogroup δεν ξέρει κανείς. Ορισμένες πληροφορίες σε ξένα μέσα ενημέρωσης μιλούν για plan B, ενώ η ελληνική πλευρά θα ζητήσει παράταση του προγράμματος για λίγες μέρες.

Οι δύο πλευρές ήρθαν ουσιαστικά σε ρήξη στο προηγούμενο Eurogroup με δύο κείμενα, με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και τους δορυφόρους του εντός της αίθουσας να ναρκοθετεί τη συνεδρίαση πριν ακόμα εκείνη ξεκινήσει, κάνοντας λόγο σε δηλώσεις του έξω από την Κομισιόν για απροθυμία της Ελλάδας για υποχωρήσεις που θα ανοίξουν το δρόμο στην πρόοδο στις διαπραγματεύσεις.

«Δεν μπορώ να πω ότι έχουμε κάνει πολλές προόδους αλλά θα πρέπει να δούμε ακριβώς αν έχουν καταλάβει οι υπεύθυνοι στην Ελλάδα τι διακυβεύεται», τόνισε για να προσθέσει: «Μέχρι σήμερα δεν μπορώ να πω ότι υπαναχώρησαν ή ότι έχουν κάνει κάποια κίνηση συμβιβαστική».

Την ασυμφωνία στο Eurogroup ακολούθησε μία εκρηκτική Σύνοδος Κορυφής, η οποία αν όπως είχε γίνει αρχικά γνωστό δεν θα είχε στην ημερήσια διάταξη το ελληνικό ζήτημα λόγω του νέου αδιεξόδου σε τεχνικό επίπεδο στο Eurogroup, σημαδεύτηκε από το θερμό επεισόδιο του Αλέξη Τσίπρα με τον επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ.

Δείτε αναλυτικά τι έγινε πίσω από τις κλειστές πόρτες της Συνόδου Κορυφής

Το διακύβευμα την ίδια ώρα, που δεν είναι άλλο από την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας ή τη χρεωκοπία της με φόντο το περιβόητο Grexit, βαραίνει όσο ποτέ άλλοτε τις πλάτες και των δύο πλευρών. Από τη μία πλευρά η ελληνική κυβέρνηση συντηρεί τη ρητορική για ρήξη με τους δανειστές σε περίπτωση που δεν υποχωρήσουν από «εξωφρενικές» όπως τις χαρακτηρίζει απαιτήσεις, ενώ από την άλλη οι πιστωτές υπογραμμίζουν μεν την ανάγκη να επιτευχθεί συμφωνία, πετώντας ωστόσο τη μπάλα στο γήπεδο του ελληνικού κυβερνητικού επιτελείου που έχει ήδη κάνει πολύ μεγάλα βήματα προς ένα σημείο επαφής και βρίσκεται ομολογουμένως πολύ μακριά από τις προεκλογικές δεσμεύσεις του.

Δείτε εδώ την πρόταση που κατέθεσαν οι Θεσμοί στο Eurogroup

Οι προτάσεις των θεσμών είναι συνοπτικά οι εξής:

– Τα όρια συνταξιοδότησης στα 67 από το 2022.

– Η κατάργηση του ΕΚΑΣ από τον Δεκέμβριο 2019, η σταδιακή μείωσή του ξεκινάει από τώρα για το 20% των πιο πλούσιων δικαιούχων.

– Αύξηση της συνεισφοράς των συνταξιούχων για τον κλάδο υγείας από το 4% στο 6%.

– Το ΦΠΑ παραμένει σε τρεις κλίμακες: 6% για φάρμακα, βιβλία και θέατρα, η ΔΕΗ και τα βασικά είδη στο 13%, στο 23% πηγαίνουν η εστίαση και τα τυποποιημένα προϊόντα.

– Αυξάνονται οι εταιρικοί φόροι στο 28%.

– Φεύγει η εφάπαξ εισφορά 12% επί των κερδών άνω των 500.000 ευρώ.

– Παραμένει η ελληνική πρόταση για επιβολή φόρου πολυτελείας στο 13%.

Οργή και ύστατες κόκκινες γραμμές στο κυβερνητικό επιτελείο

Από την άλλη πλευρά η ελληνική κυβέρνηση και ο Αλέξης Τσίπρας έχουν καταστήσει σαφές στους Θεσμούς και σε επίπεδο ηγετών ότι είναι διατεθειμένοι να προχωρήσουν σε έναν επώδυνο συμβιβασμό, υπό δύο βασικές προϋποθέσεις. Να υπάρχει σαφής πρόβλεψη για τη βιωσιμότητα του χρέους μέσα από μία δέσμευση απομείωσής του και να ενισχυθεί η ελληνική οικονομία με ένα ισχυρό αναπτυξιακό πακέτο τύπου «Μάρσαλ» ως αντιστάθμισμα στα νέα υφεσιακά μέτρα που ζητούν οι πιστωτές.

Τα δύο αυτά σημεία αποτελούν τις τελευταίες κόκκινες γραμμές του κυβερνητικού επιτελείου, με τον Αλέξη Τσίπρα να έχει διαμηνύσει τόσο στους Ευρωπαίους ηγέτες όσο και στην επικεφαλής του Ταμείου ότι το πακέτο των επώδυνων μέτρων μπορεί να περάσει από την ελληνική Βουλή μόνο εάν συνοδεύεται από το χρέος και το αναπτυξιακό πακέτο.

Δείτε εδώ την πρόταση που κατέθεσε η κυβέρνηση στο Eurogroup

Η πρόταση στοχεύει  σε έσοδα από τον Φ.Π.Α που κυμαίνονται στο 0,93% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση, αντί του 1% του ΑΕΠ.

Ακόμη, στο τελευταίο αυτό κείμενο η ελληνική κυβέρνηση επανέρχεται στην διατήρηση της έκπτωσης 30% στο ΦΠΑ στα νησιά, σημείο το οποίο δεν περιλαμβανόταν στην προηγούμενη πρόταση.

Ένα τρίτο, διαφορετικό από την προηγούμενη ελληνική πρόταση σημείο αφορά στον φόρο στις επιχειρήσεις. Αναλυτικά, στην προηγούμενη πρόταση προβλεπόταν αυτός να αυξηθεί από το 26% στο 29%, ενώ σε αυτό το πιο πρόσφατο κείμενο προβλέπεται αύξηση στο 28%, όπως άλλωστε ζητούν οι δανειστές με τη δική τους πρόταση.

Ο επικεφαλής Γερούν Ντάισελμπλουμ έδωσε εντολή στους εκπροσώπους των θεσμών να την μελετήσουν και να κρατήσουν τα επί μέρους σημεία, τα οποία θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σε ένα ενδεχόμενο τελικό κείμενο μιας συμφωνίας, με τον όρο αυτά τα σημεία να μπορούν να εγκριθούν από τα κοινοβούλια των κρατών-μελών.

Η κυβέρνηση αναφέρει πως τρόφιμα, ενέργεια, νερό και ξενοδοχεία θα μείνουν στο μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ 13% και στον υπερμειωμένο του 6% θα υπάγονται φαρμακευτικά προϊόντα, βιβλία και τα θέατρα.

Στο ασφαλιστικό η Ελλάδα αποδέχεται εξοικονόμηση στη συνταξιοδοτική δαπάνη 0,25%-0,5% του ΑΕΠ για το 2015 και 1% για το 2016, αλλά για την πλήρη εξάλειψη των πρόωρων συντάξεων μέχρι το 2022 (στα 67 χρόνια ανεξάρτητα από χρόνια εργασίας ή στα 62 χρόνια με 40 χρόνια εργασίας) θέλει να ισχύσει μετά την 31 Οκτωβρίου 2015 και όχι από την 1η Ιουλίου 2015 όπως ζητούν οι θεσμοί.

Για το ΕΚΑΣ η ελληνική πρόταση προβλέπει τη σταδιακή αντικατάστασή του μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2018, όταν η νέα πρόταση των θεσμών προβλέπει την κατάργηση του ΕΚΑΣ μέχρι το Δεκέμβριο του 2019 με άμεση ωστόσο ισχύ για το 20% των πιο εύπορων δικαιούχων του επιδόματος (θα το χάσουν άμεσα οι 2 στους 10 δικαιούχους).

Σχετικά με την αύξηση των εισφορών υγείας των συνταξιούχων (κύρια και επικουρική σύνταξη) η κυβέρνηση προτείνει αύξηση κατά 1% από το 4% στο 5%, όταν οι θεσμοί προτείνουν αύξηση από το 4% στο 6%.

Σχετικά με τις αμυντικές δαπάνες η ελληνική πρόταση επιμένει στη μείωσή τους κατά 200 εκατ. ευρώ και όχι  κατά 400 εκατ. ευρώ που ζητούν οι θεσμοί.

 

TAGS