Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, με τις ΗΠΑ να έχουν συγκεντρώσει μια εξαιρετικά μεγάλη δύναμη πυρός στη «γειτονιά» μας, έτοιμες να επιτεθούν στο Ιράν, τον πόλεμο στην Ουκρανία να εισέρχεται στο τέταρτο έτος των συγκρούσεων και τη Μέση Ανατολή να διανύει φάση πλήρους αναπροσαρμογής, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών θα βρεθεί αύριο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ προκειμένου να έχει συνάντηση με τον Αμερικανό ομόλογό του, Μάρκο Ρούμπιο. Να σημειωθεί ότι πρόκειται για τη δεύτερη επίσκεψη επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας στο συγκεκριμένο θεσμικό κέντρο μέσα σε διάστημα ενός έτους, γεγονός που υπογραμμίζει τη συχνότητα και το βάθος των επαφών μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον.
Αν και η συνάντηση της Πέμπτης ανακοινώθηκε επισήμως ως έκτακτη, διπλωματικές πηγές επισημαίνουν ότι η προετοιμασία της είχε ξεκινήσει αρκετές ημέρες νωρίτερα. Οι δύο υπουργοί είχαν ήδη επικοινωνήσει τηλεφωνικά στα τέλη Ιανουαρίου με αντικείμενο τόσο την πορεία των διμερών σχέσεων όσο και την οργάνωση του επόμενου γύρου του ελληνοαμερικανικού Στρατηγικού Διαλόγου. Ο έκτος κατά σειρά κύκλος του διαλόγου αυτού προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί στην Αθήνα έως το τέλος της άνοιξης, με τις δύο πλευρές να προσπαθούν να συντονίσουν τις ημερομηνίες, λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τις αυξημένες υποχρεώσεις του Αμερικανού υπουργού εντός και εκτός συνόρων.
Κατά την προηγούμενη επικοινωνία τους, οι δύο υπουργοί αντάλλαξαν απόψεις για τις διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις, με έμφαση στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα στην κατάσταση στη Γάζα. Ο κ. Γεραπετρίτης επανέλαβε μάλιστα την πρόθεση της Αθήνας να συμβάλει ενεργά σε πρωτοβουλίες που ενισχύουν τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, προβάλλοντας τις ισορροπημένες σχέσεις που διατηρεί η χώρα με τους βασικούς παράγοντες της περιοχής.
Στο μεσοδιάστημα, υπήρξαν και άλλες επαφές σε τεχνικό και πολιτικό επίπεδο, ιδίως ενόψει της αμερικανικής πρωτοβουλίας για το Συμβούλιο Ειρήνης (έναν αμερικανικό ΟΗΕ θα λέγαμε με απλά λόγια) που ανακοινώθηκε στις 11 Φεβρουαρίου, έπειτα από πρωτοβουλία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Μετά από διαβουλεύσεις της Αθήνας τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με ευρωπαϊκούς θεσμούς, αποφασίστηκε η συμμετοχή της Ελλάδας στο συγκεκριμένο σχήμα με καθεστώς παρατηρητή. Σε αυτό το πλαίσιο ωρίμασε και η ιδέα μιας νέας δια ζώσης συνάντησης στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η οποία λειτουργεί ουσιαστικά ως προπαρασκευαστικό βήμα για τον επίσημο Στρατηγικό Διάλογο που αναμένεται να διεξαχθεί στην ελληνική πρωτεύουσα έως τα τέλη Μαΐου.
Διπλωματικές πηγές διευκρινίζουν ότι η επικείμενη επαφή δεν συνδέεται με πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου περί ενδεχόμενης επίσκεψής του στην Ελλάδα, αναφορά που είχε κάνει και η πρέσβης στην Αθήνα Κίμπερλι Γκιλφόιλ, η οποία παρεμπιπτόντως, βρίσκεται αυτές τις ημέρες στην αμερικανική πρωτεύουσα για συναντήσεις τόσο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ όσο και στον Λευκό Οίκο.
Η ατζέντα των αυριανών συνομιλιών αναμένεται να είναι ευρεία. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η προετοιμασία του Στρατηγικού Διαλόγου, στο πλαίσιο του οποίου θα τεθεί και η ανανέωση της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (γνωστής ως MDCA). Η συμφωνία αυτή ρυθμίζει το πλαίσιο της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών και θεωρείται θεμέλιο της διμερούς στρατηγικής σχέσης. Παράλληλα, ιδιαίτερη βαρύτητα θα δοθεί στις εξελίξεις στην πολύπαθη Μέση Ανατολή, σε μια συγκυρία όπου οι γεωπολιτικές πιέσεις αυξάνονται και το ζήτημα του Ιράν καταλαμβάνει εξέχουσα θέση στις αμερικανικές προτεραιότητες. Οι ευρωατλαντικές σχέσεις, οι διεθνείς ανακατατάξεις, η ενεργειακή ασφάλεια και η ελληνική παρουσία στη Γάζα συγκαταλέγονται επίσης στα θέματα που αναμένεται να τεθούν στο τραπέζι.
Να σημειωθεί ότι κατά την παραμονή του στην Ουάσιγκτον, ο κ. Γεραπετρίτης έχει προγραμματίσει συναντήσεις με Αμερικανούς αξιωματούχους, ενώ θα απευθύνει και ομιλία στο Atlantic Council, μία από τις πλέον αναγνωρισμένες δεξαμενές σκέψης στις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας. Επιπλέον, θα παραστεί στην τελετή υπογραφής συμφωνίας μεταξύ της ONEX Shipyards and Technologies και του ομίλου Hanwha Power Systems, κίνηση που αναδεικνύει και την οικονομική διάσταση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας.