Παρά τους επανειλημμένους ισχυρισμούς του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι αμερικανικές δυνάμεις κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν κατά τη διάρκεια των έξι εβδομάδων σύγκρουσης που προηγήθηκαν της εκεχειρίας, αμερικανικές και νατοϊκές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει επαρκή στρατιωτική ισχύ ώστε να συνεχίσει τον πόλεμο σε περίπτωση επανέναρξης των εχθροπραξιών.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται o Independent, οι υπηρεσίες πληροφοριών προειδοποιούν ότι το Ιράν εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στο μεγαλύτερο μέρος των πυραύλων του αλλά και στις υπόγειες εγκαταστάσεις του, γεγονός που δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για τους ισχυρισμούς του Αμερικανού προέδρου ότι η χώρα έχει «αποδεκατιστεί» στρατιωτικά. Αναλυτές εκτιμούν ότι η Τεχεράνη διατηρεί ακόμη αρκετές επιλογές κλιμάκωσης και συνεχίζει να βασίζεται στις ασύμμετρες δυνατότητές της.

Ο Φρανκ Α. Ρόουζ, πρώην βοηθός υπουργός Εξωτερικών για τον έλεγχο εξοπλισμών επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα, δήλωσε ότι η ισχύς της Τεχεράνης βασίζεται στις ασύμμετρες επιχειρησιακές δυνατότητες, όπως οι βαλλιστικοί πύραυλοι, οι πύραυλοι cruise, τα drones, οι ναυτικές νάρκες, οι κυβερνοεπιθέσεις και οι συμμαχικές παραστρατιωτικές οργανώσεις στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης φαίνεται να έχουν περιέλθει σε αδιέξοδο, ενώ οι ανησυχίες για ενδεχόμενη επανέναρξη ενός γενικευμένου πολέμου αυξάνονται.
Πύραυλοι και drones: Το Ιράν διατηρεί σημαντικό μέρος των δυνατοτήτων του
Σύμφωνα με νατοϊκές εκτιμήσεις, το Ιράν έχει διατηρήσει τουλάχιστον το 60% των πυραυλικών του δυνατοτήτων. Παράλληλα, αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών θεωρούν ότι το 90% των υπόγειων εγκαταστάσεων αποθήκευσης και εκτόξευσης πυραύλων είναι πλέον «μερικώς ή πλήρως επιχειρησιακές». Επιπλέον, η Τεχεράνη εξακολουθεί να έχει πρόσβαση σε 30 από τις 33 πυραυλικές εγκαταστάσεις της κατά μήκος των Στενών του Ορμούζ, σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times.
Ο Φρανκ Α. Ρόουζ εκτίμησε ότι το Ιράν πιθανότατα διατηρεί σημαντικά αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων και πυραύλων cruise, γεγονός που του επιτρέπει να προκαλεί σοβαρή αποσταθεροποίηση στην ευρύτερη περιοχή. Δύο εβδομάδες πριν τεθεί σε ισχύ η εκεχειρία, ο γεωπολιτικός αναλυτής Ντμίτρι Άλπεροβιτς είχε δηλώσει ότι ήταν «πιθανότατα ασφαλές να υποτεθεί» πως το Ιράν μπορούσε να συνεχίσει τις επιχειρήσεις του «για εβδομάδες, ίσως και περισσότερο» με τον συγκεκριμένο ρυθμό πυρών.

Η χώρα διατηρεί επίσης τη δυνατότητα μαζικής παραγωγής φθηνών drones καμικάζι μίας χρήσης, τα οποία είχαν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις επιθέσεις αντιποίνων κατά γειτονικών χωρών στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ρόουζ, αν και η Τεχεράνη μπορεί ακόμη να προκαλέσει αστάθεια, έχει χάσει τη δυνατότητα να επιτυγχάνει «στρατηγικό αιφνιδιασμό ή κυριαρχία μέσω εξαναγκασμού», καθώς τα αντιπυραυλικά συστήματα στον Κόλπο έχουν αποδειχθεί ολοένα και πιο αποτελεσματικά στην αναχαίτιση μαζικών επιθέσεων με πυραύλους και drones.
Στενά του Ορμούζ: Η απειλή του «στόλου κουνουπιών»
Το Ιράν συνεχίζει να αξιοποιεί τον έλεγχο που ασκεί στα Στενά του Ορμούζ, ένα κρίσιμο στοιχείο της ασύμμετρης στρατηγικής του, μέσω της οποίας επιχειρεί να διεξάγει οικονομικό πόλεμο για να αντισταθμίσει την υστέρησή του σε συμβατική στρατιωτική ισχύ. Η θαλάσσια οδός, από την οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, παραμένει υπό ιρανικό αποκλεισμό, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εγκαταλείψει τις προσπάθειες συνοδείας εμπορικών πλοίων μέσω των Στενών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι το ιρανικό ναυτικό βρίσκεται «στον βυθό της θάλασσας, πλήρως κατεστραμμένο», προσθέτοντας όμως ότι οι αμερικανικές δυνάμεις δεν στόχευσαν τα μικρά ταχύπλοα σκάφη που το Ιράν αποκαλεί «σκάφη ταχείας επίθεσης», καθώς δεν θεωρήθηκαν σημαντική απειλή.
Ωστόσο, ο στόλος ιρανικών ταχύπλοων, γνωστός ως «στόλος κουνουπιών», προκαλεί πλέον σοβαρή ανησυχία στα πλοία που επιχειρούν να περάσουν από τα Στενά, κυρίως επειδή τα συγκεκριμένα σκάφη είναι δύσκολο να εντοπιστούν και συχνά μεταφέρουν οπλισμό. Με αυτόν τον τρόπο, η Τεχεράνη καταφέρνει να διατηρεί τον αποκλεισμό, παρά τις ζημιές που έχουν υποστεί μεγαλύτερα πολεμικά της πλοία.

Ο Ρόουζ τόνισε ότι ακόμη και ένα αποδυναμωμένο Ιράν μπορεί να απειλήσει τη θαλάσσια κυκλοφορία και τις ενεργειακές υποδομές στον Κόλπο, επισημαίνοντας πως ο βασικός κίνδυνος δεν είναι μια ολοκληρωτική στρατιωτική νίκη, αλλά η πρόκληση σοβαρής αποσταθεροποίησης. Όπως ανέφερε, η Τεχεράνη θα συνεχίσει να επενδύει στον ασύμμετρο πόλεμο, καθώς εκεί θεωρεί ότι μπορεί να εξισορροπήσει τη συντριπτική συμβατική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Τα υποθαλάσσια καλώδια στα Στενά του Ορμούζ και η απειλή για το παγκόσμιο διαδίκτυο
Την Παρασκευή, μέσα ενημέρωσης που συνδέονται με τον ιρανικό στρατό κάλεσαν την Τεχεράνη να επιβάλει τέλη χρήσης στα υποθαλάσσια καλώδια που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Tasnim, μια τέτοια κίνηση θα ενίσχυε τον έλεγχο του Ιράν στην περιοχή, θα μπορούσε να αποφέρει δισεκατομμύρια δολάρια και θα παρείχε νέα μέσα πίεσης προς τη Δύση.
Τα καλώδια αυτά μεταφέρουν περίπου το 99% της παγκόσμιας διαδικτυακής κίνησης, σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU), τον εξειδικευμένο οργανισμό του ΟΗΕ για τις ψηφιακές τεχνολογίες. Παράλληλα, μεταφέρουν τηλεπικοινωνιακά δεδομένα και ηλεκτρική ενέργεια μεταξύ χωρών, αποτελώντας κρίσιμη υποδομή για υπηρεσίες cloud και διαδικτυακές επικοινωνίες.
Η γεωπολιτική και ενεργειακή αναλύτρια Μάσα Κότκιν προειδοποίησε ότι πιθανές ζημιές στα καλώδια θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επιβράδυνση ή διακοπές του διαδικτύου, προβλήματα στο ηλεκτρονικό εμπόριο, καθυστερήσεις σε χρηματοοικονομικές συναλλαγές και γενικότερες οικονομικές επιπτώσεις. Χώρες του Κόλπου, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία, έχουν επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια στην τεχνητή νοημοσύνη και τις ψηφιακές υποδομές, με τις εθνικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης που έχουν δημιουργήσει να βασίζονται πλήρως στα υποθαλάσσια καλώδια για τη μεταφορά δεδομένων υψηλής ταχύτητας.
Η Χεζμπολάχ, οι Χούθι και οι συμμαχικές οργανώσεις του Ιράν
Στην υπόλοιπη περιοχή, ο επιτυχημένος επανεξοπλισμός της λιβανικής οργάνωσης Χεζμπολάχ φαίνεται ότι αιφνιδίασε τον ισραηλινό στρατό, μετά τις επιθέσεις που εξαπέλυσε ως απάντηση στα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν τον Φεβρουάριο. Παρά την εκεχειρία που συμφωνήθηκε στα μέσα Απριλίου, οι δύο πλευρές αλληλοκατηγορούνται για παραβιάσεις της συμφωνίας, ενώ το Ισραήλ συνεχίζει να εξαπολύει επιθέσεις στη Βηρυτό και στον νότιο Λίβανο.
Παραμένει ασαφές το μέγεθος της ζημιάς που υπέστη η στρατιωτική ισχύς της Χεζμπολάχ από τον τελευταίο πόλεμο, ωστόσο χωριά στον νότιο Λίβανο και κτίρια στη Βηρυτό έχουν ισοπεδωθεί από ισραηλινά πλήγματα.

Την ίδια στιγμή, οι αντάρτες Χούθι της Υεμένης έχουν διατηρήσει σχετικά χαμηλό προφίλ, ωστόσο υπάρχουν εκτιμήσεις ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να προκαλέσουν χάος στα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ, μία ακόμη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια δίοδο από την οποία διέρχονται ενεργειακές προμήθειες και μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου.
Σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ, το 2025 περισσότερα από 4 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου διέρχονταν καθημερινά από τα Στενά Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 6% της παγκόσμιας κατανάλωσης, αν και η ναυσιπλοΐα στην περιοχή έχει επηρεαστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια λόγω των επιθέσεων των Χούθι.
Κυβερνοεπιθέσεις και απειλές σε κρίσιμες υποδομές
Οι ανησυχίες δεν περιορίζονται μόνο στο στρατιωτικό πεδίο και στις τηλεπικοινωνίες. Υπηρεσίες ασφαλείας έχουν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο κυβερνοεπιθέσεων από ομάδες που συνδέονται με το Ιράν, ιδιαίτερα σε εγκαταστάσεις ύδρευσης και ενέργειας.
Ο Τζέφρι Χολ, στέλεχος της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (EPA), δήλωσε ότι οι κυβερνοεπιθέσεις σε συστήματα πόσιμου νερού και διαχείρισης λυμάτων απειλούν άμεσα τη δημόσια υγεία και την ανθεκτικότητα των κοινοτήτων. Όπως ανέφερε, ακόμη και μία μόνο παραβίαση μπορεί να διαταράξει τη λειτουργία εγκαταστάσεων επεξεργασίας, να προκαλέσει μόλυνση, να καταστρέψει εξοπλισμό και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού.
Την προειδοποίηση υποστήριξαν επίσης το FBI, η Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (NSA), η Διοίκηση Κυβερνοπολέμου των ΗΠΑ, το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας και η Υπηρεσία Κυβερνοασφάλειας και Ασφάλειας Υποδομών (CISA).
Το Ιράν έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν για κυβερνοεπιθέσεις, μεταξύ άλλων για τη μεγάλη διακοπή ρεύματος στην Τουρκία το 2015 και για πιθανές παραβιάσεις ιστοσελίδων της ισραηλινής κυβέρνησης το 2022. Από την πλευρά της, η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και το Ισραήλ έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες κυβερνοεπιθέσεις εναντίον της χώρας.