Το μιντιακό οικοδόμημα που δημιούργησε η κυβέρνηση του πρώην πρωθυπουργού της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, και αποτέλεσε έναν από τους βασικότερους πυλώνες της 16χρονης κυριαρχίας του, αρχίζει να αποδομείται με ταχύτατους ρυθμούς μετά τις εκλογές του περασμένου μήνα, οι οποίες έβαλαν αιφνιδιαστικά τέλος στην εξουσία του. Μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες από την εκλογική αναμέτρηση, την οποία κέρδισε με συντριπτική διαφορά η κεντροδεξιά αντιπολίτευση υπό τον Πέτερ Μάγιαρ, κορυφαία στελέχη φιλοκυβερνητικών μέσων ενημέρωσης απομακρύνθηκαν, ενώ καταργήθηκε και μία από τις πιο γνωστές ενημερωτικές εκπομπές της χώρας.
Παράλληλα, ο τόνος των δημόσιων μέσων ενημέρωσης άλλαξε σχεδόν από τη μία ημέρα στην άλλη, με περισσότερες φωνές της αντιπολίτευσης να εμφανίζονται ακόμη και πριν από την επίσημη ανάληψη της εξουσίας από τον Μάγιαρ. Την ίδια στιγμή, φιλο-Όρμπαν influencers έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως αναφέρει το Reuters. Πρόκειται για τα πρώτα εμφανή ρήγματα στο αυστηρά ελεγχόμενο μιντιακό σύστημα του Όρμπαν, το οποίο αναμένεται να αναδιαμορφωθεί ριζικά υπό τη νέα κυβέρνηση που ορκίστηκε νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα.
Ο Πέτερ Μάγιαρ, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τα δημόσια μέσα ενημέρωσης ως «εργοστάσιο ψεμάτων», έχει δεσμευθεί να αποκαταστήσει την ελευθερία του Τύπου, να δημιουργήσει νέο νόμο για τα ΜΜΕ και νέα ανεξάρτητη αρχή εποπτείας των μέσων ενημέρωσης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί στενά τις μεταρρυθμίσεις
Ο εθνικιστής Βίκτορ Όρμπαν είχε αναδειχθεί σε σύμβολο για συντηρητικούς κύκλους στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ο αρχιτέκτονας μιας «ανελεύθερης δημοκρατίας». Ωστόσο, οι ψηφοφόροι φάνηκαν να κουράζονται από τις καταγγελίες περί διαφθοράς και τη μακροχρόνια οικονομική στασιμότητα.
Στις εκλογές της 12ης Απριλίου, το κεντροδεξιό κόμμα Τίσα του Πέτερ Μάγιαρ έβαλε τέλος στη 16χρονη διακυβέρνηση του Όρμπαν, εξασφαλίζοντας πλειοψηφία δύο τρίτων στο κοινοβούλιο, η οποία επιτρέπει την ανατροπή της συνταγματικής αναθεώρησης που είχε επιβάλει ο πρώην πρωθυπουργός.
Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στην Ουγγαρία, θεωρώντας τη χώρα δοκιμασία για την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών και των μηχανισμών ελέγχου. Η ελευθερία του Τύπου υπήρξε ένα από τα βασικά ζητήματα κράτους δικαίου για τα οποία η κυβέρνηση Όρμπαν συγκρούστηκε επανειλημμένα με τις Βρυξέλλες.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης πέρασαν ολοένα και περισσότερο υπό κυβερνητικό έλεγχο μέσω νέων νομοθετικών ρυθμίσεων, ενώ αρκετά ιδιωτικά μέσα είτε έκλεισαν είτε πέρασαν στα χέρια φιλοκυβερνητικών επιχειρηματιών. Η Ουγγαρία υποχώρησε στην 74η θέση του δείκτη ελευθερίας του Τύπου των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα το 2026, από την 23η θέση που κατείχε το 2010. Η κυβέρνηση Όρμπαν αρνούνταν ότι ασκούσε πιέσεις στα μέσα ενημέρωσης και υποστήριζε ότι τηρούσε τα ευρωπαϊκά πρότυπα για την ελευθερία του Τύπου.
Αναταράξεις στα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης
Το μεγαλύτερο τηλεοπτικό κανάλι της Ουγγαρίας, το TV2, απέλυσε μετά τις εκλογές τον διευθυντή ειδήσεών του και απέσυρε από το πρόγραμμα την κεντρική ενημερωτική εκπομπή του. Ο ιδιοκτήτης του σταθμού και φιλο-Όρμπαν επιχειρηματίας, Μίκλος Βάζιλι, δήλωσε στην ιστοσελίδα 444.hu ότι η εκπομπή καταργήθηκε λόγω της «διάβρωσης του brand της».
Οι παρουσιαστές ειδήσεων του TV2 είχαν στηρίξει δημόσια τον Βίκτορ Όρμπαν πριν από τις εκλογές. Παράλληλα, την περασμένη εβδομάδα απομακρύνθηκε και ο αρχισυντάκτης της φιλοκυβερνητικής ενημερωτικής ιστοσελίδας Index, αφού το μέσο παραδέχθηκε ότι έγγραφο που είχε δημοσιεύσει και παρουσιαζόταν ως μυστικό σχέδιο φορολογικών αυξήσεων του Πέτερ Μάγιαρ «δεν ήταν το οικονομικό πρόγραμμα του κόμματος Τίσα».
Το πλαστό έγγραφο αποτέλεσε βασικό στοιχείο της προεκλογικής εκστρατείας του Όρμπαν κατά του Μάγιαρ, ενώ το Index δεν σχολίασε ποιος το δημιούργησε. Την ίδια στιγμή, στο διαδίκτυο, ομάδα νεαρών φιλο-Όρμπαν influencers με την ονομασία Megafon περιόρισε δραστικά τον αριθμό σύντομων βίντεο που δημοσίευε στο Facebook, σύμφωνα με καταγραφή της ιστοσελίδας διασταύρωσης πληροφοριών Lakmusz.hu.
Σε podcast που παρουσίαζε ο δεξιός ράπερ Ντόπεμαν, ο Βίκτορ Όρμπαν αποστασιοποιήθηκε από «κεντροδεξιά μέσα ενημέρωσης που παλαιότερα μας υποστήριζαν», αναφερόμενος μεταξύ άλλων στο TV2 και το Index.
«Ιστορική ευκαιρία» για αναδιαμόρφωση των ΜΜΕ
Μετά τις εκλογές, το κεντρικό δελτίο ειδήσεων της κρατικής τηλεόρασης M1 άρχισε γρήγορα να εμφανίζει σημάδια αλλαγής. Μελέτη του think tank Republikon διαπίστωσε ότι η κάλυψη του σταθμού ευνοούσε συντριπτικά τον Βίκτορ Όρμπαν, παρουσιάζοντας αρνητικά τις προσωπικότητες της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, την εβδομάδα μετά τις εκλογές εμφανίστηκαν περισσότερες και πιο διαφορετικές φωνές, ενώ η παρουσίαση των γεγονότων έγινε πιο ισορροπημένη.
Η αλλαγή έγινε ακόμη πιο εμφανής όταν ο Πέτερ Μάγιαρ προσκλήθηκε στην κρατική τηλεόραση και το ραδιόφωνο, όπου συγκρούστηκε με δημοσιογράφους, θέτοντας το ερώτημα γιατί δεν είχε προσκληθεί νωρίτερα στις εκπομπές τους.
«Θέλουμε μια πραγματικά ισορροπημένη και αντικειμενική ενημερωτική υπηρεσία. Θέλουμε οι επικεφαλής της να επιλέγονται μέσα από διαδικασία ισοτιμίας και διαπραγμάτευσης», δήλωσε ο Μάγιαρ μετά την εναρκτήρια συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου την Τετάρτη.
Σε ένα από τα πρώτα του διατάγματα ως πρωθυπουργός, ο Πέτερ Μάγιαρ διέταξε την Πέμπτη «συνολική και άμεση» επανεξέταση των δημόσιων μέσων ενημέρωσης και της χρηματοδότησής τους.
Οι δυσκολίες και ο ρόλος της κρατικής διαφήμισης
Παρά τις εξαγγελίες, αναλυτές εκτιμούν ότι η δημιουργία πραγματικά ισορροπημένων δημόσιων μέσων ενημέρωσης θα αποτελέσει ιδιαίτερα δύσκολη πρόκληση. Η Κριστίνα Μπάλογκ, δημοσιογράφος της δημόσιας τηλεόρασης την περίοδο 2016-2018, περιέγραψε σε ανάρτησή της στο Facebook πως οι συντάκτες ήταν αναγκασμένοι να προσαρμόζονται στο κυβερνητικό αφήγημα.
«Μία φορά μου ζητήθηκε να βρω έναν γιατρό που θα έλεγε μπροστά στην κάμερα ότι οι μετανάστες είναι επικίνδυνοι επειδή μεταδίδουν ασθένειες», έγραψε χαρακτηριστικά. Η αντι-μεταναστευτική εκστρατεία είχε ενισχύσει σημαντικά τη δημοτικότητα του Όρμπαν, συμβάλλοντας στις τρεις συνεχόμενες εκλογικές νίκες του μετά το 2010.
Ο Γκάμπορ Πολιάκ, επικεφαλής του τμήματος ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Έτβες Λόραντ, προειδοποίησε ότι η επιτυχία της αναδιαμόρφωσης του μιντιακού τοπίου θα εξαρτηθεί τόσο από την πολιτική βούληση όσο και από τις νομικές μεταρρυθμίσεις.
«Αν η πολιτική ελίτ αποδεχθεί ότι η δουλειά της δημοσιογραφίας είναι να ασκεί κριτική και να διατηρεί απόσταση από την πολιτική, τότε σχεδόν κάθε δημόσιο μέσο ενημέρωσης μπορεί να λειτουργήσει σωστά», δήλωσε ο Πολιάκ.
Ένας ακόμη βασικός πυλώνας του μιντιακού συστήματος του Βίκτορ Όρμπαν ήταν ο όμιλος KESMA, ένα συγκρότημα σχεδόν 500 μέσων ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων όλων των περιφερειακών εφημερίδων, το οποίο δημιουργήθηκε από συμμάχους του το 2018.
Ο Πέτερ Μάγιαρ δήλωσε ότι θα διακόψει τη μεγάλη ροή κρατικής διαφήμισης προς τον όμιλο και θα επανεξετάσει τη διαδικασία δημιουργίας του, η οποία είχε εξαιρεθεί από τον έλεγχο ανταγωνισμού.
Σύμφωνα με τον ειδικό στα ΜΜΕ Γκάμπορ Πολιάκ, μία τέτοια απόφαση θα έπληττε σοβαρά την KESMA, καθώς μεγάλα μέσα όπως το TV2 και το Index θα μπορούσαν να επιβιώσουν λόγω υψηλής τηλεθέασης και μεγάλου κοινού, όμως περιφερειακές έντυπες εφημερίδες ενδέχεται να οδηγηθούν ακόμη και σε κλείσιμο. Παράλληλα, η αλλαγή αυτή θα μπορούσε να αποκαταστήσει τον ανταγωνισμό στην αγορά και να ενισχύσει τα έσοδα των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης.