Μια κίνηση με έντονο διπλωματικό συμβολισμό αλλά και σαφείς αιχμές προς την Ουάσινγκτον πραγματοποιεί η Γαλλία, ενισχύοντας τη θέση της στην Αρκτική. Η υπουργός Εθνικής Άμυνας, Κατρίν Βοτρέν, ανακοίνωσε ότι το Παρίσι πρόκειται να εγκαινιάσει το νέο του προξενείο στη Γροιλανδία μέσα στο αμέσως επόμενο διάστημα, υλοποιώντας την υπόσχεση που είχε δώσει ο Εμανουέλ Μακρόν.
Το «μπλόκο» του Παρισιού σε σενάρια αμερικανικής εισβολής
Η Γαλλία φαίνεται να παίρνει θέση απέναντι στις φήμες για αυξημένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή. Μιλώντας σε τηλεοπτικό δίκτυο, η Βοτρέν έθεσε το ζήτημα σε μια βάση που προκαλεί αίσθηση, υπενθυμίζοντας πως οι 56.000 κάτοικοι της Γροιλανδίας διαθέτουν δανική υπηκοότητα.
«Υπάρχει, από το 1951, μια συμφωνία άμυνας μεταξύ ΗΠΑ και Γροιλανδίας. Εκ παραλλήλου οι 56.000 κάτοικοι της Γροιλανδίας έχουν δανική υπηκοότητα. Αυτό σημαίνει ότι εάν αύριο αμερικανικά στρατεύματα επιτίθεντο στη Γροιλανδία, θα είχαμε μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ που θα επιτίθετο σε άλλη χώρα-μέλος. Μια τέτοια κατάσταση θα συνιστούσε μια εξαιρετικά σοβαρή και ανησυχητική κλιμάκωση», δήλωσε χαρακτηριστικά η υπουργός Άμυνας.
Η στρατηγική επιλογή του Εμανουέλ Μακρόν
Η απόφαση για τη διπλωματική αναβάθμιση της γαλλικής εκπροσώπησης στο Νουούκ δεν είναι τυχαία. Σύμφωνα με τη γαλλική πλευρά, ο Πρόεδρος Μακρόν επιθυμεί να «καταδειχθεί ο σεβασμός στην αυτονομία της Γροιλανδίας», στέλνοντας μήνυμα πως η Ευρώπη έχει λόγο στις εξελίξεις του Βορρά.
Όπως υπενθυμίζει η επίσημη ενημέρωση από το Παρίσι, η αρχή έγινε κατά την επίσκεψη του Γάλλου προέδρου στην πρωτεύουσα της Γροιλανδίας στις 15 Ιουνίου 2025. Τότε, ο Μακρόν είχε προαναγγείλει τη δημιουργία του γενικού προξενείου, υπογραμμίζοντας πως η Γαλλία επιδιώκει «να είναι πιο κοντά στους Γροιλανδούς, στο πλευρό τους».
Με το άνοιγμα της νέας διπλωματικής αρχής «εντός των προσεχών ημερών», η Γαλλία τοποθετείται στην «πρώτη γραμμή» μιας περιοχής με τεράστια γεωπολιτική σημασία και φυσικούς πόρους, την ώρα που οι σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων στην Αρκτική δοκιμάζονται. Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια του Παρισιού να λειτουργήσει ως εξισορροπητικός παράγοντας ανάμεσα στη Δανία, την τοπική αυτονομία και τις αμερικανικές βλέψεις.