Αντιμέτωπες με σημαντική φορολογική επιβάρυνση θα βρεθούν από τον επόμενο μήνα τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) που διατηρούσαν ανεκμετάλλευτα ακίνητα στο χαρτοφυλάκιό τους κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους. Ο βασικός φόρος ιδιοκτησίας για τις συγκεκριμένες κατοικίες διπλασιάζεται, γεγονός που συνεπάγεται επιπλέον επιβάρυνση 100% στον ΕΝΦΙΑ, που θα καταβληθεί σε δώδεκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις.

Αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διατηρούν στην κυριότητά τους περίπου 8.300 ακίνητα, ενώ οι εταιρείες διαχείρισης δανείων κατέχουν επιπλέον 11.000 (δηλαδή συνολικά 19.300 ακίνητα). Τα περισσότερα από αυτά περιήλθαν στην κατοχή τους μέσω διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμών, στο πλαίσιο διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ο σχεδιασμός τώρα προβλέπει τη σταδιακή διάθεσή τους στην αγορά, ώστε να αντιμετωπιστεί έστω και εν μέρει το πρόβλημα στέγασης, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν προηγουμένως τακτοποιηθεί πολεοδομικές ή άλλες εκκρεμότητες που συχνά καθυστερούν την αξιοποίησή τους.

Για την υιοθέτηση της σχετικής ρύθμισης, βασικό επιχείρημα αποτέλεσε η συσσώρευση χιλιάδων κλειστών κατοικιών, σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για στέγη παραμένει υψηλή και οι τιμές ακολουθούν ανοδική πορεία. Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης εκτιμά ότι η επιβολή αυξημένου φόρου θα λειτουργήσει ως κίνητρο για την ταχύτερη διοχέτευση των ακινήτων στην αγορά, περιορίζοντας τη στρέβλωση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Παράλληλα, τα επιπλέον έσοδα που θα προκύψουν προβλέπεται να κατευθυνθούν σε δράσεις κοινωνικής πολιτικής με επίκεντρο τη στήριξη της κατοικίας.

Ακίνητα

Το μέτρο στην παρούσα φάση θα έχει ισχύ έως το 2028 και όπως σημειώνουν οι ιθύνοντες η προοπτική είναι να επεκταθεί και τα επόμενα χρόνια ως μέτρο πίεσης προς τις τράπεζες και τους servicers. Να σημειωθεί επίσης ότι η επίμαχη διάταξη αφορά αποκλειστικά και μόνο οργανισμούς του χρηματοπιστωτικού τομέα και δεν επεκτείνεται σε φυσικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις άλλων κλάδων.

Θα πρέπει να τονιστεί επίσης ότι προϋπόθεση για να αποφευχθεί η επιπλέον επιβάρυνση, είναι το ακίνητο να έχει μισθωθεί ή χρησιμοποιηθεί για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών μέσα στο προηγούμενο έτος από εκείνο στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος. Σε διαφορετική περίπτωση, ο βασικός φόρος προσαυξάνεται κατά 100%.

Για τον εντοπισμό των ακινήτων που εμπίπτουν στη ρύθμιση, η φορολογική διοίκηση αξιοποιεί δεδομένα από τις δηλώσεις στοιχείων ακινήτων (Ε9), καθώς και πληροφορίες που τηρούνται στα μητρώα των τραπεζών. Κρίσιμη ημερομηνία για τον υπολογισμό του ΕΝΦΙΑ του 2026 είναι η 31η Δεκεμβρίου 2025, καθώς εξετάζεται η κατάσταση κάθε ακινήτου έως το τέλος του συγκεκριμένου έτους. Στο πλαίσιο της διαδικασίας, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων μπορεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος του διοικητή της, να λάβει από την Τράπεζα της Ελλάδος στοιχεία που αφορούν πιστωτικά ιδρύματα, αγοραστές και διαχειριστές πιστώσεων. Παράλληλα, πληροφορίες για νομικά πρόσωπα με ελληνικό ΑΦΜ αντλούνται από τις καταστάσεις οικονομικών στοιχείων που υποβάλλονται με το έντυπο Ε3, καθώς και από λοιπά δεδομένα που είναι καταχωρισμένα στα πληροφοριακά συστήματα της φορολογικής αρχής.