Παρά τα βήματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια για την ισότητα στην εργασία, οι διαφορές στις αμοιβές μεταξύ ανδρών και γυναικών εξακολουθούν να είναι αισθητές στην ελληνική αγορά εργασίας. Ακόμα και όταν πρόκειται για την ίδια εργασία, οι γυναίκες συνεχίζουν να πληρώνονται λιγότερο.

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) δείχνουν ότι το 2022 οι γυναίκες αμείβονταν κατά μέσο όρο 13,4% λιγότερο ανά ώρα εργασίας σε σχέση με τους άνδρες. Το ποσοστό αυτό παραμένει ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με το 2021, ενώ είναι ελαφρώς χαμηλότερο από το 13,6% που είχε καταγραφεί το 2020, γεγονός που δείχνει ότι το χάσμα όχι μόνο δεν έχει εξαλειφθεί, αλλά κινείται με πολύ αργούς ρυθμούς προς τη μείωση.

Όταν η εικόνα εξεταστεί ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, οι αποκλίσεις γίνονται ακόμα πιο έντονες. Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται ο τομέας της Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, όπου οι γυναίκες λαμβάνουν κατά μέσο όρο 25,3% χαμηλότερες ωριαίες αποδοχές από τους άνδρες.

Σημαντικές διαφορές εμφανίζονται επίσης στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, όπου το χάσμα φτάνει το 20,1%, στις χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες με ποσοστό 19%, αλλά και στη μεταποίηση, όπου οι γυναίκες αμείβονται κατά 17,4% λιγότερο.

Υπάρχουν πάντως και λίγες εξαιρέσεις. Στον τομέα της παροχής νερού, επεξεργασίας λυμάτων και διαχείρισης αποβλήτων, το χάσμα εμφανίζεται να αντιστρέφεται, με τις γυναίκες να αμείβονται κατά μέσο όρο 5,5% περισσότερο από τους άνδρες. Ωστόσο, πρόκειται για μια σπάνια εξαίρεση σε ένα μισθολογικό τοπίο όπου οι άνδρες εξακολουθούν να έχουν το προβάδισμα.

Τι δείχνουν τα στοιχεία του ΙΝΕ – ΓΣΕΕ

Εργαζόμενοι

Παρόμοια εικόνα αποτυπώνουν και τα στοιχεία του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ – ΓΣΕΕ). Σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες, οι γυναίκες στην Ελλάδα λαμβάνουν περίπου 16,5% χαμηλότερο μισθό σε σχέση με τους άνδρες για εργασία ίσης αξίας.

Σε ορισμένους μάλιστα κλάδους οι διαφορές είναι ακόμα μεγαλύτερες, με τις αποκλίσεις να κυμαίνονται από 8,6% έως και 40,5%. Ιδιαίτερα χαμηλές αποδοχές καταγράφονται σε επαγγέλματα που συνδέονται με την εστίαση, τον τουρισμό, τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία.

Σε αυτούς τους κλάδους οι ετήσιοι μισθοί για πολλές γυναίκες εργαζόμενες κυμαίνονται περίπου μεταξύ 10.699 και 11.865 ευρώ, ποσά που βρίσκονται πολύ κοντά στα όρια της φτώχειας. Οι άνδρες εργαζόμενοι στις ίδιες δραστηριότητες λαμβάνουν ελαφρώς υψηλότερες αποδοχές, χωρίς όμως η διαφορά να είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

Το μισθολογικό χάσμα συνδέεται σε αρκετές περιπτώσεις και με το επίπεδο εκπαίδευσης, αλλά και με τα επαγγέλματα στα οποία απασχολούνται άνδρες και γυναίκες. Η πλήρης εξίσωση των αμοιβών εμφανίζεται κυρίως σε συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες, όπως για παράδειγμα στους χειριστές βιομηχανικών εγκαταστάσεων και μηχανημάτων ή στους συναρμολογητές.

Η εικόνα στην Ευρώπη

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι γυναίκες εξακολουθούν να κερδίζουν κατά μέσο όρο περίπου 12,7% λιγότερο ανά ώρα εργασίας από τους άνδρες.

Ωστόσο, η έκταση του χάσματος διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών. Μεταξύ των χωρών με τις μεγαλύτερες μισθολογικές διαφορές βρίσκονται η Εσθονία (22,5%), η Αυστρία (21,1%), η Γερμανία (17,6%), η Ουγγαρία (17,3%) και η Σλοβακία (16,6%).

Στον αντίποδα, υπάρχουν χώρες όπου η απόσταση είναι πολύ μικρότερη. Το Λουξεμβούργο θεωρείται η μοναδική χώρα που έχει ουσιαστικά εξαλείψει το μισθολογικό χάσμα, ενώ χαμηλές διαφορές καταγράφονται επίσης στη Ρουμανία, τη Σλοβενία, την Πολωνία, την Ιταλία και το Βέλγιο. Ένας ακόμα λόγος που διατηρεί τις μισθολογικές διαφορές είναι η μερική απασχόληση. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι γυναίκες εργάζονται συχνότερα σε θέσεις part-time, ενώ παράλληλα αφιερώνουν περισσότερες ώρες σε άμισθη εργασία, όπως η φροντίδα παιδιών ή οι οικιακές υποχρεώσεις. Παρά τις προόδους που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, η πλήρης ισότητα στις αμοιβές παραμένει ακόμη ζητούμενο. Και τα στοιχεία δείχνουν ότι, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, ο δρόμος για την εξάλειψη του μισθολογικού χάσματος εξακολουθεί να είναι μακρύς.