Τρία βασικά σενάρια βρίσκονται στο τραπέζι για το ύψος του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου 2026, με κοινή αφετηρία ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να απορροφήσει μία ακόμα αύξηση, αλλά με διαφορετικές αναγνώσεις ως προς τα όρια αντοχής της αγοράς εργασίας. Το πρώτο σενάριο προβλέπει μια ήπια αναπροσαρμογή κοντά στο 3%, το δεύτερο –και επικρατέστερο– κινείται πέριξ του 4%, ενώ το τρίτο ανεβάζει τον πήχη στο 5%, φέρνοντας τον κατώτατο μισθό αισθητά υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα.

Με βάση τα δεδομένα που έχουν τεθεί υπόψη του οικονομικού επιτελείου, μια αύξηση γύρω στο 4% μεταφράζεται σε περίπου 35 ευρώ επιπλέον μεικτά τον μήνα και διαμορφώνει τον κατώτατο μισθό κοντά στα 915-930 ευρώ. Πρόκειται για το σενάριο στο οποίο συγκλίνουν οι περισσότερες εισηγήσεις κοινωνικών εταίρων και επιστημονικών ινστιτούτων, καθώς θεωρείται ότι επιτυγχάνει ισορροπία ανάμεσα στην ενίσχυση του εισοδήματος και στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

Το πολιτικό πλαίσιο έδωσε χθες ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος επανέλαβε ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού αποτελεί βασικό εργαλείο στήριξης των χαμηλόμισθων, χωρίς όμως να τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα της οικονομίας. Από την κυβέρνηση επισημαίνεται ότι ο στόχος για κατώτατο μισθό 950 ευρώ το 2027 παραμένει ενεργός, ενώ δεν λείπουν και οι φωνές που εκτιμούν πως, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να προσεγγίσει ακόμη και τα 1.000 ευρώ.

Σε διαδικαστικό επίπεδο, οι προτάσεις των κοινωνικών φορέων και των ινστιτούτων κατατίθενται στο υπουργείο Εργασίας, με την υπουργό, Νίκη Κεραμέως, να εισηγείται το τελικό ποσοστό αύξησης στο υπουργικό συμβούλιο στα τέλη Μαρτίου. Υπενθυμίζεται ότι το 2027 θα είναι η τελευταία χρονιά που η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού θα αποφασιστεί με τη σημερινή διαδικασία, καθώς από το 2028 προβλέπεται αυτόματος μηχανισμός υπολογισμού με βάση την πορεία της οικονομίας και του πληθωρισμού.

Στο μέτωπο των εισηγήσεων, το ΙΟΒΕ τάσσεται υπέρ μιας «συνετής» αύξησης 2,5%-3,5%, υπογραμμίζοντας ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να υποκαθιστά τη συνολική μισθολογική πολιτική της οικονομίας. Αντίστοιχα, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι υπάρχει περιθώριο αύξησης έως 4%, εφόσον συνεχιστεί η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, προειδοποιώντας πάντως για τον κίνδυνο δευτερογενών πληθωριστικών πιέσεων.

Λίγο υψηλότερα τοποθετεί τον πήχη το ΚΕΠΕ, το οποίο εισηγείται αύξηση 3,5%-5%, επισημαίνοντας όμως ότι αυξήσεις άνω του 4% ενδέχεται να επιβαρύνουν δυσανάλογα τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις μέσω του μοναδιαίου κόστους εργασίας. Από την πλευρά των εργοδοτικών οργανώσεων, η αποδοχή μιας αύξησης συνοδεύεται από σαφή αιτήματα για αντισταθμιστικά μέτρα, όπως μειώσεις εισφορών και φορολογικές ελαφρύνσεις.

Στον αντίποδα, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ προτείνει κατώτατο μισθό 1.052 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι μόνο μια γενναία αύξηση μπορεί να αποκαταστήσει ουσιαστικά την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.

Καθώς πλησιάζει η ώρα των αποφάσεων, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο το ποσοστό της αύξησης, αλλά το πολιτικό και οικονομικό μήνυμα που θα εκπέμψει η κυβέρνηση σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής παραμένει ψηλά και η κοινωνία αναμένει απτά αποτελέσματα.