Συναντηθήκαμε με τον Μελέτη Ηλία, σε ένα παρκάκι στα Μελίσσια, μετά το γύρισμα που είχε για τη σειρά του Alpha, «Το Σόι σου», με αφορμή την παράσταση «Λαπωνία» στην οποία πρωταγωνιστεί αυτή την περίοδο στο θέατρο Κάτια Δανδουλάκη, παρέα με τη Βάσω Λασκαράκη, τη Βίβιαν Κοντομάρη και τον Σπύρο Τσεκούρα.
Η παράσταση είναι αυτό ακριβώς που καταλάβατε: μας μεταφέρει στη χιονισμένη Λαπωνία την περίοδο των χριστουγεννιάτικων διακοπών, όπου δύο ζευγάρια, διαφωνούν, συμφωνούν, μαλώνουν, γελούν, κλαίνε και μονοιάζουν, με φόντο τον μύθο του Αϊ – Βασίλη, που καταρρίπτεται από το παιδί του ενός ζευγαριού.
Η μέρα που είχαμε το ραντεβού με τον Μελέτη Ηλία, ήταν άκρως ανοιξιάτικη, με μπόλικο ήλιο, υπενθυμίζοντάς μας πόσο ευλογημένοι είμαστε τελικά που ζούμε σε αυτή τη χώρα και που -όπως μου τόνισε και ο Μελέτης-, δεν θα μπορούσε να ζει στη Φιλανδία, γιατί μεταξύ άλλων, δεν αντέχει το πολύ κρύο. Βέβαια, η παράσταση «Λαπωνία» σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, η οπόια γνώρισε μεγάλη επιτυχία με απανωτά sold out σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, δεν είναι αμιγώς χριστουγεννιάτικη, καθώς θίγει πολλά κοινωνικά θέματα, με τα οποία θα ταυτιστούμε, ενώ συγχρόνως θα γελάσουμε και θα συγκινηθούμε. Γιατί, όπως λέει και στο Newsbeast ο Μελέτης Ηλίας: «Στο έργο εμπεριέχονται και η κωμωδία και το δράμα, όπως συμβαίνει και στην ίδια τη ζωή».
-Είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει στην Ελλάδα το έργο;
Ναι, το ξεκινήσαμε πέρυσι τα Χριστούγεννα στη Θεσσαλονίκη, μόνο για την περίοδο των εορτών και τελικά κάναμε 40 παραστάσεις, γιατί ο κόσμος της Θεσσαλονίκης και γενικότερα της Βόρειας Ελλάδας -καθώς έρχονταν και από άλλες περιοχές – μας τίμησε με την παρουσία του. Επιστρέψαμε στην Αθήνα για έναν μήνα στο θέατρο Ζήνα και ακριβώς το ίδιο πάθαμε και φέτος: ξεκινήσαμε για λίγο Θεσσαλονίκη που έγινε περισσότερο πάλι και τώρα είμαστε στην Αθήνα μέχρι Κυριακή των Βαΐων.

-Και πώς είναι τώρα μια τύπου χριστουγεννιάτικη παράσταση να ανεβαίνει το… Πάσχα;
Θα σου πω, το χριστουγεννιάτικο θέμα είναι λίγο Δούρειος Ίππος, δηλαδή είναι μια παράσταση, η οποία ξεκινάει με μια απλή αντιπαράθεση δύο ζευγαριών -γιατί το ένα παιδί έχει πει στο άλλο ότι κατά τη γνώμη του δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης- και με αφορμή αυτή την αποκάλυψη, ξεκινάει ένα γαϊτανάκι αποκαλύψεων, που έχουν να κάνουν με τον τρόπο που ζούμε, με τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, με τον τρόπο που ζούμε στη συγκεκριμένη χώρα, γιατί παρόλο που το έργο είναι ισπανικό, μετά από απαίτηση των συγγραφέων και σε συνεννόηση και με τη Μαρία Χατζηεμμανουήλ, τη μεταφράστρια, σε κάθε χώρα που παίζεται το έργο, οι τρεις ήρωες είναι της εκάστοτε χώρας – εδώ είναι τρεις Έλληνες και ένας Φιλανδός. Οπότε, στην ουσία βλέπουμε τον τρόπο ζωής των μεσογειακών λαών σε αντίθεση με τον Βορειοευρωπαίων.
-Κι έχουμε μεγάλες αντιθέσεις;
Τεράστιες. Και στον τρόπο σκέψης και στον τρόπο μεγαλώματος των παιδιών και στον τρόπο ζωής, ακόμα και μόνο να φανταστείς ότι εκεί έχει έξι μήνες τον χρόνο νύχτα και κρύο -που δεν παλεύεται-, είναι σαν ένας άλλος πλανήτης. Κι έχει πολύ ενδιαφέρον αυτή η αντίθεση: το να βάλεις τρεις Έλληνες μέσα σε ένα φιλανδικό σπίτι.
-Έχουν διαφορές και στο μεγάλωμα των παιδιών;
Εντελώς, γιατί στην ουσία αυτό που συμβαίνει είναι ότι το Φιλανδάκι λέει στο Ελληνάκι ότι δεν υπάρχει ο Αϊ – Βασίλης και εκεί είναι και το οξύμωρο, ότι το παιδί αυτό μένει μέσα στο χωριό του Αϊ – Βασίλη που θα έπρεπε συνήθως να συντηρείται ένας μύθος και ένα όνειρο. Κι εκεί μπαίνουν πολλά ζητήματα σε σχέση με το αν πρέπει να ζούμε με τα «λευκά» ψέματα, με κάτι το οποίο μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα, αποφεύγοντας την πραγματικότητα που είναι πολύ σκληρή. Και σιγά σιγά έρχονται και κάποιες άλλες πολύ πιο σοβαρές αποκαλύψεις, γι’ αυτό λέω ότι είναι Δούρειος Ίππος το χριστουγεννιάτικο θέμα, γιατί μετά αρχίζουμε και βλέπουμε κάποιες κοινωνικές αντιπαραθέσεις που είναι πιο αμείλικτες από το αν υπάρχει ή όχι ο Άγιος Βασίλης.
-Είναι και το πώς το αντιμετωπίζουν οι Βόρειοι; Βάζουν, δηλαδή, πρώτα τη λογική και αυτό το μεταφέρουν και στα παιδιά τους;
Νομίζω ότι αυτό που είναι το νούμερο ένα – επειδή εγώ κάνω τον Φιλανδό και το βιώνω κι έχει πολύ πλάκα – είναι αυτό που λέμε εμείς για εκείνους, ότι είναι πολύ τυπικοί με τα απλά, όμως, στα πιο δύσκολα είναι πολύ πιο φοβιτσιάρηδες από εμάς και θέλουν απλά να δείχνουν ότι τα έχουν όλα λυμένα. Υπάρχει και μία ωραία φράση στο έργο που λέει ότι «όλα τα καλύπτει το χιόνι και φαίνονται όλα τακτοποιημένα, αλλά άμα αρχίσει η άνοιξη και βγει ο ήλιος, βλέπουμε ότι από κάτω έχει πολλή λάσπη». Οπότε, στην ουσία υπάρχει αυτό το πέπλο που τα καλύπτει και λες εσύ «τι ωραίοι λαοί που είναι». Αλλά μην ξεχνάμε ότι είναι πρώτοι στις αυτοκτονίες, πρώτοι στις καταθλίψεις και γενικότερα έχουν κάποιες αρνητικές πρωτιές, πέρα από τις θετικές που έχουν σε πολλούς τομείς.
-Εσύ ως Έλληνας πατέρας στην πραγματική σου ζωή, πότε είπες στα παιδιά σου ότι δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης;
Ποτέ. Είναι 15 και 10 αντίστοιχα και ακόμα το πιστεύουν, που σημαίνει ότι μου δίνουν τη δυνατότητα να πιστεύω ότι το πιστεύουν, για να βγαίνουν κερδισμένα σχετικά με τα δώρα, ενώ νομίζω ότι δουλευόμαστε οικογενειακώς. Οπότε, ξέρεις το αφήνεις να υπάρχει, γιατί από τη μία θέλεις και εσύ ο ίδιος να νιώσεις παιδί μέσα από τα μάτια τους, από την άλλη θέλεις να τους κάνεις και το χατίρι και να τους πάρεις ένα έξτρα δώρο.

–Ο Φιλναδός πατέρας στο έργο γιατί πιστεύεις ότι καταρρίπτει αυτόν τον μύθο;
Γιατί είναι πολύ πιο ορθολογιστής και πιο τυπικός και πιο υπεράνω, οπότε θεωρεί ότι το μεγάλωμα του παιδιού του πρέπει να γίνεται βάσει των βιβλίων που έχει διαβάσει και των ψυχολογικών αναλύσεων. Αλλά διαπιστώνουμε στα μισά περίπου του έργου ότι έχει πολλά άλυτα ζητήματα, τα οποία δεν έχει τολμήσει, όχι να τα λύσει, ούτε καν να τα ξεστομίσει. Κι εκεί αρχίζει και παίρνει ενδιαφέρον η ιστορία μας, πιο προσωπικό. Δεν θέλω να κάνω σπόιλερ, γιατί είναι κάτι το οποίο το μαθαίνουμε στα μισά και μένουμε με ανοιχτό το στόμα.
-Η παράσταση, ωστόσο, είναι κωμωδία.
Το έργο, όπως κάθε έργο που θεωρείται ότι είναι πολύ καλό και ολοκληρωμένο, έχει έντονα και κωμικά στοιχεία και δραματικά κι εκεί που γελάς, μπορεί να σε κάνει να προβληματιστείς και μπορεί να σε κάνει να συγκινηθείς. Νομίζω, ότι αμιγώς δράμα ή αμιγώς κωμωδία δεν μπορεί να θεωρηθεί κανένα σπουδαίο έργο. Ακόμα και ο Τσέχοφ έλεγε ότι θέλει να είναι κωμωδίες, αλλά ο Στανισλάφσκι τα έκανε δράματα -ήταν η μεγάλη τους αντιπαράθεση- ότι ναι, μπορεί να εμπεριέχεται σε ένα έργο και η κωμωδία και το δράμα, όπως εμπεριέχεται και στη ζωή: εκεί που κλαις, μπορεί ξαφνικά να γελάσεις και εκεί που γελάς, μπορεί ξαφνικά να κλάψεις. Η ζωή έχει τόσα απρόβλεπτα κομμάτια, που δεν μπορείς να πεις ότι «εγώ τώρα θα παίξω μόνο κωμωδία ή εγώ τώρα θα το παίξω πολύ βαριά γιατί είναι δράμα». Νομίζω, ότι εκεί είναι και το λάθος που κάνουμε πολλές φορές οι ηθοποιοί, ότι προκαταβάλουμε τους εαυτούς μας με βάση την ταμπέλα του έργου. Πρέπει να είσαι ανοιχτός στα ενδεχόμενα που μπορεί να προκύψουν.
-Εσύ, βέβαια, έχεις παίξει και σε δραματικούς ρόλους. Και είσαι και πολύ καλός.
Εγώ είμαι τυχερός. Κοίταξε, τώρα το «καλός» είναι σχετικό. Προσπαθώ να είμαι αληθινός. Θεωρώ ότι η αλήθεια είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της δουλειάς μας, και πρέπει εμείς οι ηθοποιοί να βρίσκουμε πάντα την αλήθεια μας όσο δύσκολη και αν είναι η συνθήκη. Και αν βρούμε την αλήθεια μας, μπορούμε να την επεξεργαστούμε. Για εμένα είναι πρόκληση εκεί που ο άλλος περιμένει να με δει σε κάτι κωμικό ή με έχει συνηθίσει σε κάτι κωμικό να με δει ξαφνικά σε κάτι δραματικό και να πει «τώρα αυτό από πού μου ήρθε». Μ’ αρέσει αυτό σαν ιδιοσυγκρασία και ως ηθοποιό και ως θεατή. Νομίζω ότι το καλύτερο από όλα είναι το ξάφνιασμα: το να βλέπεις κάποιον σε κάτι διαφορετικό απ’ ότι τον είχες συνηθίσεις και να χρειάζεσαι ένα μεσοδιάστημα, μέχρι να το χωνέψεις. Αλλά άπαξ και το χωνέψεις και σε πείσει, τότε λες ότι του βγάζεις το καπέλο.
-Νιώθεις πιο άνετα ή πιο ασφαλής σε κάποια από αυτά τα δύο είδη;
Όχι, νιώθω το ίδιο ανασφαλής και στα δύο. Θεωρώ, ότι ξεκινώντας μια προσπάθεια, είτε λέγεται πρόβα είτε λέγεται γύρισμα, νιώθω ότι δεν είμαι καθόλου εξωστρεφής από τη φύση μου, έτσι ώστε να πω ότι αυτό το έχω, πάμε παρακάτω. Θα το παιδέψω, θα το ψάξω και θα έχω μεγάλη ανασφάλεια μέχρι την πρεμιέρα ή μέχρι την προβολή, που αυτό μπορεί να έχει διπλή δουλειά, αλλά έχει και μεγαλύτερη ευχαρίστηση, όταν έρχεται το αποτέλεσμα.
-Με τα χρόνια και με την εμπειρία, δεν ελαττώνεται κάπως η ανασφάλεια;
Νομίζω ότι είναι στον χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου, αλλά είναι μεγάλη παγίδα η ασφάλεια που μπορεί να νιώσεις από την εμπειρία, το να νομίζεις δηλαδή ότι το ξέρεις πια. Αυτό νομίζω είναι η μεγαλύτερη παγίδα για έναν ηθοποιό, να έχει την εσφαλμένη εντύπωση ότι εγώ τώρα μπορώ άνετα να παίξω ό,τι μου πούνε ή είμαι σε κάτι πολύ καλύτερος από κάτι άλλο. Επίσης, πολλές φορές μπορεί να θεωρείς ότι εσύ κάνεις το καλύτερο δυνατό και τελικά το αποτέλεσμα να μη σε δικαιώσει ή το αντίθετο.

-Όταν είσαι με ανθρώπους που έχεις συνεργαστεί ξανά και ξανά, νιώθεις περισσότερη ασφάλεια; Ας πούμε τώρα στην Λαπωνία είσαι με τη Βάσω Λασκαράκη και με τη Βίβιαν Κοντομάρη που είστε μαζί και στο «Σόι σου».
Αυτό ας πούμε είναι το μόνο δεδομένο, δηλαδή σε μια πολύ ευαίσθητη συνθήκη που είναι η πρόβα, που πρέπει να εκτεθείς, να τσαλακωθείς, που πρέπει οπωσδήποτε να κάνεις λάθος για να καταλάβεις, χρειάζεσαι δίπλα σου ανθρώπους, που δεν θα νιώσεις ότι σε κατακρίνουν, ότι βαριούνται, ότι μπορεί να σε προσβάλλουν ή μπορεί να σε θεωρούν μέτριο ή κακό συνεργάτη. Οπότε, όταν είσαι με φίλους, που υπάρχει αγάπη μεταξύ σας, κερδίζεις και πολύ χρόνο και πολλή εμπιστοσύνη στο να φάω και τα μούτρα μου, γιατί ξέρω ότι δεν θα ενοχλήσω τους άλλους.
-Στον χώρο σας γενικά είναι εύκολο να δημιουργήσεις φιλίες; Ή πρόκειται για μύθο ότι είναι ένας χώρος δύσκολος;
Είναι δύσκολος, γενικά, γιατί έχει το αρνητικό ότι χάνεσαι. Δηλαδή κάθε έξι μήνες αποκτάς καινούριους συνεργάτες, οπότε δεν μπορείς να κρατήσεις επαφή με όλους. Παρ’ όλα αυτά, εγώ προσωπικά έχω φίλους από αυτή τη δουλειά, μετρημένους στα δάχτυλα, δηλαδή έχω κρατήσει επαφές με κάποιους, αλλά είναι πολύ λίγοι αυτοί με τους οποίους έχεις μια καθημερινή σχεδόν επαφή ή μπορεί να μην έχεις, αλλά να είναι σαν να έχεις. Τώρα ας πούμε με τη Βάσω τη Λασκαράκη που συγγενέψαμε είμαστε πολύ φίλοι, με τον Σπύρο Τσεκούρα που συνεργαζόμαστε στο θέατρο είμαστε επίσης πολύ φίλοι. Με τον Αντώνη τον Μυριαγκό που κάναμε μία μακρά θητεία στον Θεόδωρο Τερζόπουλο, είμαστε πολύ φίλοι.
-Στην παράσταση, τι άλλα θέματα μπορεί να προκύψουν κοινωνικά που μπορεί και να μας αφορούν;
Έχουμε μία πολύ έντονη σχέση μεταξύ των δύο κοριτσιών -είναι δύο αδερφές, που η μία ουσιαστικά έχει μείνει πίσω στην Ελλάδα για να φροντίσει όλα αυτά που φροντίζουμε εμείς οι Έλληνες: τον μπαμπά, τη μαμά, τη γιαγιά, τον παππού – που είναι μία πολύ βαριά δουλειά, ειδικά όταν έχεις και μία δουλειά από μόνος σου. Και η άλλη αδερφή, η οποία τα έχει παρατήσει όλα κι έχει βρει τον ερωτά της στη Φιλανδία. Εκεί υπάρχει μία μεγάλη κόντρα. Επίσης, έχουμε και την αντιπαράθεση μεταξύ του «Ελληνάρα» και του «Φιλανδού» που τελικά αποδεικνύεται πιο «Ελληνάρας». Έχει ωραία δίπολα το έργο και παρόλο που είναι τέσσερα πρόσωπα και δύο που τα ακούμε -γιατί ακούμε και τα δύο παιδάκια, τα οποία δεν τα βλέπουμε ποτέ- σου κρατάει τρομερό ενδιαφέρον, για περίπου μία ώρα και 25 λεπτά που διαρκεί η παράσταση. Στο τέλος έρχεται το κοινό και μας λέει «περιμέναμε να δούμε μία κωμωδία, τελικά δεν είδαμε μόνο αυτό». Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
-Κάνοντας τον Φιλανδό και ανακαλύπτοντας μέσα από το ρόλο στοιχεία της κουλτούρας τους, θα άλλαζες αυτό το κομμάτι της Ελλάδας; Θα μπορούσες να ζούσες στη Φιλανδία για παράδειγμα;
Πολύ δύσκολα. Για τις ανάγκες του ρόλου συναντήθηκα με έναν Φιλανδό. Πήγα στη φιλανδική πρεσβεία, γιατί έπρεπε να μιλήσω φιλανδικά και να μιλήσω και με προφορά βαριά. Βρήκα, λοιπόν, έναν Φιλανδό, ο οποίος μένει 20 χρόνια στην Ελλάδα, λέγεται Τέμου -έχει διατελέσει και αντιδήμαρχος Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης- ο οποίος τα παράτησε όλα λόγω έρωτα με Ελληνίδα και ήρθε στην Ελλάδα και μου είπε κάποια πράγματα. Νιώθω, λοιπόν, πως δεν έχω το μενταλιτέ, ούτε την υπομονή, ούτε την στοχοπροσήλωση των Φιλανδών. Επίσης, δεν αντέχω το κρύο. Αλλά είχε πολλή πλάκα, έμαθα να μιλάω αρκετά φιλανδικά -όλες τις λέξεις της παράστασης -, όπως έμαθα ότι οι Φιλανδοί δεν έχουν καθόλου βρισιές, η πιο χυδαία είναι -θα στο πω πιο εκλεπτυσμένα- «η άνοιξη του αιδοίου». Είναι πολύ ωραία η κουλτούρα τους, εντελώς διαφορετική από τη δική μας. Αλλά για εμένα σαν ηθοποιό ήταν μεγάλο το κέρδος το ότι ήρθε ο Τέμου στην πρόβα, μου είπε φράση-φράση την κάθε λέξη, μου είπε για το σκεπτικό, τον άκουγα να μιλάει με προφορά τα ελληνικά και την υιοθέτησα με έναν τρόπο κι εγώ. Είναι πολύ ωραία πρόκληση για κάποιον να κάνει πράγματα πέρα από κλασικά. Αυτή η δυσκολία του ρόλου, με ενεργοποιεί, με βάζει στην πρίζα να έχω λόγο να πηγαίνω να δουλεύω πέντε ώρες έξτρα την ημέρα, γιατί έχουμε το δεκάωρο του γυρίσματος και άλλες πέντε στο θέατρο, οπότε έχεις έναν λόγο να δουλεύεις.
-Πώς τα προλαβαίνεις όλα;
Κοίτα, υπάρχουν μέρες δύσκολες. Η σημερινή είναι μία από αυτές, που έχω γύρισμα και μετά έχω παράσταση. Υπάρχουν και άλλες που το μοιράζεις, αναλαμβάνεις την απογευματινή βάρδια στο σπίτι με τα παιδιά, υποχρεώσεις, δραστηριότητες. Άμα έχεις θέληση και χρόνο, γίνονται ωραία πράγματα.

-Τι ηλικίες έχουν τα παιδιά;
Η κόρη μου είναι τώρα δεκαπέντε ετών και ο γιος μου δέκα.
-Και πώς είναι η διαφορά σε αυτές τις ηλικίες;
Δεν έχουν καμία επικοινωνία. Ενοχλεί ο ένας τον άλλον και μόνο που υπάρχει (γέλια).
-Λόγω Αϊ – Βασίλη, στην παράσταση έρχονται και οικογένειες με παιδιά;
Ναι, ναι. Και να πω εδώ, επειδή φοβίζει καμιά φορά το θέμα με τα μικρά παιδιά, δεν χαλάει ο μύθος του Αϊ – Βασίλη, γιατί στο τέλος υπάρχει μία έκπληξη που μένουν όλοι ευχαριστημένοι. Ακόμα και αυτοί που συντηρούν τον μύθο, δεν θα έρθουν σε δύσκολη θέση μπροστά στα παιδιά τους. Να το ξέρει αυτό ο κόσμος.
–Τηλεοπτικά, έχεις και το «Σόι σου». Τι νούμερα τηλεθέασης είναι αυτά που κάνει με την επιστροφή;
Αυτό ήταν σοκαριστικό, για τα δεδομένα τα τωρινά, να κάνει 30 με 40% τηλεθέαση.
–Και είναι απίστευτο γιατί είναι και μία σειρά που τη βλέπαμε συνεχώς στις επαναλήψεις.
Αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα, το ότι ο κόσμος το μεσημέρι βλέπει ανθρώπους 15 χρόνια νεότερους και το βράδυ τους βλέπει κανονικά, πώς είναι σήμερα. Σε αντίθεση με απόπειρες άλλων σειρών που έγιναν ριμέικ, σε εμάς η έκτη σεζόν -η πρώτη μετά από χρόνια- ξεκίνησε καλύτερα και από την πρώτη την κανονική. Γιατί; Γιατί ο κόσμος μάς έβλεπε μέσα από τις επαναλήψεις, γιατί η σειρά τελείωσε κάπως απότομα, δεν είχε κλείσει ο κύκλος, τελείωσε θα έλεγα πάνω στο peak της, γιατί προστέθηκαν νέοι θεατές, ειδικά μετά από την καραντίνα που μείναμε σπίτι και είδαμε πολλές σειρές, και πολλά πιτσιρίκια. Αυτή η σειρά θα έλεγα ότι έχει «το κοκαλάκι της νυχτερίδας»: θα τη δει από τον 85χρονο μέχρι τον 5χρονο.
-Και είναι από τις σειρές που λες είναι «παρέα».
Ναι, πράγματι. Είναι πολύ συγκινητικά τα μηνύματα που δεχόμαστε από ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως ότι τους συντροφεύουμε σε μια δύσκολη κατάσταση, σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Τους συντροφεύαμε μέσα στην καραντίνα και τους δίναμε χαρά σε μια δύσκολη συνθήκη, το ότι μαζεύονται αρκετές οικογένειες μαζί και το βλέπουν σαν event. Είναι πολύ ευχάριστα αυτά τα μηνύματα που παίρνουμε και πολύ ελπιδοφόρα, γιατί νιώθουμε ότι αυτό που κάνουμε, έχει ανταπόκριση. Και μας δίνει μεγάλη χαρά όλο αυτό.

–Και κρατάτε «ζωντανό» το οικογενειακό τραπέζι, που πλέον έχει χαθεί. Είμαστε στο σπίτι και ο ένας θα φάει στον καναπέ, ο άλλος στην κουζίνα, ο άλλος στο δωμάτιό του, ο άλλος δεν πεινάει θα φάει αργότερα.
Αυτό που το πας. Ξέρεις, δίνουμε και το καλό παράδειγμα.
-Είναι και ότι όλοι οι ηθοποιοί έχετε «δέσει» πάρα πολύ μεταξύ σας.
Πολύ, πολύ. Νομίζω ότι αυτό είναι το νούμερο ένα σε αυτή τη σειρά: η χημεία μεταξύ μας, η οποία ορίστηκε από την πρώτη στιγμή, κυρίως από τους τέσσερις πρεσβυτέρους: τη Ρένια, τον Γιώργο, τον Παύλο και τη Μίρκα, που ουσιαστικά θα μπορούσαν να είναι τέσσερις ντίβες πρωταγωνιστές που δεν θα μας μιλάνε και πολύ. Αλλά ήταν τόσο δοτικοί, τόσο αγαπησιάρηδες, τόσο πρόθυμοι να δώσουν χώρο στο νέο ηθοποιό, το οποίο ενώ θα πρέπει να είναι ο κανόνας, δυστυχώς είναι η εξαίρεση. Είμαστε οικογένεια, πια, πράγματι.
-Το «Σόι σου» άλλαξε τη ζωή σου;
Την άλλαξε εξ’ ολοκλήρου. Πριν από τη σειρά, μέχρι δηλαδή το 2013, ήμουν ένας ηθοποιός του θεάτρου. Δεν με ήξερε το ευρύ κοινό. Είχα συνεργασίες με Τερζόπουλο, Λιβαθινό, το Εθνικό θέατρο. Και μετά το «Σόι» ξεκίνησε μια άλλη πορεία που μπολιάζεται πάντα από τέτοιες συνεργασίες, αλλά είχα και συνεργασίες με τους πιο «εξωστρεφείς» του χώρου μας, όπως οι Ρέππας – Παπαθανασίου, ο Σταμάτης Φασουλής, ο Αλέξανδρος Ρήγας, η Μιμή Ντενίση. Ξεκίνησε, λοιπόν, μια διαφορετική πορεία, αλλά με γερές βάσεις από πριν. Νομίζω ότι αυτό είναι που με καθορίζει -και αυτό που είπες και πριν ότι μπορείς να με δεις και σε δραματικό και σε κωμικό ρόλο – το καλό background.
–Και ήσουν και από τους πρώτους θεατρικούς ηθοποιούς που μπήκαν στην τηλεόραση.
Ναι, που τόλμησα να κάνω κάτι τηλεοπτικό. Σε αυτό οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στη γυναίκα μου που μου είπε «τόλμησέ το. Ή τώρα ή ποτέ». Εκείνη μου είπε να πάρω αυτή την ευκαιρία και να βάλω τη ζέση και την αγάπη που έχω για τη δουλειά μου.
–Δέχτηκες σχόλια από τον θεατρικό κύκλο; Σε έχουμε στο μυαλό και ως «παιδί του Τερζόπουλου».
Δεν θα έλεγα ότι είχα ιδιαίτερα σχόλια. Από την άλλη, ο ίδιος ο Τερζόπουλος μού είπε «προχώρα το, κάν’ το, ζησ’ το, βάλε την ποιότητά σου μέσα σε αυτό και μην φοβάσαι τίποτα». Όταν, λοιπόν, ο ίδιος ο Τερζόπουλος σου λέει τέτοια λόγια, δεν σε νοιάζει και πολύ αν θα πει κάποιος συνάδελφος: «Έλα αυτός τώρα κάνει τηλεόραση». Άσε, που όπως έδειξε και η ιστορία, τα επόμενα χρόνια όλοι έκαναν τηλεόραση.
-Ναι, πια βλέπεις στην τηλεόραση και πρόσωπα του θεάτρου που δεν πίστευες ότι θα τα έβλεπες.
Ναι, και είναι ωραίο που τους βλέπεις, γιατί και το κοινό ανακαλύπτει ηθοποιούς, όπως ήταν ο συγχωρεμένος ο Δημήτρης ο Ήμελλος. Μου φαινόταν αδιανόητο που δεν τον ήξεραν, αλλά είναι έτσι η πραγματικότητα, δεν έχουν όλοι -ειδικά στην επαρχία – τη δυνατότητα να δούνε θέατρο. Έτσι, μέσω της τηλεόρασης ανακαλύπτουν ηθοποιούς με πορεία δεκαετιών και είναι πολύ ευχάριστο αυτό.

-Και ανακαλύπτει νομίζω και το κοινό μέσω της τηλεόρασης και το θέατρο. Πηγαίνουν σε παραστάσεις για να δούνε από κοντά τον ηθοποιό που παρακολουθούν σε μια σειρά. Εσύ το είδες αυτό μετά το «Σόι σου;»
Ναι, φυσικά. Εγώ, βέβαια, αντιμετωπίζω το άλλο: μετά από το «Σόι σου» και τα «Καλύτερά μας χρόνια» και τις άλλες σειρές που έχω κάνει, κυρίως τις κωμικές, όταν, λοιπόν, πέρυσι το καλοκαίρι -θα την επαναλάβουμε και φέτος- έκανα τον Κρέοντα στην Αντιγόνη της Σοφοκλή, έλεγαν στην αρχή: «Θα είναι σαν τον Κρέοντα που ξέρουμε ή που φανταζόμαστε;». Και τελικά νομίζω ότι ανταποκρίνομαι κάπως στις προσδοκίες τους.
Η παράσταση
Δύο οικογένειες συναντιούνται στη Λαπωνία για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα. Όμως η χαρούμενη ατμόσφαιρα διαταράσσεται όταν ένα απ’ τα παιδιά λέει στο άλλο ότι ο Άγιος Βασίλης είναι ένα ψέμα που δημιουργούν οι μαμάδες κι οι μπαμπάδες! Και τότε οι γονείς τους καλούνται να βγάλουν το φίδι απ’ την τρύπα…
Μια παράσταση ηθικών διλημμάτων για τις έννοιες του ψέματος, της αλήθειας, της λογικής, της μαγείας, των οικογενειακών αξιών αλλά και ανείπωτων μυστικών, που οδηγούν σε ανατρεπτικές καταστάσεις
Συντελεστές:
Μετάφραση – Διασκευή: Μαρία Χατζηεμμανουήλ
Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης
Πρωτότυπη μουσική: Γιάννης Μαθές
Παίζουν (αλφαβητικά): Μελέτης Ηλίας, Βίβιαν Κοντομάρη, Βάσω Λασκαράκη, Σπύρος Τσεκούρας.
Παραστάσεις
Παρασκευή 21.00
Σάββατο 18.00 & 21.00
Κυριακή 18.00
Διάρκεια: 90 λεπτά
Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη
Αγ. Μελετίου 61
2108640414