Ο κόσμος της ενημέρωσης θρηνεί την απώλεια του Τεντ Τέρνερ, του ανθρώπου που επινόησε τον 24ωρο κύκλο ειδήσεων και ίδρυσε το CNN, μεταμορφώνοντας ριζικά τον τρόπο που ο πλανήτης αντιλαμβάνεται την πληροφορία. Ο εμβληματικός μεγιστάνας άφησε την τελευταία του πνοή την Τετάρτη στο σπίτι του στη Φλόριντα σε ηλικία 87 ετών, όπως επιβεβαίωσε εκπρόσωπος της οικογένειάς του.

Τα τελευταία χρόνια ο Τέρνερ έδινε μια γενναία μάχη με την άνοια με σωμάτια Lewy, μια προοδευτική εγκεφαλική διαταραχή που τον είχε αναγκάσει να αποσυρθεί από τα φώτα της δημοσιότητας.

Ο Τέρνερ δεν ήταν απλώς ένας επιχειρηματίας αλλά ένας ριψοκίνδυνος οραματιστής που αψήφησε τους κανόνες της βιομηχανίας. Το 1980, κόντρα στις προβλέψεις των ειδικών που χλεύαζαν το εγχείρημά του, δημιούργησε το πρώτο ειδησεογραφικό δίκτυο συνεχούς ροής. Με το CNN, η είδηση έπαψε να είναι ένα προγραμματισμένο ραντεβού και έγινε ζωντανή ιστορία που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια των τηλεθεατών, από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου μέχρι τον Πόλεμο του Κόλπου.

Η αυτοκρατορία του επεκτάθηκε γρήγορα, περιλαμβάνοντας κανάλια όπως το TBS, το TNT και το Cartoon Network, ενώ η εξαγορά της βιβλιοθήκης της MGM του επέτρεψε να δημιουργήσει το Turner Classic Movies. Παράλληλα, η προσωπική του ζωή υπήρξε το ίδιο θυελλώδης με την επαγγελματική, με τρεις γάμους, συμπεριλαμβανομένου εκείνου με την Τζέιν Φόντα, και μια προσωπικότητα που του χάρισε το προσωνύμιο «Το στόμα του Νότου».

Πέρα από τα media, ο Τέρνερ υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ιδιώτες γαιοκτήμονες στις ΗΠΑ και ένας παθιασμένος φιλάνθρωπος. Προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση όταν δώρισε ένα δισεκατομμύριο δολάρια στα Ηνωμένα Έθνη, ενώ πρωτοστάτησε σε περιβαλλοντικές δράσεις για τη σωτηρία των βισώνων και της άγριας φύσης.

Η κληρονομιά που αφήνει πίσω του είναι ανυπολόγιστη, καθώς δεν άλλαξε μόνο την τηλεόραση, αλλά επαναπροσδιόρισε τον ρόλο του επιχειρηματία ως παγκόσμιου πολίτη. Με τον θάνατό του, η Αμερική χάνει έναν από τους τελευταίους «θρύλους» που τόλμησαν να ονειρευτούν έναν κόσμο συνδεδεμένο 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, σύμφωνα με τους New York Times.